Διακόσια χρόνια μετά την έκδοσή του το έργο της Μέρι Σέλεϊ γίνεται αντικείμενο μελέτης και προβληματισμού για τα τεκταινόμενα στη σύγχρονη επιστήμη

Είναι 18 Ιανουαρίου 1803. Ο Τζορτζ Φόστερ, που κρίθηκε ένοχος από αγγλικό δικαστήριο για τον φόνο της συζύγου και της κόρης του, θα εκτελεστεί δι’ απαγχονισμού. Και κατά την επικρατούσα συνήθεια, το πτώμα του θα δοθεί στους ανατόμους εκείνης της εποχής. Συνήθως διάσημους, ευυπόληπτους γιατρούς και ταυτόχρονα κυνηγούς πτωμάτων με ύποπτες διασυνδέσεις. Διότι δεν ήταν και εύκολο να τα βρεις και να τα έχεις αμέσως μόλις έχει φύγει η ζωή από αυτά και προτού αρχίσει η αποσύνθεσή τους.

Είχε καθιερωθεί λοιπόν οι εγκληματίες μετά την εκτέλεσή τους να περνούν στη συνέχεια και από το νυστέρι του ανατόμου, που έκανε τη νεκροτομή μπροστά σε θεατές, είτε αυτοί ήταν συνάδελφοί του, είτε φοιτητές της Ιατρικής που πλήρωναν για να μάθουν. Συχνά παρακολουθούσαν και όλοι όσοι είχαν την περιέργεια και την αντοχή για αυτό το θέαμα.

Ειδικά εκείνη την ημέρα υπήρχε και ένα επιπλέον «νούμερο» στην επίδειξη. Ενα Ιταλός, ο σινιόρ Αλντίνι, είχε φθάσει στο Λονδίνο κουβαλώντας και μία από τις πρώτες μπαταρίες ηλεκτρικού ρεύματος, φτιαγμένη από 40 πλάκες ψευδαργύρου και 40 πλάκες χαλκού και θα έδειχνε τα αποτελέσματα της επίδρασης του ηλεκτρισμού ακόμη και σε ένα σώμα που μόλις είχε φύγει από μέσα του η ζωή. Οπως ανέφεραν οι «Τάιμς» σε σχετική αναφορά τους την επομένη, το θέαμα που αντίκρισαν οι θεατές ήταν φοβερό. Διοχετεύοντας ρεύμα στα δυο αφτιά του πρόσφατα απαγχονισμένου Φόστερ, έβλεπαν το κεφάλι να πηγαίνει αριστερά και δεξιά ενώ κουνήθηκαν ακόμη και τα χείλη και τα βλέφαρα. Μόνον η προσπάθεια να μπει και πάλι σε λειτουργία η καρδιά δεν πέτυχε. Ωστόσο εκείνη η εποχή υπήρξε πλούσια σε τέτοια περιστατικά. Καθημερινές ήταν οι προσπάθειες με τη διοχέτευση ηλεκτρικού ρεύματος να επανέλθουν στη ζωή άνθρωποι που την είχαν χάσει, είτε από πνιγμό είτε από σφοδρές πτώσεις.

