Ψάξαμε στα ράφια των βιβλιοθηκών και βρήκαμε 6 τίτλους που διαβάζονται νεράκι από τις νέες εκδόσεις που κυκλοφόρησαν πρόσφατα.

Το lockdown συνεχίζεται με άγνωστη την ημερομηνία λήξης του, με αποτέλεσμα ο χρόνος που περνάμε στα σπίτια μας να παρατείνεται. Πάλι καλά που συνεχίζουν να βγαίνουν συνεχώς πολλοί κι ενδιαφέροντες τίτλοι βιβλίων, για να μας κρατήσουν συντροφιά κάνοντας την καραντίνα μας πιο υποφερτή. Για αυτό τον λόγο θα μοιραστούμε τις σκέψεις μας για 6 βιβλία που διαβάσαμε πρόσφατα και δεν μπορούσαμε να πάρουμε τα μάτια μας από πάνω τους. Όλα τους είναι από εκείνες τις περιπτώσεις που λέμε ότι τα διαβάσαμε κυριολεκτικά και μεταφορικά μονορούφι.

Αμερικανική Ψύχωση του Μπρετ Ίστον Έλις (εκδόσεις Οξύ)

Στην πίσω όψη της Αμερικανικής Ψύχωσης θα βρεις τα ακόλουθα: «Στα τέλη της «χορτασμένης» δεκαετίας του ’80, ένας από τους δεκάδες νεαρούς γιάπηδες της Γουόλ Στριτ, ο λάτρης του καλού γούστου και των εκλεπτυσμένων απολαύσεων Πάτρικ Μπέιτμαν, που απεχθάνεται τους ζητιάνους και θαυμάζει απεριόριστα τον… Ντόναλντ Τραμπ,  αρχίζει να βυθίζεται στον ίλιγγο της παράνοιας, του νοσηρού εγκλήματος και του απόλυτου κενού».

Πιο σύγχρονο από ποτέ το αριστούργημα του Μπρετ Ίστον Έλις, διαβάζεται σε μία μέρα, παρά τις 606 σελίδες του. Δεν γίνεται διαφορετικά σε τούτο το καθηλωτικό ανάγνωσμα, που μαζί με το Fight Club του Τσακ Πόλανιουκ  όρισαν μια ολόκληρη γενιά. Το ταλέντο του συγγραφέα είναι ορατό από την πρώτη κιόλας παράγραφο, όταν και γραπώνει τον αναγνώστη από το λαιμό και τον τραβά στο διεστραμμένο σύμπαν του Μπέιτμαν, όπου και θα συναντήσεις μια ολόκληρη εποχή επίπλαστης Έλις φτύνει μια σειρά από ευφυείς ατάκες που κόβουν σαν γυαλί με την αλήθεια τους και βουτά αχαρτογράφητο μέχρι τότε πεδίο που κρύβεται πίσω από τα δήθεν λαμπερά χαμόγελα της κοινωνικής ευμάρειας του δυτικού κόσμου.

Περιγράφει με την εκκεντρική του πένα όλα τα κακώς κείμενα και τις ατραπούς του υλιστικού κόσμου, της μανιώδους υπερκατανάλωσης και των επιφανειακών σχέσεων, όσο στέκεται ανηλεής απέναντι στο ανθρώπινο προσωπείο που συναντούν χιλιάδες γιάπηδες κάθε πρωί στον καθρέφτη τους. Δίχως άλλο αποσπάσματα του σύγχρονου αυτού αριστουργήματος πρέπει να διδάσκονται στα σχολεία.

Ημερολόγιο Επιβίωσης του Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες (Εκδόσεις Μεταίχμιο)

Δεν ξέρουμε αν ο Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες λατρεύει όσο εμείς τον Τσαρλς Μπουκόβσκι. Αν διαβάσεις ωστόσο οποιοδήποτε από τα βιβλία του δεν γίνεται να μην κάνεις αθέλητα τη σύνδεση των δύο στο μυαλό σου και να καταλάβεις για ποιον λόγο αναφέρονται στον Γκουτιέρες ως Μπουκόβσκι της Καραϊβικής. Στο Ημερολόγιο Επιβίωσης συμβαίνουν λίγο πολύ τα εξής: «Μετά την πρώτη του εκδοτική επιτυχία, τη Βρόμικη τριλογία της Αβάνας, ο Πέδρο Χουάν περιοδεύει για λίγους μήνες στην Ευρώπη. Με βάση τη Μαδρίτη, ταξιδεύει σε Ισπανία, Γερμανία και Ιταλία για να παρουσιάσει το βιβλίο του, αλλά και να συναντήσει παλιούς φίλους, φίλες ή/και ερωμένες. Ξεφυλλίζοντας το ημερολόγιό του από τους μήνες εκείνους, μας εξιστορεί την εμπειρία του, διανθισμένη με αναμνήσεις που έρχονται συνειρμικά στο μυαλό του: από την εφηβεία του και τις γυναίκες που τη στοίχειωσαν, τα βιβλία που έχει διαβάσει, τον φίλο του Φάμπιο που αποθανάτισε στη βρόμικη σάρκα και καλλιτέχνες με τους οποίους νιώθει εκλεκτικές συγγένειες, μουσικούς, συγγραφείς που αγαπά, στιγμές από την ιστορία της Κούβας».

