Τα ελληνικά γλωσσικά ιδιώματα του Νομού Καστοριάς

Κείμενο στηριζόμενο στη αξιόλογη διδακτορική διατριβή τής άριστης φιλολόγου κ. Ελένης Παπαδάμου, που φέρει τον τίτλο «Το μορφολογικό σύστημα των βορείων ιδιωμάτων Καστοριάς (στο φως των σχέσεων διαλεκτολογίας και βαλκανικής γλωσσολογίας)».

Η περιοχή του Νομού Καστοριάς ήταν ανέκαθεν, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, ελληνόφωνη. Σε 21 χωριά του εν λόγω Νομού ομιλούνται ελληνικά γλωσσικά ιδιώματα, που ανήκουν στα βόρεια ιδιώματα (ΒΙ), και πιο συγκεκριμένα στη δυτική ζώνη των βορείων ιδιωμάτων. Στην πρωτεύουσα του Νομού, την πόλη της Καστοριάς, ομιλείται ιδίωμα που ανήκει στα ημιβόρεια τοιαύτα.

Τα βασικά και κύρια γνωρίσματα των προαναφερόμενων βορείων ιδιωμάτων (ΒΙ) είναι τα εξής δύο: 1) η στένωση των άτονων φωνηέντων μεσαίου ανοίγματος /e/ και /ο/ σε /i/ και /u/ αντίστοιχα { π. χ. νερό νιρό.// τόπος τόπους}, και 2) η αποβολή των άτονων κλειστών /i/ και /u/ {π.χ. Φεγγάρι φιγγάρ’ // πουλώ πλω }.

Απ’ τα παραπάνω δύο κύρια γνωρίσματα των Βορείων γλωσσικών ιδιωμάτων τού αναφερόμενου Νομού, το ιδίωμα της πόλης Καστοριάς έχει μόνο το πρώτο, δηλαδή τη στένωση των άτονων φωνηέντων μεσαίου ανοίγματος /e/ και /ο/ σε /i/ και /u/ και γι’ αυτό το ιδίωμά της κατατάσσεται στα ημιβόρεια στενωτικού τύπου. π.χ. Το Φιγγάρι, οι χουρουφυλάκοι.

Παρά τις ομοιότητές τους, τα ιδιώματα της Καστοριάς μπορούν να καταταγούν σε τρεις βασικές ομάδες, που διακρίνονται και γεωγραφικά. Οι ομάδες αυτές είναι:

1η Ομάδα. Γραμμοχώρια.

Επταχώρι, Ζούζουλη, Χρυσή, Πευκόφυτο, Κοτύλη, Κυψέλη, Πεύκο, Λάγκα, Βράχος.

2η Ομάδα. Νοτιοανατολική.

Γέρμας, Βογατσικό, Κωσταράζι.

3η Ομάδα. Νότια.

Μηλίτσα, Ασπροκκλησιά, Ασπρονέρι, Βοτάνι, Βέλος, Διαλεχτό, Αμμουδάρα, Αμπελόκηποι, Κορησός.

Μερικά από τα πολλά κι ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των Βορειοελληνικών ιδιωμάτων του Νομού Καστοριάς, που εντοπίστηκαν, επισημάνθηκαν και καταγράφηκαν από την προαναφερόμενη άριστη επιστήμονα φιλόλογο κ. Ελένη Παπαδάμου, παρουσιάζονται ακολούθως, με την ανάλογη βεβαίως προσαρμογή.

1.                 Στα αρσενικά σε -ος /ός δεν υπάρχει μορφολογική διάκριση ανάμεσα στην ονομαστική και την αιτιατική πληθυντικού. π.χ Ονομαστική: οι λαγοί. Αιτιατική: τ’ς λαγοί.

2.                 Στα ρήματα υπάρχει παραδειγµατικός τόνος µε καταστρατήγηση τού νόµου της τρισυλλαβίας και με παράλληλη ανάπτυξη δευτερεύοντα τόνου, π.χ. Έκουφτέτι (: κόβατε). Έτρουγέτι (: τρώγατε).

3.                 Το έµµεσο αντικείµενο εκφέρεται σε αιτιατική πτώση, µε εξαίρεση τα ιδίωµατα της Χρυσής και του Επταχωρίου που εκφέρονται σε γενική. π.χ. Έδωσα συγχαρητήρια (σ)τον Γιώργο. (: Έδωσα συγχαρητήρια του Γιώργου)

4.                 “Η απόδοση του µη πραγµατικού γίνεται µε τα µορφήµατα χανα και σπανιότερα χαλ’να, που είναι φορείς παρελθοντικότητας. Παράλληλα χρησιµοποιείται το µόρφηµα θανα. π.χ. Χθες χανα αγόραζα ένα ποδήλατο (: χθες θα αγόραζα ένα ποδήλατο). Προχθές θανα πήγαινα στην Καστοριά. (: Προχθές θα πήγαινα στην Καστοριά).

5.                 Υπάρχει διάκριση γενών στο γ΄ πρόσωπο του πληθυντικού της κτητικής αντωνυµίας, που καθορίζεται από το γένος των κτητόρων, π.χ. οι γυναίκις ήπιρναν τα κουρίτσα τις, οι άντρις έτρωγαν του φαγητό τς (: τους), αλλά τα πιδιά κάθουνταν στη γουνιά τα κτλ. Η χρήση της αντωνυµίας τα, όταν οι κτήτορες είναι ουδετέρου γένους απαντάται σε όλα τα Βορειοελληνικά ιδιώµατα της Καστοριάς. π. χ. Τα πιδιά φουρούσαν τς γραβάτις τα.

6.                 Ο ενεργητικός αόριστος µιας συγκεκριµένης οµάδας ρηµάτων σχηματίζεται σε -κα ή -σα, π.χ. έπιασα/έπιακα/να πιάκω, έφτιασα/έφτιακα/να φτιάκω. Οι αόριστοι σε -κα των ρηµάτων αυτών απαντούν μόνο στην οµάδα των Γραµµοχωρίων, ενώ τα υπόλοιπα ΒΙ ιδιώµατα σχηµατίζουν τους αορίστους αυτούς σε -σα.

 

Γιώργος Τ. Αλεξίου