«Έφοδος» της Αστυνομίας σε εκκλησία στη Λευκόβρυση Κοζάνης μετά από καταγγελία – Βρίσκεται η Εκκλησία σε διωγμό και δεν το γνωρίζουμε; Του Γ. Τσακαλίδη

Λευκόβρυση Κοζάνης, Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2020. Γιορτή των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού. Περί τους τριάντα πιστοί έχουν συγκεντρωθεί στον ι. Ναό του Αγίου Νικολάου και παρακολουθούν με ευλάβεια τον όρθρο, ο οποίος βρίσκεται στις καταβασίες. Ξαφνικά κάνει την εμφάνισή του ένστολος και ένοπλος αστυνομικός. Στην αρχή έξω από τον Ναό και στη συνέχεια και μέσα στον Ναό. Απαιτεί να αδειάσει ο Ναός. Να παραμείνουν μόνο εννιά συνολικά άτομα. Αλλιώς είναι υποχρεωμένος να κόψει πρόστιμα των 150 Ευρώ σε καθέναν από τους πέραν των εννιά παρευρισκομένους και να κλείσει τον Ναό. Είπε ότι είχε καταγγελία. Οι πιστοί άρχισαν να εκφράζουν την αγανάκτησή τους τόσο για την καταγγελία, όποιος/α και αν την έκανε, όσο και για την παρουσία αστυνομικού μέσα στον Ναό. Με αυτά που γράφω δεν θέλω να ψέξω τον αστυνομικό, ο οποίος εκτελούσε εντολή. Ίσα-ίσα ήταν αρκετά ευγενικός. Ο ψόγος καταλογίζεται σ’ αυτούς που αποφασίζουν για την Εκκλησία χωρίς τον παραμικρό σεβασμό στην αυτονομία της για τα του οίκου της, και χωρίς σεβασμό στη συνταγματική επιταγή ότι η λατρεία όλων ανεξαιρέτως των θρησκευτικών ομάδων τελείται «ακολύτως».

Βγήκε ο ιερέας στην ωραία πύλη, διέκοψε τους ψάλτες και παρακάλεσε να αδειάσουν οι πιστοί τον Ναό κατ’ απαίτηση της αστυνομίας. Ένας ιεροψάλτης του συνέστησε να διακόψουμε σε ένδειξη διαμαρτυρίας την ακολουθία. Ο ίδιος όμως, προς τιμήν του, απήντησε: «Δεν θα κάνω το χατίρι του διαβόλου, γιατί μόνο αυτός θα χαρεί αν δεν γίνει η θεία λειτουργία». Πριν από μερικές ημέρες παρόμοιο περιστατικό συνέβη και στον ιερό Ναό Αγ. Δημητρίου Σιάτιστας ύστερα από καταγγελία και πάλι.

Είναι πρωτόγνωρα πράγματα αυτά που συμβαίνουν στις μέρες μας με την Εκκλησία εξ αιτίας του κορωνοϊού. Θυμίζουν τα χρόνια των διωγμών, όταν οι πιστοί, προκειμένου να λειτουργηθούν και να κοινωνήσουν κατέφευγαν στις υπόγειες κατακόμβες της Ρώμης, που ήσαν κοιμητήρια. Αναφέρονται μάλιστα και περιπτώσεις κατά τις οποίες οι διώκτες, όταν ανακάλυπταν την παρουσία Χριστιανών στις κατακόμβες έφραζαν την είσοδο με κλαδιά, έβαζαν φωτιά στα κλαδιά και άφηναν τους πιστούς να πεθάνουν σαν τα ποντίκια από ασφυξία, που δημιουργούσε ο καπνός των καιόμενων κλαδιών.

Και ερωτάται: Βρίσκεται η Εκκλησία σε διωγμό και δεν το γνωρίζουμε; Ποιος έδωσε το δικαίωμα στα αστυνομικά όργανα να εισβάλουν μέσα στους ναούς να διακόπτουν ιερές ακολουθίες και να απαιτούν να αδειάσουν οι ναοί από τους πλεονάζοντες πιστούς! Επανήλθαμε στο καθεστώς της «Νόμω κρατούσας πολιτείας» της δικτατορίας; Ποιος έδωσε το δικαίωμα να στοιβάζονται 25 και 30 μαθητές σε μια αίθουσα λίγων τετραγωνικών, ενώ στην Εκκλησία με δεκαπλάσια χωρητικότητα να επιτρέπεται η παρουσία μόνο εννιά συνολικά πιστών; Με ποια λογική επιτρέπεται στα πλοία πληρότητα 80%, στις αστικές συγκοινωνίες 65%, η οποία διαρκώς ξεπερνά και το 100%, στα αεροπλάνα μέχρι και 100%, και στην Εκκλησία ούτε καν 10%. Τα σούπερ-μάρκετς, που δέχονται έναν πελάτη ανά 10 τετραγωνικά μέτρα χωρητικότητάς τους και καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας έχουν πολύ ευνοϊκότερο καθεστώς απ’ την Εκκλησία.

Παραπονιέται ο κ. Χαρδαλιάς και ο κ. Μητσοτάκης, στο πρόσφατο διάγγελμά του, για τους συνομοσιολόγους και για τους αμφισβητούντες τους επιστήμονες και τους ειδικούς. Θα πρέπει όμως να γνωρίζουν και οι δύο ότι η συνομοσιολογία είναι μία ακρότητα, την οποία εκτρέφει η δική τους ασυνέπεια και μονομερής ακρότητα απέναντι στην Εκκλησία. Μαζεύτηκαν 20.000 έξω από το εφετείο των Αθηνών, ο ένας πάνω στον άλλο, και δεν τόλμησε κανείς από τους πολιτικούς, που τρέμουν το πολιτικό κόστος, να ψελλίσει το παραμικρό. Στην Εκκλησία όμως δεν επιτρέπουν την παρουσία ούτε τριάντα πιστών. Και εκπληρώνεται έτσι στα πρόσωπά τους ο αψευδής λόγος του Κυρίου. «Ουαί υμίν, γραμματείς και φαρισαίοι υποκριταί, …οι διυλίζοντες τον κώνωπα, την δε κάμηλον καταπίνοντες (Μτ. 23,24).

Ας γνωρίζουν όμως ότι αυτή η συμπεριφορά τους απέναντι στην Εκκλησία θα έρθει στιγμή που ίσως τους στοιχίσει πολύ ακριβά. Περιμένουμε από τη Διοικούσα Εκκλησία να υψώσει επί τέλους φωνή διαμαρτυρίας για όσα απαράδεκτα συμβαίνουν εκ μέρους της Πολιτείας.