Ενα δέντρο μεγαλώνει στο Λονδίνο

Τη στιγμή που συνέβαιναν όλα αυτά, ένα κορίτσι γεννημένο στην ίδια πόλη τον Αύγουστο του 1797 μεγάλωνε έχοντας χάσει τη μητέρα του από τον πρώτο χρόνο της γέννησής του. Η μητέρα Μέρι Γουόλστονκραφτ δεν ήταν τυχαίο άτομο. Ηταν μία από τις πρώτες φεμινίστριες σε μια εποχή όπου αυτό ήταν σχεδόν αδιανόητο αλλά και πολύ δύσκολο και, εκτός των άλλων, είχε και σημαντικό συγγραφικό έργο. Το παιδί που έφερε στον κόσμο και δεν πρόλαβε να χαρεί έμελλε να γίνει και εκείνη κάτι ιδιαίτερο. Μεγαλώνοντας στην αρχή μόνον με τον πατέρα της, τον Γουίλιαμ Γκόντγουιν, που ήταν εκδότης αλλά και ο ίδιος συγγραφέας, μάλλον επαναστατικών για την εποχή του βιβλίων με θέμα τις ριζοσπαστικές κοινωνικές αλλαγές στον απόηχο της Γαλλικής Επανάστασης, είχε την τύχη(!) να μην πάει σχεδόν καθόλου στο συμβατικό σχολείο. Μεγάλωνε με γκουβερνάντα, αποκτούσε πολύ ανοιχτές ιδέες για τον κόσμο με βάση τα όσα της μάθαινε ο αντιμοναρχικός πατέρας της, τα όσα διάβαζε στα βιβλία του, τις επισκέψεις της οικογένειας σε μουσεία και ενδιαφέροντα θεάματα και τα όσα ανακάλυπτε στην αξιόλογη βιβλιοθήκη του σπιτιού τους. Είχε επίσης την τύχη στο σαλόνι του ίδιου αυτού σπιτιού να έρχονται ως επισκέπτες σημαντικές προσωπικότητες της εποχής, όχι μόνον λογοτέχνες αλλά και επιστήμονες, όπως γιατροί, μηχανικοί, που τις συζητήσεις τους άκουγε η μικρή Μέρι μερικές φορές ακόμη και κρυμμένη κάτω από τον καναπέ. Μαζί με την ερεθιστική ανάμνηση μιας μητέρας που ποτέ δεν γνώρισε αλλά μέσα από τα δικά της βιβλία ανακάλυπτε ότι ήταν κάτι το ιδιαίτερο και αξιομίμητο.

Ετσι, στα δεκαεπτά της χρόνια, η Μέρι, αρκετά ανεξάρτητη πνευματικά ώστε να υπομένει μια σκληρή και χωρίς να έχει πολλά να της δώσει μητριά, φεύγει με έναν άνδρα πέντε χρόνια μεγαλύτερό της, μόλις χωρισμένο από την πρώτη του σύζυγο. Δεν ήταν κάποιος τυχαίος αλλά ένας ποιητής, από εύπορη οικογένεια αλλά στα μαχαίρια με αυτήν, που είχε αρχίσει να αποκτά όνομα αφού τα ποιήματά του θεωρήθηκαν αξιοπρόσεκτα, αν και έως τότε, στο κολέγιο του Ιτον, όπου δεινοπάθησε, είχε δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις φυσικές επιστήμες, τις κατασκευές και τα πειράματα. Ομως ο Πέρσι Σέλεϊ έμελλε να μείνει στη μνήμη όλων περισσότερο για το ποιητικό του έργο.

Η Μέρι μεγάλωσε σαν ένα δέντρο που φύτρωσε σε δύσκολο έδαφος και πήρε μπόι κάπως παράξενα, αλλά είναι αλήθεια πως του δόθηκαν στην αρχή της ζωής του όσα χρειαζόταν ώστε να προσφέρει στο τέλος και αυτό καρπούς που έχουν ήδη ζωή δύο αιώνων.

Λίμνη της Γενεύης: Ιστορίες τρόμου

Τον Μάιο του 1816 μια αξιόλογη παρέα εγκαθίσταται σε δυο σπίτια γύρω από τη λίμνη της Γενεύης. Η Μέρι με τον Πέρσι Σέλεϊ, η ετεροθαλής αδελφή της με τον γνωστό μας πιο πολύ ως Λόρδο Βύρωνα και τον γιατρό του Τζον Πολιντόρι. Σκοπός τους ήταν να περάσουν εκεί ένα ωραίο καλοκαίρι με τον ανάλογο καιρό. Ομως μια έκρηξη ηφαιστείου στην Ινδονησία από το 1815 είχε στείλει στον ουρανό τόση πολλή στάχτη και άλλα αιωρούμενα σωματίδια που οι ακτίνες του ήλιου έφθαναν στην επιφάνεια της Γης με τόση λίγη θερμική ενέργεια ώστε το καλοκαίρι θύμιζε περισσότερο κακό χειμώνα. Ετσι η παρέα ήταν αναγκασμένη να μένει κλεισμένη μέσα και να βρίσκει διάφορους τρόπους να περνάει την ώρα της. Εκτός από τις αναμενόμενα μακρές, έως και τα ξημερώματα, παθιασμένες και ενδιαφέρουσες συζητήσεις της αποφασίζει να γράψει το κάθε μέλος από μια ιστορία τρόμου και να τη διαβάσει στους άλλους.

