Αρλέτα: Το “μαγικό” σπίτι στα Εξάρχεια, το εγκεφαλικό πριν από συναυλία, ο “θετός” γιος και το τέλος στα 72

Η  Αρλέτα (Αριάδνη – Νικολέτα Τσάπρα), όπως ήταν το πραγματικό της όνομα γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, όμως την κέρδισε το τραγούδι, χωρίς ωστόσο να σταματά μέχρι το τέλος της ζωής της να ζωγραφίζει.

Της: Έπη Τρίμη

Έχει σχεδιάσει εξώφυλλα δίσκων και εικονογραφήσει βιβλία, ενώ σκίτσα και πίνακές της συμμετείχαν σε δύο ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής στην Τζιά και την Αθήνα.

Η εσφαλμένη εικόνα της εσωστρέφειας

Πολύς κόσμος όταν ακούει το όνομα της Αρλέτας, σκέφτεται συνειρμικά “νέο κύμα”. Κι όμως, πολύς καιρός έχει περάσει από τότε που η Αρλέτα πρωτοεμφανίστηκε στην ελληνική δισκογραφία, & έκανε αίσθηση με την ιδιαίτερη φωνή της και τις εκφραστικές και ευαίσθητες ερμηνείες της. Και παρ’ όλο που, πράγματι, τα πρώτα χρόνια της πορείας της η Αρλέτα αποτέλεσε έναν απ’ τους σημαντικότερους εκπροσώπους του πρωτοποριακού, τη δεκαετία του ΄60, “νέου κύματος”, στη συνέχεια, η μουσική της πορεία ακολούθησε πολύ διαφορετικούς & ενδιαφέροντες δρόμους.

Γενικά η εικόνα που έχει ο περισσότερος κόσμος για την Αρλέτα είναι αυτή μιας εσωστρεφούς τραγουδίστριας που ερμηνεύει χαμηλόφωνα, συνοδευόμενη μονάχα από την κιθάρα της. Όμως αυτή η εικόνα απέχει αρκετά απ’ την αλήθεια.

Στις ζωντανές εμφανίσεις της η Αρλέτα είναι αρκετά πιο εξωστρεφής απ’ ό,τι ίσως φαίνεται στα τραγούδια της, μιλάει στον κόσμο με χιούμορ και αμεσότητα, ενώ στις συνεντεύξεις που έχει δώσει κατά καιρούς φανερώνεται μία προσωπικότητα με πολλά ενδιαφέροντα, με εντελώς δική της οπτική γωνία και πολύ προσωπικό ύφος και στυλ. Στις μουσικές της επιλογές ήταν πάντα επιλεκτική & έπαιρνε ρίσκα στις συνεργασίες της: άλλωστε η Αρλέτα έχει αναφέρει επανειλημμένως ότι δεν νιώθει επαγγελματίας του τραγουδιού, παρ’ όλο που απ’ το τραγούδι ζει τόσα χρόνια- το τραγούδι είναι για αυτήν περισσότερο τρόπος ζωής.

Η αγάπη στην οικογένειά της και οι στενές φιλίες

Η Αρλέτα τους γονείς της τους λάτρευε, είχε και μία αδερφή. Η μαμά της έμενε δίπλα αλλά η Αρλέτα είχε ανεξαρτητοποιηθεί από μικρή. Καλοί της φίλοι ήταν η Σωτηρία Μπαβέλου, ο Κωτούλας, ο Σπανός, ο Παπαστεφάνου, ο Αντώνης Γλυκός ο γραφίστας, η Σάνυ Μπαλτζή, η Άννα Σταματοπούλου που της στάθηκε μέχρι το τέλος… Πιο παλιά ήταν και η Παυλίνα Παμπούδη. Είχε και μία πολύ καλή φίλη, μία φιλόλογο την οποία την αγγάρευε μάλιστα. Της άρεσε ας πούμε ένα άγαλμα στην Κύπρο, ή ένα κεφάλι αλόγου στο Βρετανικό Μουσείο. Έλεγε στη φίλη “Με ενδιαφέρει αυτό” και καθόταν η φίλη και της έγραφε ένα άρθρο με πληροφορίες, στοιχεία, επεξηγήσεις κ.λπ.

