Μολονότι το πρόβλημα των φυλετικών ταυτοτήτων και των διακρίσεων μεταξύ των ανθρώπων θεωρείται οριστικά λυμένο,

τουλάχιστον από επιστημονική άποψη, τείνει να επανέρχεται στη σύγχρονη ανθρώπινη ιστορία δημιουργώντας οξύτατα κοινωνικοοικονομικά και πολιτικά προβλήματα, όπως π.χ. η μεταναστευτική πολιτική μιας χώρας, η αντιμετώπιση των προσφύγων ή των μειονοτήτων, καθώς και οι συγκρουσιακές σχέσεις ανάμεσα σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες.

Με ποια επιστημονικοφανή ιδεολογήματα οι δυτικές κοινωνίες επιχείρησαν και επιχειρούν να διαχειριστούν αυτό το διαχρονικό ανθρώπινο πρόβλημα;

Από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα στη Δύση, η κυρίαρχη ιδεολογία του κοινωνικού δαρβινισμού περιγράφει τη βιοπολιτική ιστορία του είδους μας, καθώς και τις ανθρώπινες κοινωνικές σχέσεις ως έναν λυσσαλέο αγώνα για την «επιβίωση των καταλληλότερων» ανθρώπινων πληθυσμών.

Χάρη σε αυτό το ρατσιστικό ιδεολόγημα, ο λευκός άνθρωπος πίστεψε ότι κυριαρχεί αυτοδικαίως πάνω στους άλλους ανθρώπους, αφού ανήκει στην τελειότερη βιολογικά και πνευματικά ανθρώπινη «φυλή».

Αραγε, τα όσα γνωρίζουμε για την ανθρώπινη βιολογική εξέλιξη και ιστορία δικαιολογούν αυτή την αυταπάτη;

Αναζητώντας την «ανθρώπινη φύση» μεταξύ επιστήμης και ιδεολογίας (VIIΙ)

Σε τελευταία ανάλυση, πρόκειται για κληρονομικές και γονιδιακές προδιαγραφές, τις οποίες καμία αλλαγή στις κοινωνικές συνθήκες ή στην παιδεία των φορέων τους, δηλαδή στη ζωή των ανθρώπων, δεν θα μπορούσε ποτέ να τις αλλάξει.

Πρόκειται για το κοινότοπο αλλά εξαιρετικά διαδεδομένο ιδεολόγημα της μη μεταβλητότητας της ανθρώπινης φύσης η οποία, μολονότι παραμένει επιστημονικά αδιαφανής, καταφέρνει με τρόπο σχεδόν μαγικό να καθορίζει τις ανυπέρβλητες βιολογικές διαφορές μεταξύ των ανθρώπων.

Αυτές οι βιολογικές διαφορές υπήρξαν το γνωστικό αντικείμενο που οι πρώτες φυλετικές θεωρίες επιχείρησαν να περιγράψουν λεπτομερώς και να αναλύσουν ποσοτικά.

Ετσι, ήδη από τον 17ο αιώνα, διάφορες θεωρίες επιχείρησαν:

(1) να εξηγήσουν με επιστημονικά και όχι με θρησκευτικά επιχειρήματα τις ανατομικές και πνευματικές ιδιαιτερότητες των ανθρώπων σε σχέση με τα κατώτερα ζωικά είδη (πιθήκους) και
(2) να δικαιολογήσουν «εξελικτικά» την ανωτερότητα της λευκής φυλής σε σχέση με τις άλλες εμφανώς πρωτόγονες φυλές των «υπανθρώπων» που συναντούσαν οι Ευρωπαίοι στις μακρινές αποικίες τους.

Οι φυλετικές διαφορές του ανθρώπινου είδους

Πράγματι, η έννοια της «φυλής» ή της «ράτσας» υιοθετείται από τη νεωτερική επιστήμη για να περιγράψει τα άγνωστα, μέχρι τότε, ζωικά και φυτικά είδη αλλά και τους παράξενους ανθρώπινους πληθυσμούς που ο δυτικοί άνθρωποι συναντούσαν στις εξερευνήσεις τους στα πέρατα της Γης.

Για παράδειγμα, στο περίφημο ταξινομικό έργο του «Systema Naturae» ο μεγάλος Σουηδός ταξινόμος Κάρολος Λινναίος χωρίζει το ανθρώπινο γένος (Homo) σε δύο βιολογικά είδη: στους ανθρώπους (Homo sapiens) και στους τρωγλοδύτες (Homo troglodytes), το δεύτερο είδος περιλαμβάνει τους ανθρωπόμορφους πιθήκους.