Βουτηγμένο στο αλκοόλ και ποτισμένο με το άρωμα ερωτεύσιμων γυναικών το βιβλίο του Γκουτιέρες μοιάζει όντως με καλογραμμένο ημερολόγιο, που μέσα από σκόρπιες σκέψεις και μικρές σημειώσεις αναδύεται ένα σκληρό, βαθιά ρομαντικό και νατουραλιστικό ανάγνωσμα, που διαβάζεται μονορούφι. Η γραφή του Κουβανού συγγραφέα είναι θυελλώδης, ντόμπρα και καθόλου χειριστική απέναντι στον αναγνώστη. Δεν του προσφέρει κλισέ κι εύκολες λύσεις. Αντιθέτως σκάβει κάτω από την επιφάνεια των διαλόγων και φτάνει βαθιά μέσα από τα στήθια του, στο σημείο της καρδιάς που πάλλεται στην αλήθεια των γραφομένων του Γκουτέριεζ. Ειλικρινής, ωμός και βρωμόστομος ενίοτε σερβίρει ένα λουκούλλειο δημιούργημα που θες να καταβροχθίσεις σελίδα τη σελίδα.

Σκοτεινή μου Βανέσα της Κέϊτ Ελίζαμπεθ Ράσελ (Εκδόσεις Ψυχογιός)

Ένα κορίτσι με μαλλιά στο χρώμα του σφενταμιού, ένα κορίτσι δεκαπέντε ετών μα πιο ώριμο από την ηλικία του. Η Βανέσα Γουάι.

Ένας καθηγητής αλλιώτικος από τους άλλους. Ο κύριος Στρέιν.

Ακολουθεί ένα συνονθύλευμα από βλέμματα, μισοτελειωμένα ποιήματα και βιβλία που εξιτάρουν τη φαντασία και το συναίσθημα της Βανέσα. Ο κύριος Στρέιν την ξεχωρίζει, την θεωρεί διαφορετική. Την αγγίζει. Πέφτει στα γόνατά της και της λέει ότι θα την καταστρέψει. Όσα διαμείβονται μεταξύ τους είναι εντελώς ανάρμοστα. Ένας καθηγητής αποπλανεί μια μαθήτρια. Μα όχι, ο Στρέιν ζητά πάντα τη συναίνεσή της, δεν είναι τέτοιος άνθρωπος, είναι ερωτευμένος μαζί της. Δεν την κακοποιεί.

«Ο έρωτάς μου για σένα με στιγμάτισε ως διεστραμμένο», θα της χρεώσει χρόνια μετά.

Όταν η ιστορία τους βγαίνει στο φως, η Βανέσα – πιο δυνατή από τους δύο –  αναλαμβάνει την ευθύνη και αποβάλλεται από το οικοτροφείο. Στιγματίζεται για πάντα.

Το κεντρικό αφήγημα του μυθιστορήματος είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Το θύμα, ο θύτης, η συγκάλυψη, ο έρωτας, η διαστροφή, η κακοποίηση, ο βιασμός, έννοιες που κάνουν τον αναγνώστη να στροβιλίζεται στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση της ηρωίδας.

«Έχω τόσο πολλή ανάγκη να είναι όλο αυτό μια ιστορία αγάπης… Επειδή, αν δεν είναι ιστορία αγάπης, τότε τι είναι; […] είναι η ζωή μου. Αυτό ήταν όλη μου η ζωή».

