Το ιερό άλσος δρυός στον Άι-Θανάση του χωριού “Βελανιδιά” Βοΐου

Γράφει ο Γιώργος Τ. Αλεξίου.

Οι αρχαίοι Έλληνες της Άνω Μακεδονίας κατοικούσαν, σύμφωνα με τους ιστορικούς συγγραφείς, σε μικρές διάσπαρτες κώμες και σε ολιγάνθρωπα πολίσματα. Αυτή η οικιστική τακτική τους συνεχίστηκε, ειδικά στην επαρχία Βοΐου, και από τους απογόνους τους, καθ’ όλους τους μετέπειτα αιώνες. Έτσι σήμερα, υπάρχουν στο οροπέδιο του Βοΐου πάμπολλοι μικροί οικισμοί, διασκορπισμένοι κι ευρισκόμενοι σε κοντινή απόσταση μεταξύ τους.

Στους προαναφερόμενους μικρούς οικισμούς του Βοΐου περιλαμβάνεται και το γραφικό χωριό με το όνομα Βελανιδιά. Το χωριό αυτό είναι κτισμένο κοντά σε ένα αρχαίο πόλισμα, του οποίου τα ενδιαφέροντα ερείπια βρίσκονται και είναι ορατά στην κορυφή ενός ομαλού γήλοφου, μέσα σε ένα όμορφο άλσος δρυός και πέριξ του εκεί υπάρχοντος μεταβυζαντινού ναού του Αγίου Αθανασίου. Ο εν λόγω εξοχικός ναός, σύμφωνα με την άποψη ενός τοπικού βυζαντινολόγου, είναι κτισμένος πιθανότατα στη θέση ενός αρχαιοελληνικού ναού, ίσως του Διός, που περιβαλλόταν και αυτός από το εκεί προϋπάρχον ιερό άλσος δρυός.

Όλα τα προαναφερόμενα τα γνωρίζει ο Καστοριανός δάσκαλος Γιώργος Αλεξίου. Για αυτό  και έχει επισκεφτεί το θεματικό άλσος δρυός πολλές φορές κατά το παρελθόν. Στις επισκέψεις του  παρατήρησε και περιεργάστηκε τον εντός του ευρισκόμενο μεταβυζαντινό ναό του Αγίου Αθανασίου, τριγύρισε συγκινημένος κι επί αρκετή ώρα ανάμεσα στις γέρικες βελανιδιές που τον περιβάλλουν, κι εξέτασε τα ευρισκόμενα στον ίδιο χώρο δύο σύγχρονά μας διακοσμητικά “μνημεία” (!), ένα Ντολμέν (: μεγαλιθικό μνημείο) κι ένα Μενχίρ (: επιμήκης όρθιος λίθος). Επίσης, είδε με της φαντασίας του τα μάτια τους αρχαίους Βοϊώτες να ενδιατρίβουν εκεί, θαύμασε τη συνολική ομορφιά του δασυλλίου, έλαβε αρκετές φωτογραφίες και κατόπιν επέστρεψε κατά το ηλιοβασίλεμα ενθουσιασμένος κι ευχαριστημένος στην Καστοριά.

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Ποίημα Αριστομένη Προβελέγγιου

Εσπερινός

Κατάκορφα το βράδυ βράδυ στα βουνά,

όταν ο ήλιος βασιλεύει δοξασμένος

με φωτοβόλα σύννεφα στεφανωμένος,

και πλέει ο κόσμος σε πελάγη φωτεινά,

………………………………………

το βράδυ – βράδυ στ’ ουρανού την αγκαλιά,

σαν σε καθρέφτη ξάστερο ζωγραφισμένα,

στέκουν τα δέντρα του βουνού σκοτεινιασμένα,

ακίνητα στα ύψη των, στη σιγαλιά.

…………………………………………………

Μοιάζουν με μαύρους, ρασοφόρους καλογήρους,

που πέμπουνε την βραδινή των προσευχή

απ’ την αγία, την ολόφωτη ψυχή,

ορθοί στους αναρίθμητους των χρόνων γύρους.