Μαθήματα παρασκευής κολλύβου στον Ναό του Αγίου Νικάνορος

Μαθήματα παρασκευής κολλύβου ξεκίνησαν στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικάνορος Καστοριάς, τα οποία παραδίδει ο Εφημέριος του Ναού μας Πρωτ. Βασίλειος Μπογιατζής.

Ο π. Βασίλειος στο πρώτο του μάθημα μίλησε για τη σημασία του κόλλυβου στην ορθόδοξη λατρεία, ενώ στα επόμενα μαθήματα θα διδάξει τον τρόπο παρασκευής.

Τα μαθήματα πραγματοποιούνται κάθε Τρίτη και ώρα 6.00 μ.μ. στην αίθουσα του Ιερού Ναού του Αγίου Νικάνορος.

ΤΟ ΚΟΛΛΥΒΟ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΛΑΤΡΕΙΑ

Στην Εκκλησία μας ανέκαθεν υπήρχε η καλή παράδοση να πηγαίνουν κόλλυβα στην εκκλησία, είτε για τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων , είτε για τις εορτές των Αγίων μας. Αυτή την παράδοση ας κρατήσουμε και εμείς και ας την μεταβιβάσουμε και στις επόμενες γενιές. Τα παιδιά βλέποντας τη μητέρα και τη γιαγιά να ετοιμάζουν κόλλυβα ή να ζυμώνουν πρόσφορο, και συμμετέχοντας και τα ίδια όσο μπορούν, διδάσκονται στην πράξη.

Τα κόλλυβα[1] είναι βρασμένο σιτάρι, το όποιο σιτάρι είναι σύμβολο του ανθρώπινου σώματος, επειδή το ανθρώπινο σώμα τρέφεται και αυξάνει με το σιτάρι. Γι’ αυτό άλλωστε και ο Κύριος παρομοίασε το θεουπόστατο Σώμα Του με το σπυρί του σιταριού[2]: «το σπυρί του σιταριού εάν πέφτοντας στη γη δεν πεθάνει, μένει μοναχό του (και δεν πολλαπλασιάζεται) εάν όμως πεθάνει, πολύ καρπό φέρνει». Είπε εξάλλου και ο μακάριος Παύλος[3]: «εκείνο πού εσύ σπέρνεις δεν ζωογονείται, εάν πρώτα δεν πεθάνει» και τούτο, γιατί θάβεται στη γη το νεκρό σώμα και σαπίζει, όπως ακριβώς συμβαίνει και με’ το σπυρί του σιταριού. Απ’ αυτή, λοιπόν, την παρομοίωση πήρε την αφορμή ή Εκκλησία του Χριστού και τελεί τα αποκαλούμενα κόλλυβα, τόσο αυτά πού προσφέρονται στα μνημόσυνα των κεκοιμημένων, όσο και αυτά πού προσφέρονται στις εορτές των αγίων.

Τα κόλλυβα για τους κεκοιμημένους συμβολίζουν την κοινή μας ανάσταση. Όπως ο σπόρος του σιταριού πέφτει στη γη, θάβεται, χωνεύεται, σαπίζει και στη συνέχεια φυτρώνει καλύτερος και ωραιότερος, έτσι και το νεκρό σώμα του ανθρώπου θάβεται στη γη, λιώνει και σαπίζει, για να αναστηθεί και πάλι άφθαρτο, ένδοξο και αιώνιο. Δυστυχώς, η ουσιαστική αυτή προσφορά προς τους κεκοιμημένους αδελφούς μας, τόσο από λειτουργική όσο και από σωτηριολογική οπτική, τα τελευταία χρόνια έχει υποστεί αλλοιώσεις και διαφοροποιήσεις που τείνουν να απαξιώσουν τη σημασία και το μέγεθος του Μυστηρίου. Οι γιαγιάδες μας τα παλαιότερα χρόνια, προσέφεραν κεράσματα, πίττες και γλυκά κατά τα Ψυχοσάββατα, αλλά έξω, στην αυλή της Εκκλησίας. Μέσα στο Ναό, προσκόμιζαν τα κόλλυβα μόνο για την ακολουθία. . Θα μπορούσαμε νά πούμε πως η ετοιμασία των κολλύβων αποτελεί ένα ευλογημένο εργόχειρο προς ωφέλεια της ψυχής και εργασία των εντολών του Θεού. Η μνήμη του θανάτου σε συνδυασμό με την μονολόγιστη ευχή υπέρ αναπαύσεως των κεκοιμημένων κατά την προετοιμασία των κολλύβων, όπως και κατά το ζύμωμα προσφόρου για την Θεία Λειτουργία, βοηθούν πολύ στην εγρήγορση της ψυχής. Με αυτόν τον τρόπο τιμάται η παράδοση και επισφραγίζεται το νόημα με το οποίο περιβάλλει ἡ Εκκλησία το ευλογημένο Ψυχοσάββατο.