“Είμαι η χελώνα του μύθου”

Δεν μπορούσες να καταλάβεις, αν κάτι δεν της άρεσε της Αρλέτας. Δεν ήταν ένας άνθρωπος που γκρίνιαζε. Απλώς σιωπούσε. Έλεγε “Μάνα μου… αυτό…”. Και το χιούμορ της ακόμα οφειλόταν στο ότι ήταν ακριβολόγος. Σαν κάπως να έβαζε τα πράγματα στη θέση τους. Είχε ανατροπή. Νόμιζες ότι κάτι είναι έτσι, και στο ανέτρεπε. Είχε ένα πολύ χαρακτηριστικό γέλιο, πολύ σαρκαστικό. Έκανε κάτι σαν ελαφρύ φύσημα. Μιλούσε πολύ σιγά γιατί άκουγε τη φωνή της πολύ δυνατά μέσα στο κεφάλι της. Δεν μπορούσε να φωνάξει ή να τραγουδήσει παραπάνω. Στη δημιουργία επάνω ή στις συνεργασίες της ήταν αργή. Ήθελε να τα κρατάει τα πράγματα παραπάνω για να τα χωνεύει. Κάθε τι το ζύγιζε πολύ καλά. Η ίδια έλεγε “Είμαι η χελώνα του μύθου”».

Τα πρώτα βήματα στο τραγούδι και οι συνεργασίες με την αφρόκρεμα

Η Αρλέτα ξεκίνησε τη δισκογραφική της καριέρα τη δεκαετία του 1960, όταν ήταν σε άνθιση το «νέο κύμα» της ελληνικής μουσικής. Στα πρώτα της δισκογραφικά βήματα συνεργάστηκε με πολύ γνωστούς συνθέτες, όπως ο Γιάννης Σπανός, ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μίκης Θεοδωράκης.

Ο πρώτος δίσκος της το 1966 «Αρλέτα» περιελάμβανε τραγούδια των Γιάννη Σπανού, Νότη Μαυρουδή, Νίκου Χουλιαρά και Γιώργου Κοντογιώργου, από τα οποία ξεχώρισαν το «Μια φορά θυμάμαι», «Τις άδειες νύχτες» και «Το πέτρινο χαμόγελο».

 

Την ίδια περίοδο εμφανίζεται σε γνωστές μπουάτ της Πλάκας, ενώ λίγο αργότερα κυκλοφορούν οι δίσκοι της «Αρλέτα 2», «Στο ρυθμό του αγέρα» (1968), «12+1 τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι» (1969) και «Έξι μέρες» (1970).

Λίγο μετά τη χούντα τραγούδησε, μετά από πρόσκληση του Ζορζ Μουστακί, στο θέατρο «Bobino» στο Παρίσι. Ακολούθησαν δίσκοι όπως το «Romancero gitano» (1978) του Μίκη Θεοδωράκη (σε ποίηση Λόρκα και απόδοση Ελύτη), ενώ το 1981 ηχογραφεί το «Ένα καπέλο γεμάτο τραγούδια» (1981), τον πρώτο δίσκο με δικό της υλικό.

Το 1984 και το 1985 γνώρισε μεγάλη επιτυχία με τραγούδια που της έγραψαν ο συνθέτης Λάκης Παπαδόπουλος και η στιχουργός Μαριανίνα Κριεζή στους δίσκους «Περίπου» και «Τσάι Γιασεμιού».

Σε αυτούς ξεχώρισαν τα τραγούδια, όπως «Σερενάτα», «Τσάι γιασεμιού», «Τα ήσυχα βράδια» και «Βatida de coco».