Η Μέρι, όχι και στα καλύτερά της, έχοντας ήδη χάσει ένα πρόωρα γεννημένο μωρό, όντας έγκυος ξανά και με ταραγμένες τις σχέσεις της με τον Σέλεϊ αρχίζει να γράφει στα δεκαοκτώ της τη δική της ιστορία.

Μια ιστορία για έναν επιστήμονα που αφού μάθει όσα του έδωσαν οι πανεπιστημιακές σπουδές του, αποφασίζει να κατασκευάσει από το μηδέν ένα πλάσμα που θα του έδινε ο ίδιος ζωή και θα το κατηύθυνε όπως εκείνος νόμιζε καλύτερα. Συνθέτοντας το σώμα του από διάφορα μέλη ήδη νεκρών ανθρώπων και εμφυσώντας του τελικά ζωή με εντελώς τεχνητό τρόπο. Κατά τη συγγραφέα, αυτό το ρεαλιστικά αδύνατον εγχείρημα, ιδιαίτερα με τις τόσο ελλιπείς για την εποχή γνώσεις γύρω από αυτά, δεν είναι το πρόβλημα που θέλει να προβάλει.  Θεωρεί λοιπόν ότι μπορεί να έλθει στον κόσμο αυτόν το «δημιούργημα». Αλλά το τι θα συμβεί και με ποιες συνέπειες για τους γύρω του όταν θα γίνει πραγματικότητα η παρανοϊκή αυτή ιδέα είναι το σημαντικότερο και αυτό που δίνει τεράστιο ειδικό βάρος στο βιβλίο.

Το βιβλίο μιας κοπέλας που ήταν μόλις είκοσι ετών όταν το παρέδωσε στην τελική του μορφή, με επιμελητή και σε αρκετά σημεία συν-συγγραφέα τον σύζυγό της, έναν σημαντικό για την εποχή του ποιητή. Είναι μάλλον αστείο σήμερα να σκέπτεσαι ότι χρειάστηκαν μακρές διαπραγματεύσεις για να γίνει δεκτό από κάποιον εκδότη, αφού είχε ήδη απορριφθεί από τον πρώτο. Και εμφανίζεται τελικά το 1818, ακριβώς διακόσια χρόνια από σήμερα. Σε 500 μόλις αντίτυπα και χωρίς ένδειξη για το ποιος ήταν ο συγγραφέας του έργου!

Δημιουργώντας το «τέρας»

Ενα έργο που ακόμη και σήμερα έχει τη δύναμη να προβληματίζει, ανεξάρτητα από την πλοκή που επινόησε η νεαρή αλλά όπως φαίνεται αρκετά ώριμη συγγραφέας του. Δύο είναι οι πρωταγωνιστές. Ο Βίκτορ Φρανκενστάιν έχει σπουδάσει Χημεία και αποφασίζει ότι με τις γνώσεις που έχει αποκτήσει μπορεί να συναρμολογήσει από τα μέλη διαφόρων ανθρώπων που δεν βρίσκονται πλέον στη ζωή έναν νέο άνθρωπο, το «δημιούργημα» όπως το αποκαλεί. Και όχι μόνον το δημιουργεί αλλά καταφέρνει να το κάνει να ζωντανέψει. Την ίδια στιγμή όμως βλέποντας το αποτέλεσμα των προσπαθειών του τρομάζει και το εγκαταλείπει. Μόνο και αβοήθητο, με πολύ άσχημη όψη, μηδενικές γνώσεις γραφής και ανάγνωσης αλλά και για την επιβίωσή του, καταφέρνει με τις δικές του δυνάμεις να μάθει να επικοινωνεί στοιχειωδώς. Θα ζητήσει μάλιστα κάποια στιγμή από τον δημιουργό του να φτιάξει και μια σύντροφο για να νιώσει πιο ζεστά μέσα στον παγωμένο και εχθρικό περίγυρο που υποχρεώθηκε να ζει. Ο Φρανκενστάιν αρνείται και βρίσκεται μπροστά στην πολύ βίαιη αντίδραση του δημιουργήματός του, που βάφεται και από το αίμα τριών προσφιλών του προσώπων. Η δράση και ο πόλεμος μέχρι την τελική εξόντωσή τους μεταφέρεται από την Ελβετία στους πάγους της Αρκτικής.

