Γηροκομείο στα Χανιά: η Ελλάδα έχει αλλάξει. Δεν είναι ευαίσθητη όπως παλιά, δεν είναι τρυφερή και συναισθηματική, όπως χρόνια πολλά πριν. Τώρα πολλοί από τους γέροντές μας αργοπεθαίνουν μόνοι στον σταυρό τους.

Το Πάσχα του 2003, πάνε χρόνια πολλά πια, επισκέφτηκα τον αδελφό του πατέρα μου -τον θείο μου- σε έναν οίκο ευγηρίας. Καθόταν μόνος σε μια τριμμένη πολυθρόνα με το βλέμμα αδειανό και το χέρι προτεταμένο.

«Τη ζωή που του ‘φυγε, κυνηγάει να πιάσει», είπε αστειευόμενος κρύα, ένας νοσηλευτής. Η ζωή είχε χυθεί μέσα από τα δάχτυλα του 80χρονου γέροντα, που δεν είχε σύζυγο, ούτε παιδιά, παρά μονάχα αδέρφια που τον οδήγησαν στον οίκο ευγηρίας, αδυνατώντας να τον έχουν σπίτι τους. Κι εκεί ο θείος, ένα βράδυ κυνηγώντας τη ζωή που έτρεχε μπροστά του, σκόνταψε στα λάθη του, έσπασε το ισχίο του και κάλπασε πια στο «επέκεινα»… Κι εκείνο το Πάσχα, το Πάσχα του 2003, έκλαψα βλέποντας τη ζωή του, που του είχε φύγει και τον θάνατο που ερχόταν. Κι είπα: αν είχε οικογένεια, ίσως…

Το Πάσχα του 2021, σε έναν οίκο ευγηρίας ακούγεται ότι γίνονταν βασανιστήρια σε γέροντες και γερόντισσές.  Απομεινάρια μιας ζωής εγκαταλελειμμένα, ζούσαν σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης και ο θάνατος έφτανε σαν λυτρωτής. Και ο θάνατος έπιανε πολλούς από τον ώμο και τους ξεπροβόδιζε. Για 70 και βάλε λένε οι έρευνες, πως πέρασαν στην αντίπερα όχθη… Κι οι περισσότεροι είχαν παιδιά κι εγγόνια! Που δεν γνώριζαν –κακώς– το μαρτύριό τους. Και θλίβεσαι σαν διαβάσεις τα βάσανα που πέρασαν οι γέροντες και οι γερόντισσες, μέχρι να παραδώσουν την ψυχή τους και ποιος ξέρει τι άλλο στους σταυρωτές τους.

Η έρευνα είναι σε εξέλιξη και όλα τούτα που ακούγονται και γράφονται είναι υπό αίρεση, όμως… Όμως η Ελλάδα έχει αλλάξει. Δεν είναι ευαίσθητη όπως παλιά, δεν είναι τρυφερή και συναισθηματική, όπως χρόνια πολλά πριν. Τότε που ο παππούς και η γιαγιά είχαν στο σπίτι το δικό τους δωμάτιο, το κρεβάτι τους, τα προσκυνητάρια τους, τα κτερίσματά τους ένα ένα ταξινομημένα στο ερμάρι της κόρης για να μπουν πλάι τους στο ξόδι… Τότε που τα παραμύθια και οι ιστορίες ζωής κι όχι το Survivor μεγάλωναν εγγόνια.

Τώρα; Οι γεννήτορές μας, έχουν μάθει γεωργιανά για να συνεννοούνται με τις νοσηλεύτριες από την πατρίδα του Στάλιν στο σπίτι, ή περιμένουν με το βλέμμα στην πόρτα την επίσκεψη κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα των συγγενών με το παγωμένο χαμόγελο και τις άδειες αγκαλιές. Κι άλλοι πολλοί κλείνονται σε οίκους φροντίδας ηλικιωμένων για να απολαύσουν έναν φροντισμένο θάνατο από μια αφρόντιστη ζωή.

Κι ακούς, αν ακούσεις κάποτε, τις οιμωγές τους  και τα νέα σαν από στρατόπεδα συγκέντρωσης: τους χτυπούσαν, τους πέταγαν στο πάτωμα, τους έδεναν, τους λοιδορούσαν… και αν είσαι ώριμος θλίβεσαι γιατί κοντά είσαι στο γήρας κι εσύ, που δεν φρόντισες αυτούς που σε φροντίσανε όπως άρμοζε.

Λες «Αύριο. Έχεις πολύν καιρό…», αλλά μες στων άθλιων γηρατειών την καταφρόνια φθάνεις ταχύτητα. Και ούτε γεωργιανά θες να γνωρίζεις κι ούτε την πόρτα του γηροκομείου θες να διαβείς.

Ας σταθούμε στο πλευρό ετούτης της μικρής θλιβερής ιστορίας κι ας συλλογιστούμε ότι μπορούμε να μάθουμε πολλά από τα στεγνά βλέμματά των γερόντων, που δεν έχουν άλλα δάκρυα, από τα σπαράγματα των φράσεών τους, από τον βυθό της άνοιάς τους. Για να μην πούμε όταν θα ΄ναι πια αργά: αν είχαμε διαβάσει τότε τα μάτια τους, τώρα θα ήμασταν σοφότεροι και καλύτερα, σίγουρα!

ΠΗΓΗ:https://www.ethnos.gr/