Μωάμεθ Β’ ο Πορθητής, αιμοδιψής τύραννος ή οξυδερκής ηγέτης; Ο πατέρας του τον έδερνε γιατί ήταν νόθος και τον μεγάλωσε η Ελληνίδα μητριά. Ο θάνατος από δηλητήριο

Ο Μωάμεθ Β’ ο Πορθητής έχει συνδεθεί άρρηκτα με τις πιο μαύρες σελίδες της ελληνικής ιστορίας. Βάναυσος, αδίστακτος, τυραννικός, είναι μερικοί από τους χαρακτηρισμούς που του προσδίδουν τα βιβλία στη χώρα μας.

Η διεθνής κοινότητα έχει άλλη άποψη: οξυδερκής ηγεμόνας, με σπουδαίες στρατηγικές ικανότητες και βαθιά γνώση της ελληνικής κουλτούρας.

Ήταν γιος του σουλτάνου Μουράτ του Β’ και μίας οθωμανής σκλάβας, η οποία όμως πέθανε όταν ήταν ακόμα μωρό. Έτσι, τον πήρε στην προστασία της η Μάρα, μία από τις άλλες γυναίκες του πατέρα του, και τον μεγάλωσε σαν δικό της παιδί. Ήταν μία γυναίκα ευγενικής καταγωγής με ελληνοσερβικές ρίζες, που είχε παντρευτεί τον Τούρκο σουλτάνο καθαρά για πολιτικούς λόγους.

Στο πλάι της έμαθε ελληνικά και διδάχθηκε τις αρχές του χριστιανικού δόγματος. Η ανατροφή αυτή προκαλούσε την οργή του πατέρα του, ο οποίος ήδη θεωρούσε τον Μωάμεθ κατώτερο από τους άλλους γιους του, διότι ήταν νόθος.

Μεγαλώνοντας, τον έδερνε διαρκώς και ανελέητα, σε βαθμό που ορισμένες φορές κόντεψε να τον σκοτώσει. Παρόλα αυτά, ο Μωάμεθ επέζησε. Και τελικά ήταν ο μόνος από τους αδερφούς του που τα κατάφερε, καθώς εκείνοι δολοφονήθηκαν. Έτσι, σε ηλικία μόλις 18 ετών ο νεαρός κλήθηκε να αναλάβει καθήκοντα σουλτάνου.

Με τη Μάρα πάντοτε στο πλευρό του, έθεσε ως στόχο να μετατρέψει το σουλτανάτο του σε μία μεγαλοπρεπή αυτοκρατορία. Προκειμένου να το πετύχει, ήξερε ότι η άλωση της Πόλης ήταν μονόδρομος. Η οθωμανική αυτοκρατορία χρειαζόταν ένα ισχυρό φυσικό κέντρο, που μέχρι τότε δε διέθετε.

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν ήδη αρκετά αποδυναμωμένη, όμως ο Μωάμεθ γνώριζε ότι η άτακτη προσφυγή στα όπλα δεν του εξασφάλιζε την επιτυχία. Ήταν ένα βραχυπρόθεσμο πλάνο που απαιτούσε μεθοδικό σχεδιασμό και στρατηγικές ικανότητες. Δύο γνωρίσματα που ο οθωμανός σουλτάνος διέθετε.

Αναπαράσταση της Άλωσης της Πόλης, του Benjamin Constant. Wikimedia Commons

Το σχέδιο για την Άλωση της Πόλης

Σταδιακά κατόρθωσε να απομονώσει διπλωματικά και στρατιωτικά πλήρως το Βυζάντιο από την υπόλοιπη Ευρώπη και από τους φυσικούς του συμμάχους. Υπέγραψε συνθήκες ειρήνης με γειτονικούς λαούς και ανανέωσε τις ήδη υπάρχουσες με τις ιταλικές δημοκρατίες. Αμέσως μετά, έφτασε στο Βόσπορο και οικοδόμησε ένα κάστρο, το Ρούμελη-Χισάρ, κλείνοντας έτσι τον ποταμό για τα εχθρικά πλοία.

Έχοντας αντιληφθεί τη στρατηγική σημασία των πολυβόλων όπλων, ξεκίνησε να κατασκευάζει κανόνια διαφόρου διαμετρήματος, προκειμένου να καταστρέψει τα απόρθητα τείχη. Η πρωτοβουλία αυτή τον κατέστησε έναν από τους πρώτους που έκαναν χρήση κανονιών σε επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας.


Το κάστρο Ρούμελη – Χισάρ που έχτισε ο Μωάμεθ ο Πορθητής το 1451 – 1452 πριν από την Άλωση της Κωνταντινουπολης

Η επιθυμία να κατακτήσει την Κωνσταντινούπολη είχε γίνει έμμονη ιδέα για τον νεαρό σουλτάνο. Λέγεται ότι έμενε άυπνος πολλές νύχτες, χαράσσοντας στο χαρτί το σχέδιο της πόλης και σημειώνοντας τα σημεία που μπορούσαν να προσβληθούν ευκολότερα.

Τελικά τον Απρίλιο του 1453 έφτασε μπροστά στην Κωνσταντινούπολη οδηγώντας ένα στρατό άνω των 100 χιλιάδων πολεμιστών. Μετά από σκληρή πολιορκία σαράντα επτά ημερών, η Πόλη έπεσε στις 29 Μαΐου 1453. Επακολούθησε σφαγή. Μέσα σε λίγες ώρες, η άλλοτε ένδοξη μητρόπολη της Μεσογείου είχε μετατραπεί σε έναν πελώριο υπαίθριο τάφο.

Μόλις το λουτρό αίματος κόπασε, ξεκίνησε η ανοικοδόμησή της. Άλλωστε ο Μωάμεθ είχε εκδηλώσει εξαρχής την επιθυμία να την κάνει πρωτεύουσα του κράτους του. Άρχισε να μεταφέρει πληθυσμούς από άλλες περιοχές και παράλληλα συνέχισε την κατάλυση της αυτοκρατορίας με μια σειρά από εκστρατείες εναντίον του Δουκάτου των Αθηνών, του Δεσποτάτου του Μυστρά, της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας και των φραγκικών ηγεμονιών του Αιγαίου.

Μέχρι το 1461 σχεδόν όλος ο γεωγραφικός χώρος που κάποτε αποτελούσε τον πυρήνα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας είχε καταλυθεί και ενωθεί ξανά σε ένα νέο κράτος.

Ο Μωάμεθ με τον Γεννάδιο που τον αναγνώρισε ως Πατριάρχη των ορθοδόξων Χριστιανών και του παραχώρησε προνόμια