Η Κάθριν Χάρκαπ είναι χημικός. Εχει γράψει ήδη δύο βιβλία. Το ένα από αυτά εμφανίστηκε τον Μάρτιο του 2018, και στις τριακόσιες πυκνογραμμένες σελίδες του η συγγραφέας προσπάθησε να δώσει στον αναγνώστη όσο γίνεται περισσότερα εφόδια για να καταλάβει το πού βασίστηκε η Μέρι Σέλεϊ για να κατασκευάσει αυτό τα μυθιστόρημα. Τι γνώριζαν οι άνθρωποι έως τότε για τον ηλεκτρισμό, για το πώς προκύπτει η ζωή, πώς είναι κατασκευασμένο το ανθρώπινο σώμα, πώς διατηρούνται τα μέλη του αμέσως μετά τον θάνατο, ποιες αντιδράσεις προκαλεί ένα πλάσμα εντελώς διαφορετικό από τους άλλους; Από το βιβλίο της Χάρκαπ καταλαβαίνουμε ότι ούτε οι γνώσεις της συγγραφέως ήταν αρκετές για να θεωρήσουμε σήμερα τον «Φρανκενστάιν» ως ένα έργο φαντασίας αλλά με έντονα διακριτή επιστημονική βάση (δηλαδή του είδους σκληρό science fiction) με τη σημερινή έννοια ούτε ότι οι γνώσεις της εποχής, στις αρχές του 19ου αιώνα, ήταν έστω και στοιχειωδώς αρκετές για να στηρίξουν τον μύθο του βιβλίου. Μάλλον ήταν άλμα σε ένα επιστημονικό κενό (από όπου προκύπτει και το μεγαλοφυές του έργου) που όμως μέσα σε δύο αιώνες  γέμισε με απίστευτα πολλές γνώσεις. Πρόκειται για μια εξαιρετική σύλληψη, που φέρνει και πάλι τον αναγνώστη, μετά από αιώνες, κοντά στην τραγωδία. Μπορεί εδώ να μην πρόκειται για θεϊκή συνωμοσία, με τον άνθρωπο να είναι εντελώς ανήμπορος να την εμποδίσει, καταλήγοντας στο να είναι «τραγικά» αβοήθητος. Εχει πατήσει το κουμπί και ο ίδιος, επίμονα και οικειοθελώς, για να πάρουν τα πράγματα ασυγκράτητα καταστρεπτική για αυτόν πορεία. Το όλο έργο όμως διαποτίζεται από καταστάσεις που συναντούμε και στην αρχαία τραγωδία.
Ξεκινά με συμπεριφορές που κινητήρια δύναμή τους είναι η ατομική ύβρις απέναντι στην επιστήμη και στους άλλους συναδέλφους του επιστήμονες. Στη συνέχεια ο ήρωας προκαλεί απροσδόκητη καταστροφή σε ανθρώπους που αγαπά, κατόπιν βρίσκεται σε μια τρικυμία ανυπόφορων συναισθημάτων, μεταξύ των οποίων ο τρόμος για ό,τι δημιούργησε μόλις πριν, ο φόβος για τη ζωή του, που του δημιουργούν αντανακλαστικά τη διάθεση να σκοτώσει και εκείνος, οι ερινύες, η αίσθηση ότι κανείς σε αυτόν τον κόσμο δεν μπορεί να τον βοηθήσει αφού αυτό που έκανε είναι τόσο παράλογο ώστε δεν τολμά να το πει καν στους άλλους.