Από το 1981 και μετά, η Αρλέτα άρχισε να επιμελείται η ίδια την παραγωγή των δίσκων της, οι οποίοι τις περισσότερες φορές περιείχαν τραγούδια πιστά στο ιδιαίτερο, χαμηλών τόνων στυλ της τραγουδίστριας. Αργότερα τραγούδησε κομμάτια του Νότη Μαυρουδή, ερμήνευσε παλιά κομμάτια των Αττίκ, Μιχάλη Σουγιούλ, Κώστα Γιαννίδη κλπ, ενώ σποραδικά συμμετείχε & σε διάφορους δίσκους (του Μανώλη Λιδάκη, του Σταμάτη Κραουνάκη, του Χρήστου Νικολόπουλου) ενώ έδωσε και τραγούδια που έγραψε η ίδια σε νεότερους τραγουδιστές Σοφία Βόσσου, Πέτρος Γαϊτάνος. Ενδιάμεσα, η Αρλέτα συνέχισε να γράφει και να ερμηνεύει η ίδια τα τραγούδια της (πολύ καλός ήταν ο δίσκος ¨Άσε τα κρυφά κρυμμένα” το 1991) αλλά και να επανεκτελεί παλαιότερα τραγούδια, όπως το 1993 στον δίσκο “Μετά Τιμής”.

Το 1997, συμπληρώνοντας 30 χρόνια στο τραγούδι, η Αρλέτα έδωσε δύο συναυλίες στον Λυκαβηττό και στο Θέατρο Δάσους Θεσ/νίκης, ένα είδος αναδρομής στη μακριά και πολύ ενδιαφέρουσα πορεία της.

Κάποιες από τις επιτυχίες της είναι τα: “Μια Φορά Θυμάμαι”, “Τα Μικρά Παιδιά”, “Το Λέει Και Το Τραγούδι”, “Ο Λύκος”, “Το Τραγούδι Της Δραχμής”, “Καφενείο”, “Σερενάτα”, “Έρχεται Κρύο”, “Τσάι Γιασεμιού”, “Τα Ήσυχα Βράδια”, “Batida de Coco”, “Μπαρ το Ναυάγιο”, “Λεωφορείο το 2”. Το 1997 κυκλοφόρησε το βιβλίο «Από πού πάνε για την Άνοιξη» με κείμενα, στίχους, σχέδια και ζωγραφιές της. (Εκδόσεις «Καστανιώτη»).

 

Η κυκλοφορία του βιβλίου της

Το 1997 η Αρλέτα κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Από που πάνε για την άνοιξη» (Εκδόσεις Καστανιώτη) με στίχους, πεζά και ζωγραφιές. Οι δυο τελευταίοι δίσκοι της ήταν ο διπλός «Και πάλι χαίρετε» (2009) και ο αγγλόφωνος «Demo» (2010) με δέκα τραγούδια που βρέθηκαν 35 χρόνια μετά την ηχογράφησή τους στο αρχείο της «Lyra» και τα οποία δεν είχαν κυκλοφορήσει ως τότε.

Το σπίτι με τις πολλές συλλογές

Η Αρλέτα στο σπίτι της οδού Δεληγιάννη έμεινε όλα τα χρόνια, μέχρι το περιστατικό με το εγκεφαλικό που έπαθε στον Βόλο. Τότε, επειδή το σπίτι ήθελε επισκευές και δεν μπορούσε να το φτιάξει, αποφάσισε και αγόρασε ένα σπίτι στην Κυψέλη και τα τελευταία της 8-9 χρόνια πριν το τέλος τα πέρασε εκεί. Αυτό των Εξαρχείων, όμως, ήταν το Μαγικό Σπίτι. Πολύς κόσμος τρόμαζε όταν έμπαινε μέσα γιατί έλεγαν, α, είναι ένα αχούρι. Αλλά ήταν ένας λαβύρινθος πραγμάτων.

Η Αρλέτα είχε μία συνήθεια, να κάνει πολλές συλλογές διαφόρων πραγμάτων που μετά τις σταματούσε. Είχε, ας πούμε, συλλογή από βόλους. Χιλιάδες παιδικούς βόλους που τους διάλεγε έναν-έναν, κοιτούσε τα νερά που έκαναν τα χρώματα. Ή, άλλο, είχε συλλογή από μικροσκοπικά, πλαστικά κουκλάκια, που ήταν γυμνά και φαλακρά μωρά. Επίσης της άρεσαν τα αυτοκινητάκια.