Ας δούμε τι έλεγε για τα μνημόσυνα ο μακαριστός π. Παίσιος[4] :» Όσοι βρίσκονται στον Άδη μόνο ένα πράγμα θα ήθελαν από τον Χριστό: να ζήσουν πέντε λεπτά για να μετανοήσουν. Εμείς που ζούμε, έχουμε περιθώρια μετανοίας, ενώ οι καημένοι οι κεκοιμημένοι δεν μπορούν πια μόνοι τους να καλυτερεύσουν την θέση τους, αλλά περιμένουν από εμάς βοήθεια. Γι’ αυτό έχουμε χρέος να τους βοηθούμε με την προσευχή μας. Περισσότερο μάλιστα συγκινείται ο Θεός όταν προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους παρά για τους ζώντες. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας έχει τα κόλλυβα, τα μνημόσυνα. Τα μνημόσυνα είναι ο καλύτερος δικηγόρος για τις ψυχές των κεκοιμημένων.  Έχουν τη δυνατότητα και από την κόλαση να βγάλουν τη ψυχή. Κι εσείς σε κάθε Θεία Λειτουργία να διαβάζετε κόλλυβα για τους κεκοιμημένους.»

Και σύμφωνα με τον Βλαστάρη «εφθός σίτος», δηλαδή βρασμένο σιτάρι, είναι τα κόλλυβα και όχι άβραστο κυρίως βέβαια και πρωτίστως, για να μπορούμε να τα τρώμε. Και τα τρώμε τα κόλλυβα, εξαιτίας του θαύματος πού έκανε ο Άγιος Θεόδωρος ο Τηρών, αυτός που καθιέρωσε τα κόλλυβα, το πρώτο Σάββατο των Νηστειών, προστάζοντας (σε θείο όραμα) τον Αρχιερέα να βράσει σιτάρι και να το μοιράσει στους Χριστιανούς. Ο δεύτερος λόγος για τον όποιο βράζουμε το σιτάρι είναι, για να φανερώνεται με το βράσιμο ή διάλυση και ή φθορά των σωμάτων των κεκοιμημένων καθώς τα κόλλυβα των μνημοσύνων, όπως είπαμε, αποτελούν σύμβολο της ανάστασης των νεκρών, με πρότυπο την Ανάσταση του Κυρίου .

Επίσης, παρασκευάζονται κόλλυβα και για τις πανηγύρεις Αγίων για να τιμήσουν την μνήμη τους. Τα κόλλυβα αυτά παρασκευάζονται με τον ίδιο τρόπο, άλλα λόγω του εορταστικού χαρακτήρα τους έχουν εκλεπτυσμένο και περίτεχνο στολισμό και μετά την ειδική ευχή που διαβάζονται από τους ιερείς μοιράζονται και αυτά στους πιστούς. Η παρασκευή αυτών των κολλύβων επιφέρει εξίσου σημαντική ευλογία στους πιστούς από τους τιμωμένους Αγίους που τα δέχονται ως προσφερόμενα δώρα.

[1] Η λέξη προέρχεται από τον κόλλυβο (αρχαία ελληνικά), που αρχικά σήμαινε κόκκο δημητριακών καρπών (και με την έννοια αυτή πέρασε στα κόλλυβα) και έπειτα το πολύ μικρό νόμισμα.

[2]  12 κεφάλαιο του κατά Ιωάννη αγίου Ευαγγελίου

[3]  Προς Κορινθίους Α’ επιστολή, κεφάλαιο 16

[4]Από τον Δ’ τόμο, Οικογενειακή Ζωή, Λόγοι του π.Παισίου, Εκδόσεις Ιερό Ησυχαστήριο Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος