Ήταν όντως αγνά και αθώα τα παλιά τα χρόνια ή μήπως ο κόσμος δεν μιλούσε και κρύβονταν;

Λόγω της φύσης της εργασίας μου, έρχομαι σε επαφή με ανθρώπους κάθε ηλικίας. Όταν συζητώ με τους ηλικιωμένους, συχνά ακούω να λένε πόσο καλύτερα ήταν τα παλιά τα χρόνια. Πόσο αθώα ήταν τα πράγματα, ότι δεν υπήρχε κίνδυνος, κανείς δεν πείραζε κανέναν.

Περπατούσες άνετα στο δρόμο, άφηνες τις πόρτες ανοιχτές ή ξεκλείδωτες το βράδυ. Ποιος να σε κλέψει; Όλοι ήταν καλοί άνθρωποι, έλεγες την καλημέρα σου, χαμογελούσε ο ένας στον άλλον. Σήμερα φοβόμαστε μέχρι να μιλήσουμε στο γείτονα μας.

Τα ακούω αυτά λοιπόν και αναρωτιέμαι, πότε ήταν αυτό το «παλιά»; Πότε και ποιοι άφηναν τις πόρτες τους ξεκλείδωτες; Εγώ που βρίσκομαι τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες και οι γνώσεις μου, λένε άλλα; Ας γυρίσω το χρόνο πίσω και ας βάλουμε στη θέση τους την αλήθεια και το μύθο. Για το αν όντως ήταν καλύτερες οι παλιές εποχές ή δεν ξέρουν τι μας λένε, οι μεγαλύτεροι.

Μια φορά και ένα καιρό, άφηνες την πόρτα ανοιχτή γιατί δεν είχες τίποτα να σου κλέψουν.

Η πρώτη παραδοχή ας είναι αυτή. Όταν κάνω κουβέντες με τους ηλικιωμένους, χωρίς να το καταλάβουν, τους ξεφεύγει η αλήθεια. Όχι ότι θέλουν να την κρύψουν, απλά δεν μπορούν να το παραδεχτούν πως δεν ήταν και τόσο απλά τα πράγματα. Μου έχουν εκμυστηρευτεί λοιπόν, πως όταν πουλούσαν το λάδι, ένα ζώο, τα δέρματα, το κοπάδι, ασφάλιζαν καλά τις λίρες. Όταν ετοίμαζαν τα προικιά για το κορίτσι, όταν μάζευαν τα χρυσαφικά για το γάμο, το ένα μπαούλο μέσα στο άλλο και ενίοτε θαμμένο στο έδαφος για να μη το βρει κανείς ξένος. Όταν όμως είχε φύγει αυτό το βάρος από πάνω τους και μέσα από την οικία, τότε ναι, άφηναν το σπίτι ανοιχτό και τα παραθυρόφυλλα ορθάνοιχτα.

Εγώ το βρισκω απόλυτα λογικό. Άντε όμως να εξηγήσεις τώρα σε μια γενιά που φυλούσε μέχρι και τη δεκάρα, πως η πονηριά, η απατή και ο κλέφτης υπήρχαν πάντα! Απλώς τότε ήταν λιγότεροι οι έχοντες, πόσο μάλλον οι κατέχοντες περιουσίας, χρυσού και χρημάτων. Αυτοί ήταν που κρατούσαν το χωριό και αργότερα τις πόλεις δυνατές. Τις συντηρούσαν με τους εργάτες που προσλάμβαναν, ακόμα και φύλακες, για να φυλούν τις όχι και τόσο, ξεκλείδωτες πόρτες. Μην ξεχνάμε πως σε περιοχές με χαμηλό πληθυσμό, όχι μόνο ήξερε ο ένας τον άλλον. Αλλά ήξερε και ακριβώς τι έχει μέσα στο σπίτι του και τα πολύτιμα υπάρχοντα του.

Εσύ δεν είχες κάποιο κουσούρι ή ελάττωμα για να σε κοροϊδεύουν, να σε λοιδορούν.

Ας πάμε στη δεύτερη παραδοχή και θα έλεγα, ακόμα πιο σημαντική. Ακούς λοιπόν πως τα παλιά τα χρόνια, υπήρχε αγάπη, συμπόνοια και ανθρωπιά. Το γεγονός ότι τον ανάπηρο τον κορόιδευαν και τον είχαν παραπεταμένο, το ξεχνάμε; Ο κουτσός, ο γκαβός, ο καμπούρης, ο βλαμμένος και άλλα κοσμητικά επίθετα που δε θα ήθελα να συμπεριλάβω στο κείμενο μου. Ποιος μωρέ δίνει σημασία τώρα σε δυο-τρεις ελαττωματικούς ανθρώπους στη γειτονιά; Μα φυσικά, παραβλέπουμε ότι ήταν ελαττωματικοί, κάνουμε και τα στραβά μάτια. Ότι δεν τους ξέρουμε και πόσοι είναι.

Τα κλεισμένα παιδιά σε αμπάρια και σκοτεινά δωμάτια της ελληνικής επαρχίας, τα ξεχνάμε. Τους παράλυτους, τους κακοφορμισμένους, τους έχουμε στην υπόγα. Επάνω κρατάμε μόνο όσους μπορούν να εργαστούν, να φέρουν ψωμί στην οικογένεια και να προσφέρουν δραχμές στο σπίτι. Εκτός όμως ότι τους αγνοούσαν, όσοι ζούσαν φανερά στην κοινωνία, έκαναν και πάλι ότι δεν τους έβλεπαν. Η αναπηρία τους χαλούσε την ημέρα, την εικόνα, την καλή κοινωνία. Στην εκκλησιά τους έβαζαν να κάθονται στο ακριανό στασίδι, μη τυχόν και κολλήσει το εγγόνι τους, αναπηρία!

Είναι που η κοινωνία τότε ήταν καλύτερη. Καμία συμπόνοια, είτε ήσουν ανάπηρος πολέμου είτε εκ γεννητής. Ήσουν βάρος και μελανό σημείο στην οικογένεια και στη κοινωνία, τέλος. Εκτός αν είχες πάρει άδεια για περίπτερο. Σε αυτή την περίπτωση ήσουν μέχρι και το αγαπημένο τους παιδί ή καλός ο γείτονας. Μάλιστα το θεωρούσαν και φυσιολογικό αυτό. Ακόμα και σήμερα το θεωρούν αρκετοί φυσιολογικό, ο ανάπηρος να βρίσκεται σε απόσταση και με τους όμοιους τους. Εκτός αν έχει περιουσία ή ένα καλό και μεγάλο όνομα. Τότε είναι άξιος σεβασμού και αναγνώρισης.  Άντε τώρα να εξηγήσεις τι είναι η επίκτητη αναπηρία, πως έχει εξελιχθεί η κοινωνία μας και τι σημαίνει αποδοχή της διαφορετικότητας!

Εμείς ούτε βιασμούς είχαμε, ούτε κακοποιήσεις παιδιών, στα παλιά τα ωραία τα χρόνια.

Κοίτα να δεις και πάλι πως εθελοτυφλεί ο άνθρωπος όταν τον συμφέρει. Πόσοι γάμοι έγιναν ως συνέπεια βιασμού; Επειδή ο άντρας πείραξε τη γυναικά και έπρεπε να την πάρει με το ζόρι γιατί ήταν θέμα τιμής; Ασχέτως που εκείνη δεν τον ήθελε, ας αγαπούσε άλλον. Τον πήρε και το έραψε το στόμα της, μαζί με ένα νυφικό της κακιάς και βιαστικής ώρας. Πόσα παιδιά μαθαίνουμε σήμερα, πως είχαν υπάρξει θύματα ξυλοδαρμού ή σεξουαλικής κακοποίησης; Ακούς γιαγιάδες και παππούδες να σου λένε για το πως τους πασπάτευε ο θείος, ο γείτονας, η κουμπάρα. Αλλά μωρέ, από αγάπη δε το έκανε, ε βρε Ηλία; Μη πάει το μυαλό σου το πονηρό, στο κακό.

Όμως δεν είναι το δικό μου μυαλό που πηγαίνει αλλού. Είναι των χιλιάδων θυμάτων που με το πέρασμα του χρόνου, θεώρησαν σωστό να θάψουν τις κακές αναμνήσεις. Θεώρησαν πως καλύτερα να τις παραλλάξουν, να πουν την ιστορία αλλιώς. Ο χρόνος έχει τη δύναμη να θολώνει τα γεγονότα, να επιτρέπει στον άνθρωπο να τα εξιστορήσει όπως τον βοηθάει να ξεπεράσει ότι έγινε. Όμως ο χρόνος δεν έχει τη δύναμη να σε κάνει να ξεχάσεις πως ένιωσες. Πόσο απαίσιο ήταν αυτό που σου έκαναν σαν παιδί. Που σε απείλησαν να μην πεις τίποτα και σε κανέναν. Γιατί θα χάσεις την καραμέλα, γιατί θα κατηγορήσουν εσένα που το προκάλεσες.