Και είναι αυτή ακριβώς η φράση που συνοψίζει όλο το βίωμα της «σκοτεινής»  Βανέσα και  κάθε γυναίκας που βίωσε κάτι αντίστοιχο και βρέθηκε να παλεύει με τον ίδιο της τον εαυτό. Η Ράσελ αγγίζει με δεξιοτεχνία ένα ζήτημα τόσο ευαίσθητο, τόσο επίκαιρο, τόσο ξεκάθαρο και συνάμα τόσο διχαστικό. Η Βανέσα εξιστορεί τα γεγονότα απευθείας στον αναγνώστη, κι εκείνος δεν μπορεί να τιθασεύσει λέξεις, σκέψεις, ερωτηματικά και συναισθήματα, ως απόρροια αυτής της «αμφίδρομης» επικοινωνίας.

Χρόνια, μήνες, μέρες του Γιεν Λένκε (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια)

Ο Γιεν Λιένκε είναι ένας από τους πιο σημαντικούς συγγραφείς της Κίνας σήμερα. Το έργο του πολλές φορές έχει αποθεωθεί από κοινό και κριτικούς, ενώ κάποια βιβλία του έχουν απαγορευτεί μιας και αγγίζουν με σατιρικό τρόπο ευαίσθητες χορδές της χώρας. Στη νουβέλα του Χρόνια, μήνες, μέρες που κυκλοφόρησε στο τέλος του 2020 από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια, διαβάζουμε για «Ένα τρομερό κύμα ξηρασίας αναγκάζει τους κατοίκους ενός απομακρυσμένου ορεινού χωριού να τραπούν σε φυγή – όλους εκτός από έναν γέρο άνδρα κι ένα τυφλό σκυλί, που δεν μπορούν να κάνουν το εξουθενωτικό ταξίδι στα βουνά σε αναζήτηση τροφής και νερού. Ο γέρος φυλάει μία και μοναδική καλαμποκιά που έχει φυτρώσει στην άγονη γη. Αφιερωμένος σ’ αυτήν και στην ελπίδα που του δίνει, αγωνίζεται κάθε μέρα ενάντια στην ήττα, κερδίζει κάθε μέρα μια νίκη κόντρα στο θάνατο».

Μέσα στις 135 σελίδες του βιβλίου ο Λένκε προσφέρει ένα εθιστικό μικρό αναγνωστικό θησαυρό. Μέσα από τον λυρικό και βαθιά συμβολικό τρόπο γραφής του, ξετυλίγει μια ιστορία για τη δύναμη της ζωής, σε έναν κόσμο που μόνο αγγελικά πλασμένος δεν είναι. Ο Κινέζος συγγραφέας κρατά με στιβαρότητα τα γκέμια του ρυθμού του βιβλίου και ξεδιπλώνει ωσάν ενήλικο παραμύθι όσα διαδραματίζονται στο σύμπαν που δημιούργησε.

Όσο η ανάσα του χρόνου και του θανάτου βαραίνει στην πλάτη του ήρωα του, αποκαλύπτονται μυστικά που ξεπερνούν τα στενά πλαίσια των θρύλων του λαϊκού κινεζικού πολιτισμού. Διανθισμένο με κοφτές αλήθειες και μια οξυδερκή ματιά το Χρόνια, μήνες, μέρες μετρά αντίστροφα προς το τέλος που επίκειται καθόλη την ανάγνωση, αλλά δεν καθαίρει τον αναγνώστη εις γνώση του. Του παρέχει ωστόσο τα ανεκτίμητα εφόδια της γνώσης και της δύναμης που προκύπτει μέσα από το ασίγαστο πάθος του κεντρικού ήρωα για ζωή, που υπερνικά κάθε πρόσκαιρη κάθαρση.

Η Λόττε στη Βαϊμάρη του Τόμας Μαν (Εκδόσεις Πατάκη)