Ωστόσο, πρώτη φορά το 1758, ο Λινναίος εισάγει στη δέκατη έκδοση του βιβλίου του τη νέα ταξινομική κατηγορία «φυλή» για να περιγράψει -με βάση κυρίως τη γεωγραφική καταγωγή και το χρώμα του δέρματος- τα διάφορα υποείδη ή ράτσες του είδους μας (Homo sapiens): Αμερικανούς, Ασιάτες, Αφρικανούς, Ευρωπαίους και τους διάφορους τερατώδεις ανθρώπους (Monstruosus).

Πώς όμως εξηγείται η εντυπωσιακή ποικιλομορφία (σωματική και πολιτισμική) του ανθρώπινου είδους και ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα στα βιολογικά-σωματικά και τα πνευματικά-πολιτισμικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων;

Αραγε, είχαν δίκιο οι «πολυγενετικές» θεωρίες που ισχυρίζονταν ότι οι ανθρώπινες «φυλές» ήταν διαφορετικά ζωικά είδη που προήλθαν από ξεχωριστές διεργασίες δημιουργίας ή, αντίθετα, αποτελούσαν διαφορετικές ποικιλίες που προέκυψαν σταδιακά από ένα μόνο πρωταρχικό είδος, όπως υποστήριζαν οι «μονογενετικές»;

Κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα, η οξύτατη διαμάχη ανάμεσα στους οπαδούς των μονογενετικών και πολυγενετικών θεωριών δεν ήταν μόνο επιστημονική αλλά είχε και σοβαρές πολιτικές επιπτώσεις: ανάλογα με το ποια από τις δύο εξηγήσεις υιοθετούσε ο λευκός αποικιοκράτης όφειλε να αλλάξει τη στάση του απέναντι στις φυλές των «αγρίων» και στα ανθρώπινα δικαιώματα που αυτές διέθεταν εκ φύσεως ή όχι.

Διόλου περίεργο λοιπόν ότι οι οπαδοί της πολυγενετικής προέλευσης των ανθρώπινων φυλών οδηγούνταν σε μία ρατσιστική ανάγνωση της ανθρώπινης ιστορίας και οι φυσικές ανισότητες μεταξύ των ανθρώπινων φυλών όχι απλώς δικαιολογούσαν τη βαρβαρότητα των αποικιοκρατών αλλά επέβαλλαν την εξάλειψη των «υπανθρώπινων φυλών».

Πάντως, αξίζει να σημειωθεί ότι και οι πρώτες μονογενετικές θεωρίες για την προέλευση των ανθρώπινων φυλών δεν προσέφεραν μία αντικειμενική ή απαλλαγμένη από τις δυτικές ιδεοληψίες περιγραφή των «άλλων» ανθρώπων.

Η μονογενετική ερμηνεία των ανατομικών και ανθρωπολογικών δεδομένων υποστήριζε ότι οι σημερινές ανθρώπινες φυλές προέκυψαν όχι από τη βιολογική εξέλιξη και τη σταδιακή διαφοροποίηση του αρχικού ανθρώπινου είδους αλλά από τον εκφυλισμό και την υποβάθμιση του πρωταρχικού και τέλειου είδους των λευκών ανθρώπων της καυκάσιας φυλής.

Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, λοιπόν, τα εμπειρικά δεδομένα της επιστήμης διαπλέκονται και ερμηνεύονται κατά το δοκούν υπέρ της κυρίαρχης φυλετικής ιδεολογίας της εποχής!

Το πρόβλημα με τις μονογενετικές θεωρίες ήταν ότι δεν διέθεταν κανέναν εύλογο βιολογικό μηχανισμό ικανό να εξηγεί και να επιβεβαιώνει με παλαιοντολογικά δεδομένα τον εκφυλισμό της πρωταρχικής και τέλειας λευκής φυλής που δημιουργήθηκε κάπου στον Καύκασο και από εκεί εξαπλώθηκε σε όλο τον πλανήτη.

Μία εξάπλωση και προσαρμογή σε νέες αντίξοες περιβαλλοντικές συνθήκες που, όπως εσφαλμένα υπέθεταν, είχε ως συνέπεια τον σταδιακό εκφυλισμό της πρωταρχικής… άριας φυλής.

Είναι σαφές ότι η δυτική σκέψη δεν ήταν ακόμη σε θέση να απαλλαγεί από τις θρησκευτικές εμμονές της υπέρ μιας άχρονης, αμετάβλητης και τέλεια σχεδιασμένης -από τον Θεό ή τη φύση- πραγματικότητας.

Μόνο μετά την ανάπτυξη των εξελικτικών ιδεών του Δαρβίνου, η επιστημονική σκέψη θα ανακαλύψει τους ακριβείς μηχανισμούς που διαμορφώνουν τη ζωική και την ανθρώπινη ποικιλομορφία, ανατρέποντας κάποιες ιδιαίτερα επίμονες μεταφυσικές αλλά και κοινωνικές προκαταλήψεις αιώνων.

