Αναμφισβήτητα ο 20ος αιώνας υπήρξε ο αιώνας της τεχνολογίας και της επιστήμης. Μία τεχνολογική έκρηξη πυροδότησε την κατασκευή συσκευών,

οι οποίες δεν μπορούσαν να αγγίξουν ούτε την πιο τολμηρή φαντασία. Έντονη αίσθηση προκάλεσαν οι ανακαλύψεις του τρανζίστορ, το οποίο χρησιμοποιείται ως θεμέλιος λίθος σε όλα τα ψηφιακά συστήματα και το ολοκληρωμένο κύκλωμα, το δημοφιλές chip για τους περισσότερους, που εκτόξευσε την κατασκευή πληθώρας ηλεκτρονικών συστημάτων. Όλη αυτή η ασύλληπτης ταχύτητας τεχνολογική εξέλιξη, όπως είναι λογικό, οδήγησε σε διάφορες παραφιλολογίες και σκοτεινά σημεία γύρω από το θέμα, εφόσον δεν ήταν δυνατό ο απλός χρήστης τέτοιων συσκευών να γνωρίζει τεχνικές λεπτομέρειες από το χώρο της ηλεκτρονικής και της φυσικής.

Ειδικότερα, με τη χρήση των κινητών τηλεφώνων, τα οποία εξαιτίας της φύσης τους είναι πηγές ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, εντάθηκε ένα κλίμα, το οποίο δημιούργησε αρκετό σκοταδισμό σχετικά με τις επιπτώσεις τους στην ανθρώπινη υγεία. Συγκεκριμένα τα κινητά τηλέφωνα εκπέμπουν ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία στην μπάντα των ραδιοσυχνοτήτων -το φάσμα που χρησιμοποιείται και στη ραδιοφωνία – η οποία είναι μη ιονισμένη ενέργεια, ήτοι δεν προκαλεί ιονισμό της ύλης. Ο ιονισμός είναι η απώλεια ή η πρόσληψη ηλεκτρονίων από τα ισορροπημένα, ως προς το φορτίο, άτομα, δηλαδή τα άτομα που έχουν ίσο αριθμό πρωτονίων και ηλεκτρονίων. Μία πιο διεξοδική μελέτη του ατόμου, καθώς και το πως αυτό απορροφά και εκπέμπει ενέργεια θα έκανε πιο κατανοητό τον φυσικό μηχανισμό που κρύβεται στο βάθος αλλά ξεφεύγει από τα πλαίσια του εν λόγω άρθρου. Για να αντιληφθούμε ποιοτικά την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, αξίζει να σημειώσουμε ότι και το ορατό φως αποτελεί μία μικρή περιοχή του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος με τη διαφορά ότι η ενέργεια που φέρει διεγείρει το ανθρώπινο αισθητήριο όργανο, τον οφθαλμό. Κατά τα άλλα δεν διαφέρει σε τίποτα, όσον αφορά τη φύση του (σ.σ. το ορατό φως), από το υπόλοιπο φάσμα του ηλεκτρομαγνητισμού παρά μόνο ως προς την ενέργεια και κατ’ επέκταση το πως αλληλεπιδρά με την ύλη.

Είναι γνωστό, έπειτα από πολλές επιστημονικές μελέτες ότι η έκθεση σε ιονισμένη ακτινοβολία, δηλαδή ακτινοβολία υψηλών ενεργειών, όπως οι ακτίνες x και οι ακτίνες γ αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου. Ωστόσο, πλήθος ερευνών που έχουν γίνει σχετικά με την επίδραση της μη ιονισμένης ενέργειας στον άνθρωπο δεν έχει προκύψει καμία ουσιαστική απόδειξη ότι αυτού του είδους η ακτινοβολία έχει αρνητικές επιπτώσεις. Η μοναδική γνωστή βιολογική επίδραση που προκαλεί η έκθεση σε ραδιοσυχνότητες είναι η αύξηση της θερμοκρασίας των ανθρώπινων ιστών. Καθημερινά, βρισκόμαστε εν αγνοία μας σε έναν ωκεανό ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, ο οποίος προέρχεται από φυσικές πηγές εκπομπής, όπως είναι ο Ήλιος, η μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου, η κοσμική ακτινοβολία, η ακτινοβολία μέλανος σώματος κλπ. Βέβαια, η ισχύς αυτών των ακτινοβολιών που καταλήγει να απορροφάται από τους ιστούς μας είναι εξασθενημένη, πράγμα που δεν μπορεί να εξασφαλίσει νομοτελειακά ότι η μη ιονισμένη ακτινοβολία είναι αβλαβής.

