Γερμανιώτικο ευθυμογράφημα: «Κούτσι – κούτσι, λύκε» (δηλαδή, έλα – έλα, λύκε)

 

 

Εισαγωγικό σημείωμα

 

Την παλαιά εποχή, πριν το έτος 1965, όλοι σχεδόν οι Γερμανιώτες ήταν γεωργοκτηνοτρόφοι και είχαν στην κατοχή τους πολλά ζώα, μικρά και μεγάλα. Τα παιδιά των εν λόγω αγροτών αγαπούσαν πολύ τα μικρά ζώα τους κι έπαιζαν με αυτά. Όταν κάποιο παιδί ήθελε τότε να προσκαλέσει κοντά του κάποιο αρνάκι, κατσικάκι, πουλαράκι, μοσχαράκι, έπαιρνε στο χέρι του λίγο καρμά (= σπασμένο καρπό καλαμποκιού) το άπλωνε προς το μέρος του μικρού ζώου κι έλεγε π.χ.: «Κούτσι – κούτσι αρνάκι», δηλαδή, «έλα- έλα εδώ αρνάκι». Κι αυτό πήγαινε πρόθυμα κοντά του κι έπαιζαν μαζί.

 

«Κούτσι – κούτσι, λύκε»

Κατά την εικοσαετία 1920-40, υπήρχαν αρκετοί κάτοικοι του Γέρμα που κυνηγούσαν στα βουνά και τα δάση του χωριού διάφορα θηράματα, κυρίως λαγούς και αγριογούρουνα για το νόστιμο κρέας τους, και λύκους, αλεπούδες και κουνάβια για το πολύτιμο δέρμα τους. Οι Γερμανιώτες αυτοί σκότωναν τα θηράματα συνήθως με κυνηγητικά όπλα, μερικές φορές όμως χρησιμοποιούσαν και άλλα μέσα και τεχνάσματα, όπως: α)τον «πλάνο», που ήταν ένα ζωντανό κατσικάκι δεμένο κατά τις νυχτερινές ώρες σε ένα δενδρύλλιο, ως δόλωμα για τους λύκους, β) τη «γούρνα», που ήταν ένα βαθύ όρυγμα μήκους 2 μ. περίπου, πλάτους 1 μ., και ύψους 2 μ., για τον εγκλωβισμό αγριόχοιρων, και γ) την «παγίδα», που ήταν μία ειδική θηλιά από ατσάλινο σύρμα για τη σύλληψη κουναβιών.

Οι πιο ικανοί κυνηγοί εκείνης της περιόδου ήταν δύο, ο Θανάσης Λιάντζης, αδελφός του Παπαγγελή, και ο Μίλιος (Μιλτιάδης) Αλεξίου. Οι κυνηγοί αυτοί ανέβαιναν κατά τους χειμερινούς μήνες στο ψηλό βουνό «Τσιούκα», εντόπιζαν μια «γουρνόστρατα» (= μονοπάτι απ’ το οποίο διάβαιναν αγριόχοιροι), έσκαβαν εκεί μια μεγάλη «γούρνα» και την κάλυπταν με κλαδιά δέντρων και φύλλα, για να πέσει μέσα της κάποιο αγριογούρουνο και να το σκοτώσουν.

Αυτό έπραξαν και μια βροχερή ημέρα της αναφερόμενης χρονικής περιόδου. Ανέβηκαν στην «Τσιούκα», άνοιξαν ένα όρυγμα σε κατάλληλο σημείο, το κάλυψαν καλά, και το επόμενο πρωινό πήγαν να ιδούνε αν είχε παγιδευτεί εκεί κάποιο ζώο.

Πρώτος έτρεξε στη «γούρνα» ο Θανάσης Λιάντζης, έσκυψε πάνω της με ανυπομονησία και διέκρινε αμυδρά κάποιο ζώο που πηδούσε να βγει απ’ αυτήν. Προσπάθησε να ιδεί καλύτερα και τότε ξαφνικά γλίστρησε και βρέθηκε χωρίς να το καταλάβει στον πάτο του ορύγματος, μαζί με έναν άγριο λύκο. Έντρομος είδε το λύκο στριμωγμένο σε μια γωνιά, να γρυλίζει και να δείχνει τα φοβερά δόντια του. Τότε ο Θανάσης, παραπαίοντας από το φόβο του, άπλωσε ασυναίσθητα το χέρι του προς το λύκο και σαν να ήταν (ο λύκος) ένα άκακο αρνάκι τον προσκάλεσε κοντά του λέγοντας «Κούτσι – κούτσι (= έλα – έλα), λύκε»(!).

Και ο λύκος δεν έχασε την ευκαιρία. Πήδηξε πάνω στον ώμο του Θανάση και με ένα σάλτο βρέθηκε έξω από το όρυγμα κι εξαφανίστηκε στο παρακείμενο δάσος. Στη στιγμή έφθασε εκεί και ο Μίλιος και βοήθησε τον κατατρομαγμένο φίλο του Θανάση να βγει σώος από το όρυγμα.

Αυτό το απρόοπτο κι ευτράπελο γεγονός έγινε αμέσως γνωστό σε όλο το χωριό και το διηγούνται μέχρι σήμερα οι κυνηγοί και οι λοιποί κάτοικοι του Γέρμα.

Επιμέλεια: Γιώργος Τ. Αλεξίου