Αναζητώντας τα «φυλετικά» γονίδια

Αν στη βιολογία ως «φυλή» ορίζεται η ομάδα ή ο πληθυσμός των ζώων που, ενώ ανήκουν στο ίδιο είδος, παρουσιάζουν ορισμένα διακριτά βιολογικά χαρακτηριστικά (φυλή = υποείδος), τότε το γεγονός ότι, επί αιώνες, οι επιστήμονες δεν κατάφεραν να καταλήξουν σε μία κοινά αποδεκτή φυλετική ταξινόμηση των ανθρώπινων ομάδων οφείλεται προφανώς στην ανυπαρξία διακριτών «φυλών» μέσα στο ανθρώπινο είδος.

Ωστόσο, κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα, οι ειδικοί άρχισαν να προσφεύγουν στη συγκριτική και στατιστική ανάλυση του ανθρώπινου DNA θεωρώντας ότι, σε τελευταία ανάλυση, στα γονίδια θα πρέπει να αναζητηθούν οι διαφορές μεταξύ των ανθρώπων.

Μία από τις πιο συστηματικές μελέτες πραγματοποιήθηκε από τον Ρίτσαρντ Λιούοντιν (R. Lewontin), τον διάσημο γενετιστή στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ.

Αυτός ο προοδευτικός και ιδιοφυής ερευνητής κατάφερε, κατά τη δεκαετία του 1970-1980, να επινοήσει μία αποτελεσματική μέθοδο ακριβούς συσχέτισης της ορατής ανθρώπινης ποικιλομορφίας με τα γονίδιά μας. Κατάφερε δηλαδή να αναλύσει και να συσχετίσει στατιστικά τις γενετικές διαφορές ανάμεσα στις ανθρώπινες «φυλές».

Το εντυπωσιακό συμπέρασμα των ερευνών του -που επιβεβαιώθηκαν κατόπιν από πολλές άλλες σχετικές μελέτες- ήταν ότι η γενετική ποικιλομορφία μεταξύ διαφορετικών και γεωγραφικά απομακρυσμένων πληθυσμών είναι ελάχιστη, ενώ η γενετική ποικιλότητα μεταξύ ατόμων του ίδιου πληθυσμού που ζει στον ίδιο τόπο είναι αναλογικά πολύ μεγαλύτερη!

Επιπλέον, οι πρόσφατες έρευνες γεωγραφικής γενετικής, όπως αυτές του διάσημου Ιταλού Λ.Κ. Σφόρτσα (L.C. Sforza) και των μαθητών του, επιβεβαίωσαν ότι οι διαφοροποιήσεις στη γενετική και ανατομική ποικιλομορφία δεν παρατηρούνται σε γεωγραφικά προκαθορισμένα «πακέτα», δηλαδή στις τοπολογικά διαφορετικές «φυλές» του ανθρώπινου πληθυσμού: οι περισσότερες γονιδιακές παραλλαγές είναι σταθερά κατανεμημένες σε όλους τους υπάρχοντες ανθρώπινους πληθυσμούς που ζουν σε κάθε μήκος και πλάτος του πλανήτη μας.

Εχοντας ξεπεράσει τις ιδεολογικές προκαταλήψεις του παρελθόντος, η σύγχρονη έρευνα σχετικά με τις «φυλετικές» διαφορές του ανθρώπινου είδους επικεντρώνεται κυρίως στην ιατρική και κλινική μελέτη των γονιδιακών διαφορών που εμφανίζουν ορισμένες ομάδες και μικροί ανθρώπινοι πληθυσμοί.

Οι ειδικοί μελετούν αυτές τις γενετικές διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό ενός πληθυσμού με σκοπό να ανακαλύψουν τους βιολογικούς μηχανισμούς που διευκολύνουν ή εμποδίζουν την εμφάνιση ορισμένων ασθενειών.

Βέβαια, στις κοινωνίες όπου κυριαρχούν τα συμφέροντα των μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών ακόμη η ιατρική-θεραπευτική έννοια της «φυλής» ή της «φυλετικής» προδιάθεσης για ορισμένες ασθένειες μπορεί να αποδειχθεί εξίσου παραπλανητική ή και επικίνδυνη με τις κοινές ρατσιστικές προκαταλήψεις.

Το βέβαιο είναι ότι, σήμερα, η απίστευτη γενετική και μορφολογική ποικιλομορφία του ανθρώπινου είδους δεν μπορεί πλέον να εξηγείται με απλοϊκά και ύποπτα κοινωνικά ιδεολογήματα, όπως είναι οι ανθρώπινες «φυλές».