Γιατί φταίει το κοντό σου φουστανάκι και το κοντό παντελονάκι που φορούσες.

Ψυχές βασανισμένες που με τα χρόνια ωραιοποίησαν την κακοποίηση τους, για να μπορέσουν να ζήσουν. Να φτιάξουν δικές τους οικογένειες και να κολλήσουν τα ραγισμένα κομμάτια της ψυχής αυτού του παιδιού που κρύβουν μέσα τους. Μέχρι και σήμερα αρνούνται να αντιμετωπίσουν την αλήθεια και τα γεγονότα. Πως να φανερώσουν τα μυστικά που τόσο καλά τους έφτασαν μέχρι τα 70, τα 80, τα 90 τους; Άλλωστε ακόμα και όταν ή όσοι το είπαν στους γονείς τους τότε, δεν βρήκαν συμπαράσταση. Πως να πιστέψουν ότι θα την βρουν σήμερα, από εσένα και από εμένα;

Να ορκίζονται τότε στους γονείς τους ότι λένε την αλήθεια. Πως ο θείος τάδε και η θεία κείνη, τους άγγιξαν, τους έγδυσαν, τους έβαλαν το χέρι εκεί που δεν έπρεπε. Μα τι φαντασία έχουν αυτά τα παιδιά μωρέ και άλλα λόγια να αγαπιόμαστε. Σοκολατάκι να κεράσουμε; Ένα λικέρ; Τις είδες τις νέες κουρτίνες μας; Αυτό ήταν, το αλλάξαμε το θέμα αμέσως. Αυτές οι γενιές λοιπόν μεγάλωσαν με την ψευδαίσθηση πως ο κόσμος ήταν αθώος και αγνός τότε. Πως όλα ήταν καλύτερα.

Ναι, οι εποχές αλλάζουν και οι ρυθμοί τρέχουν. Ναι, ευτυχώς πλέον μιλάμε σαν κοινωνία και τελειώνει η εποχή της σιωπής. Ναι, ήταν ωραία τα παιδικά μας χρόνια, αλλά ας μην κρυβόμαστε και πίσω από το δάχτυλο μας. Αρκετά κάναμε τα στραβά τα μάτια, η κοινωνία μας είχε πάντα κλέφτες, βιαστές, κακοποιούς, νταήδες και εκμεταλλευτές.

Όσο αυξανόμαστε σαν πληθυσμός τόσο πιο έντονα είναι τα φαινόμενα. Δεν γίναμε χειρότεροι, υπήρχαν από πάντα καλοί και κακοί άνθρωποι. Που ανάλογα τις καταστάσεις, θα σου δείξουν και την ανάλογη πλευρά τους.

Τι γίνεται από εδώ και μετά; Δεν έχει σημασία ποια εποχή είναι καλύτερη.

Το παρελθόν πέρασε και το μέλλον μπροστά μας. Αυτό πρέπει να φτιάξουμε καλύτερο. Από εδώ και μετά, μιλάμε ακόμα περισσότερο και ανοιχτά. Δεν πάει να πέρασαν 3 ή 30 χρόνια, θα μιλήσουν τα θύματα για να βρουν δικαίωση. Παράλληλα θα υπερασπιστούν τα τωρινά θύματα και θα βοηθήσουν να μην υπάρξουν άλλα. Για κάθε σκοτεινό δικηγόρο που υπερασπίζεται διακαώς το δολοφόνο ψυχών, ευτυχώς υπάρχουν δεκάδες δικηγόροι που θα υπερασπιστούν το σωστό. Το σκοτάδι έχει μια αδυναμία βλέπεις. Ακόμα και μια σπίθα να ανάψει, πάει, χάθηκε. Είναι αρκετή για να φωτίσει τα πάντα. Ας κρατήσουμε τη σπίθα δυνατή και ας φωτίσουμε την εποχή που ζούμε.

Σύνταξη – επιμέλεια κειμένου: Βογιατζής Ηλίας  για    newsitamea.gr