Δύο αιώνες και ακόμη κρατάει

Και γιατί αυτό το βιβλίο να πιάνει χώρο σε σελίδες, όπως αυτές εδώ, που είναι αφιερωμένες στην επιστήμη σήμερα; Για τον ίδιο λόγο που το ΜΙΤ έκρινε καλό να προχωρήσει πέρυσι σε μια πολύ επιμελημένη έκδοση, όχι μόνον του κειμένου αλλά εμπλουτισμένη με σχόλια επιστημόνων σχεδόν σε κάθε σελίδα και με δοκίμια στο τέλος που αναφέρονται κυρίως στην ευθύνη όσων ανθρώπων ασχολούνται αυτή τη στιγμή με την έρευνα. Μπορεί η σύλληψη του μυθιστορήματος να έγινε ακριβώς τη στιγμή που οι άνθρωποι πάλευαν ακόμη να καταλάβουν το πώς (προσδι)ορίζεται η ζωή, τι είναι επιτέλους ο ηλεκτρισμός και πώς μπορείς με τη βοήθεια της ανατομίας των πτωμάτων, όχι μόνον ζώων αλλά και φτωχών και καταδίκων, να καταλάβεις τις λειτουργίες του σώματος. Και η Μέρι Σέλεϊ να είχε μια καλή γνώση για τις θεωρίες των μεγάλων ερευνητών της εποχής, όπως ο Χάμφρι Ντέιβι και ο Γιόζεφ Πρίστλεϊ, και λίγο πιο πριν ο θεμελιωτής της Χημείας, ο Λαβουαζιέ, αλλά περνώντας πίσω από την πρώτη αυτή επιφάνεια είδε την τριπλή ευθύνη του επιστήμονα απέναντι στην υπόλοιπη κοινωνία, απέναντι στο δημιούργημά του και στο πρόβλημα που δημιούργησε στη δική του προσωπική ζωή. Επιπλέον, ο Φρανκενστάιν δεν ανακοινώνει στην επιστημονική κοινότητα τα αποτελέσματα των ερευνών του. Και δεν είναι ανόητοι κάποιοι από τους δοκιμιογράφους στην έκδοση του ΜΙΤ που έφθασαν να συνδέσουν το έργο και με τη σημερινή κατάσταση στο Facebook.

Αλλά όχι μόνον αυτό. Ο Φρανκενστάιν κάποια στιγμή αρνείται να δημιουργήσει μια θηλυκή σύντροφο για το δημιούργημά του. Τρομάζει στη σκέψη ότι εξαιτίας του θηλυκού στοιχείου μπορεί πλέον να μην ελέγχει τα πλάσματά του. Εχει εμπιστοσύνη μόνον στα γένους αρσενικού ανδρείκελα που σχεδιάζει να δημιουργήσει. Και η Σέλεϊ το αναδεικνύει αυτό γιατί στην εποχή της το θεωρούσαν ακόμη δεδομένο. Ο φόβος της σεξουαλικής απελευθέρωσης των γυναικών υπήρχε από τότε.

Το πιο αξιοπρόσεκτο πάντως σημείο του μυθιστορήματος είναι στο τέλος, με την αυτοκτονία του δημιουργήματος, όπου η συγγραφέας θέτει ένα θέμα εξαιρετικά επίκαιρο ακόμη και δύο αιώνες μετά. Που το επισήμαναν και οι άνθρωποι του ΜΙΤ, εκεί από όπου προκύπτουν και διάφορα συγκροτήματα αυτόνομων μηχανισμών. Το δημιούργημα του καθηγητή Φρανκενστάιν παίρνει την απόφαση να αυτοκαταστραφεί. Αναρωτιούνται λοιπόν αν στις ημέρες μας ένα σύστημα που αυτοαναπαράγεται ακολουθώντας κάποιους κανόνες νανοτεχνολογίας και δεσμεύοντας παραγωγικές πηγές από το περιβάλλον, όταν δεν είναι εφοδιασμένο με τα απαραίτητα κυκλώματα αυτοελέγχου, θα μπορούσε να καταστρέψει όλον τον πλανήτη… Οπότε είναι απαραίτητο να διαθέτει ανάμεσα στα άλλα και τη δυνατότητα να αποφασίζει να εξοντώσει τον εαυτό του.

Ηδη έχει τεθεί ως θέμα προς συζήτηση το αν ένα αυτοκίνητο χωρίς οδηγό, που «αντιλαμβάνεται» ότι πάει να χτυπήσει έναν πεζό, θα στρίψει το τιμόνι και ας πέσει σε μια κολόνα παθαίνοντας ζημιά, όπως θα γινόταν αν υπήρχε άνθρωπος στη θέση του οδηγού. Και αν υπάρχει επιβάτης στο αυτοκίνητο το σύστημα τίνος το καλό θα επιλέξει;
Και κάτι ακόμη. Πότε για τελευταία φορά οι άνθρωποι του Facebook σκέφθηκαν το καλό όσων το χρησιμοποιούν;

in.gr