Μετά, για ένα καλοκαίρι, μάζευε ποτήρια μπίρας· πηγαίναμε στην μπιραρία στον πεζόδρομο της Δράκου και παίρναμε διαφορετικές μπίρες σε διαφορετικά ποτήρια. Αν της άρεσε το ποτήρι, ζητούσε να το αγοράσει και φυσικά της το χαρίζανε. Μια άλλη εποχή μάζευε παλιά κουτιά, από μπισκότα κ.λπ. Ή τις παλιές εκείνες ξύλινες ξύστρες για τα μολύβια που είχαν ένα ζωάκι από πάνω. Μάζευε και λαστιχένια παιδικά παιχνίδια, εκείνα που τα ζουλάς και βγάζουν έναν ήχο. Παλιά είχε και μία γάτα, όταν τη γνώρισα μόλις της είχε πεθάνει. Μετά πήρε έναν σκύλο που τον λάτρευε, ένα λευκό Πομεράνιαν που το έλεγε Σεβάχ.

Τα  σοβαρά προβλήματα υγείας και το τέλος

Στις 11 Φεβρουαρίου του 2008 ελάχιστα λεπτά πριν από την προγραμματισμένη της συναυλία στο Βόλο, η Αρλέτα λιποθύμησε καθώς υπέστη εγκεφαλική αιμορραγία. Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στο νοσοκομείο του Βόλου και οι γιατροί χαρακτήρισαν την κατάστασή της “σοβαρή”. Παρέμεινε στην εντατική του νοσοκομείου Βόλου σε καταστολή και σταθερή μα κρίσιμη κατάσταση, ωστόσο κατάφερε να αναρρώσει.

Η Αρλέτα πέθανε, σε ηλικία 72 ετών, στις 8 Αυγούστου 2017 στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» της Αθήνας, όπου νοσηλευόταν στη Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας. Την τελευταία δεκαετία της ζωής της αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας.

Ο “γιος” της Γιώργης

Μετά τον θάνατό της, στις 8 Αυγούστου του 2017, οι συγγενείς της Αρλέτας παρέδωσαν στον Γιώργη το αρχείο της, χιλιάδες σελίδες με σκίτσα, σκέψεις που έγραφε σαν αυτόματη γραφή, ζωγραφιές και ιδέες. «Ήταν μπλόγκερ από τα 70s, πριν από το μπλόγκινγκ. Μέσα σε αυτό το αρχείο βρήκα ένα φάκελο όπου είχε φυλαγμένα τα παιδικά μου γράμματα. Σε ένα, τις μέρες που θα έδινε συναυλία στη Ρεματιά, της έγραφα “πρόσεξε να μη σε πιάσει πάλι ο σβέρκος σου, να έχεις μαζί σου ένα μαντήλι· εγώ θα έχω ένα μαζί μου, αν χρειαστείς, θα μου φωνάξεις και θα στο φέρω”. Ήμουν μέσα στη ζωή της. Ήξερα τα περισσότερα από τα απλώς καθημερινά της θέματα. Αλλά δεν μου επιτρέπεται να πω. Αυτά είναι τα μυστικά μας.

Ο γλύπτης Κυριάκος Ρόκος (Κ) αποκαλύπτει γλυπτό αφιερωμένο στην Αρλέτα στους φίλους της που έχουν μαζευτεί σε γειτονιά των Εξαρχείων, όπου κατοικούσε επί πολλά χρόνια η πρόσφατα αποβιώσασα μουσικός, Αθήνα Κυριακή 21 Ιουνίου 2020. Οι φίλοι και γείτονες της Αρλέτας μαζεύτηκαν με την ευκαιρία της τοποθέτησης στη γειτονιά γλυπτού αφιερωμένου στη μνήμη της, το οποίο φιλοτέχνησε ο Κυριάκος Ρόκος και για το οποίο είχαν την πρωτοβουλία οι φίλοι της. ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΟΡΕΣΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Ο καθένας έχει πράγματα προσωπικά που δεν τα μοιράζεται ούτε καν με τον οικογενειακό του κύκλο. Ο καθένας έχει τον προσωπικό του κήπο. Με μένα ήταν πολύ διακριτική, μου έλεγε πράγματα όποτε νόμιζε ότι ήταν χρήσιμο. Κι αυτό συμπεριλαμβάνεται μέσα στα “μαθήματα” που έπαιρνα από αυτήν. Γι’ αυτό χαίρομαι, γιατί είχα μαζί της μία σχέση που πάει πιο βαθιά απ’ όσο πάει το “αίμα”», είχε πει.

ΠΗΓΗ:www.enimerotiko.gr