Εγείρεται τελικώς το ζήτημα εάν η χρήση του κινητού τηλεφώνου σχετίζεται με την δυνητική εμφάνιση όγκου στον εγκέφαλο. Ο IARC (International Agency for Research on Cancer), κλάδος του παγκόσμιου οργανισμού υγείας (WHO – World Health Organization) έχει κατατάξει τη χρήση των κινητών τηλεφώνων στην κατηγορία «πιθανώς καρκινογόννα στους ανθρώπους». Το παραπάνω σημαίνει ότι ενδέχεται να υπάρχει κίνδυνος καρκινογένεσης που να σχετίζεται με την ακτινοβολία ραδιοσυχνοτήτων, αλλά δεν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις που να ομολογούν ότι θεωρείται αιτία κι ως εκ τούτου χρήζει περαιτέρω διερεύνησης. Συγκεκριμένα, με έκδοση του στις  31 Μαίου 2011, αναφέρει ότι “Ο Οργανισμός Παγκόσμιας Υγείας/IARC έχει κατατάξει τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία των ραδιοσυχνοτήτων ως πιθανώς καρκινογεννή στους ανθρώπους (Group 2B), βασιζόμενος στον αυξανόμενο κίνδυνο για γλοίωμα, ένα κακοήθες είδος καρκίνου του εγκεφάλου, που σχετίζεται με τη χρήση ασύρματων τηλεφώνων”. Προφανώς, ο WHO επιδιώκει να προφυλάξει το κοινό από ένα φαινόμενο για το οποίο δεν έχουμε ακόμα ενδείξεις ότι μπορεί να μας βλάψει βιολογικά και τίποτα περισσότερο.

Διεθνείς αναγνωρισμένοι οργανισμοί, όπως η Federal Communications Commission (FCC), το U.S. Centers for Disease Control and Prevention (CDC), το U.S. Food and Drug Administration (FDA) δηλώνουν ότι δεν προκύπτει επισήμως κάποια σύνδεση μεταξύ της έκθεσης σε ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία ραδιοσυχνοτήτων και της εμφάνισης καρκίνου ή άλλων ασθενειών. Εφόσον, όμως, δεν έχει αποφανθεί η επιστήμη για το εν λόγω φαινόμενο, κάποιος ο οποίος επιθυμεί να προστατευθεί από τους υποψήφιους κινδύνους που ενέχει η χρήση του κινητού τηλεφώνου οφείλει να κάνει τα παρακάτω. Κατά πρώτον, θα πρέπει να ελέγχει την τιμή του ρυθμού ειδικής απορρόφησης (Specific Absorption Rate – SAR) κατά την αγορά μιας νέας ασύρματης συσκευής, ο οποίος είναι ένας δείκτης που δηλώνει την απορρόφηση ισχύος της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας από τους ανθρώπινους ιστούς ανά χιλιόγραμμο (kg) σωματικού βάρους. Όσο μικρότερη είναι η τιμή του δείκτη SAR τόσο το καλύτερο. Επιπλέον, μπορεί να περιορίσει την άσκοπη και υπερβολική χρήση της συσκευής επιλέγοντας άλλον τρόπο επικοινωνίας, όταν αυτό είναι εφικτό και τέλος να κάνει χρήση ακουστικών (hands-free).