Εκτός από τις νέες κυκλοφορίες είμαστε ιδιαιτέρως τυχεροί οι αναγνώστες κι οι λάτρεις των κλασικών συγγραφέων για κάποιες εξαιρετικές επανεκδόσεις παλαιότερων τίτλων. Κάπως έτσι έχουμε την τύχη να βρίσκουμε τη Λόττε στη Βαϊμάρη από τον Τόμας Μαν σε ένα ακόμη καλαίσθητο βιβλίο με υπέροχο εξώφυλλο από τις εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση Θεόδωρου Παρασκευόπουλου. Το story του βιβλίου για όσους δεν γνωρίζουν είναι το κάτωθι «Η Λόττε Κέστνερ –η οποία ενέπνευσε στον Γκαίτε τη Λόττε του μυθιστορήματός του ‘Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου’, με το οποίο ο νεαρός τότε συγγραφέας απέκτησε φήμη σε όλη την Ευρώπη– αποφασίζει ένα ταξίδι «στη χώρα της νιότης»: καταφτάνει στη Βαϊμάρη με την επιθυμία να συναντήσει ξανά, ύστερα από περίπου μισό αιώνα, τον αγαπημένο της Γκαίτε. Η άφιξή της στο ξενοδοχείο της πόλης προκαλεί αναστάτωση. Όλοι θέλουν να δουν από κοντά την ηρωίδα του σπουδαίου μυθιστορήματος. Και ο ένας μετά τον άλλον της μιλούν για τον μεγάλο άνδρα που τους γητεύει όλους, φίλους και εχθρούς. Δημιουργείται έτσι, σταδιακά, μια εικόνα του Γκαίτε από τις αφηγήσεις των άλλων, που λειτουργούν σαν κάτοπτρα, το καθένα εκ των οποίων αντανακλά και μια διαφορετική πλευρά της ύπαρξής του. Ώσπου στη μέση αυτής της «αίθουσας των κατόπτρων» εμφανίζεται εντέλει ο ίδιος ο Γκαίτε, τόσο αληθινός, που ο αναγνώστης νιώθει σχεδόν την ανάσα του».

Για το ταλέντο του Τόμας Μαν, δεν χρειάζεται να προσθέσουμε τίποτα σε όσους επαίνους έχουν δικαιολογημένα προηγηθεί. Θα γράψουμε μόνο αυτό. Καταλαβαίνεις ότι διαβάζεις ένα αριστούργημα, όταν διαβάζεις περισσότερες από 500 σελίδες σε δυο μερόνυχτα κι ενώ καταριέσαι την τύχη σου που χρειάζεται να δουλέψεις, αντί να αφιερώσεις ψυχή και σώμα, σε αυτόν τον ογκόλιθο της λογοτεχνίας. Με εξαιρετική μαστοριά ο Τόμας Μαν, απιθώνει μια συγκλονιστική ιστορία, που δεν σου αφήνει πολλά περιθώρια παρά να υποκλιθείς στην έμπνευση του και τη λογοτεχνική του δεινότητα.  Ο Τόμας Μαν γράφει εξόριστος το αριστούργημα του κι ενώ η χιτλερική Γερμανία του έχει αφαιρέσει την ιδιότητα του Γερμανού πολίτη και περνά στο έργο του όλη την τραγικότητα που βιώνει ενώ ξετυλίγει το εύθραυστη ανθρώπινη ύπαρξη με τρόπο αν μη τι άλλο σπαραξικάρδιο.

Οι αναμνήσεις ενός αντισημίτη του Γκρέγκορ Φον Ρετσόρι (εκδόσεις Δώμα)

Δύσκολα θα βρεις άνθρωπο που να έχει διαβάσει τις Αναμνήσεις ενός αντισημίτη και να μην μαζεύει το σαγόνι του από το πάτωμα. Πρόκειται αναμφίβολα για ένα λογοτεχνικό έργο βαθιά υποτιμημένο, που θα έπρεπε να συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα της νεότερης λογοτεχνίας. «Παιδί» του Γκρέγκορ Φον Ρετσόρι, πρόκειται μάλλον για τον ορισμό του βιβλίου που δεν μπορείς να αφήσεις από τα χέρια σου, αν δεν φτάσεις προηγουμένως στο τέλος. Μια ενδεικτική περίληψη του βιβλίου μπορείς να βρεις εδώ .

Οι αναμνήσεις ενός αντισημίτη σε ξεβολεύουν μιας και προκαλούν τους φύλακες της πολιτικής ορθότητας που ασυναίσθητα πολλές φορές θεριεύουν μπροστά στο ευαίσθητο του θέματος. Ωστόσο αυτός ο ρυθμός που βάζει τις λέξεις στη σειρά σε παρασύρει μέσα σε έναν ειλικρινέστατο σχεδόν παραληρηματικό λόγο, που σίγουρα ξεπερνά τους ήρωες του, σκεπάζοντας με τις αφηγηματικές φτερούγες του ολόκληρη την εποχή στην οποία διαδραματίζεται. Μέσα από το σαρδόνιο χιούμορ του κατακρεουργεί τους ηθικούς φραγμούς που μπορεί να έχεις ως αναγνώστης, κάνοντας σε κοινωνό στο δυσκολότερο παιχνίδι που φτιάχτηκε ποτέ. Αυτό της επιβίωσης σε μια πνιγηρή κοινωνία.

ΠΗΓΗ:https://www.in2life.gr/