Μόσιαλος: Ποιο είναι το κατάλληλο μεσοδιάστημα για τις δόσεις του εμβολίου;

«Ποιο είναι το κατάλληλο μεσοδιάστημα για τις δόσεις του εμβολίου και τι γνωρίζουμε από τις μελέτες που έγιναν στη Μεγάλη Βρετανία;».

Στο ενδεδειγμένο χρονικό διάστημα που πρέπει να μεσολαβεί μεταξύ των δόσεων του εμβολίου κατά τις Covid-19 αναφέρεται ο καθηγητής της Πολιτικής της Υγείας του LSE Ηλίας Μόσιαλος με νέα ανάρτησή του στο Facebook, παραθέτοντας, μεταξύ άλλων, τα ευρήματα σχετικών μελετών που πραγματοποιήθηκαν στη Μεγάλη Βρετανία.

Αναλυτικά, ο κ. Μόσιαλος γράφει: «Ποιο είναι το κατάλληλο μεσοδιάστημα για τις δόσεις του εμβολίου και τι γνωρίζουμε από τις μελέτες που έγιναν στη Μεγάλη Βρετανία;

Όπως έχουμε ακούσει όλοι, το μεσοδιάστημα μεταξύ των δύο δόσεων σε διαφορετικά εμβόλια για τον κορονοϊό μπορεί να διαφέρει, και αποφασίστηκε από τις εταιρείες που σχεδίασαν τις κλινικές δοκιμές για τα εμβόλια που παρήγαγαν.

Για αυτό η Pfizer έχει μεσοδιάστημα 3 εβδομάδες και η Moderna 4, ενώ είναι και τα δύο mRNA εμβόλια. Η ΑstraΖeneca από την άλλη, προτείνει μεσοδιάστημα 12 εβδομάδων, ενώ είχαν αρχικά σχεδιάσει την κλινική δοκιμή με μεσοδιάστημα 4 εβδομάδων.

Όμως μετά από την ανάλυση και άλλων αποτελεσμάτων της κλινικής δοκιμής της εταιρείας -βρέθηκε τυχαία και μετά από λάθος- πως σε σύγκριση με το μικρότερο μεσοδιάστημα που είχε σχεδιαστεί η κλινική μελέτη, είναι καλύτερο η δεύτερη δόση να γίνεται μετά από 12 εβδομάδες.

Κάποιοι αναρωτιούνται εάν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη μεθοδολογία για την απόφαση του μεσοδιαστήματος και εάν αυτό εξαρτάται από τη δόση ή την τεχνολογία των εμβολίων. Όχι απαραίτητα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι πιθανό οι εταιρείες να θέσπισαν τα σύντομα μεσοδιαστήματα λόγω της πίεσης να τελειώσουν τις κλινικές δοκιμές εντός του 2020. Αν είχαν ως μεσοδιάστημα 3-5 μήνες για παράδειγμα, οι κλινικές δοκιμές ίσως να μην είχαν ολοκληρωθεί ακόμη.

Επομένως, να πούμε εδώ πως ενώ η θέση των εταιρειών είναι πως πρέπει να τηρούμε αυστηρά τα μεσοδιαστήματα, αυτό δεν βασίζεται σε κάποια συγκεκριμένα αποτελέσματα. Δηλαδή, πέραν της ΑstraΖeneca που έχει αποτελέσματα με μεσοδιάστημα 4 εβδομάδων αλλά και με 12, οι άλλες εταιρείες δεν έχουν εμπεριστατωμένη γνώση του τι θα συνέβαινε αν δεν τα τηρούσαμε, καθότι όπως ανέφερα η επιλογή των μεσοδιαστημάτων ήταν -ας πούμε- αυθαίρετη.

Γνωρίζουμε όμως ότι τα εμβόλια για τον κορονοϊό (με εξαίρεση μέχρι στιγμής αυτό της Johnson & Johnson) δεν είναι τα μόνα εμβόλια που απαιτούν περισσότερες από μια δόσεις. Πολλά αλλά εμβόλια που χρησιμοποιούμε απαιτούν επαναληπτικές δόσεις για να είναι αποτελεσματικά. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι πολλές χώρες δεν τηρούν τα ίδια μεσοδιαστήματα για τη δεύτερη ή και την τρίτη δόση αυτών των εμβολίων (όχι για τον κορονοϊό), αλλά πάρα ταύτα τα αποτελέσματα είναι παρόμοια αν έχουμε υψηλή συμμετοχή στους εμβολιασμούς.

Με βάση αυτή την προηγούμενη εμπειρία με άλλα εμβόλια, αλλά και την επιβεβαίωση από το λάθος της κλινικής δοκιμής της ΑΖ που έδειξε ότι η καθυστέρηση της δεύτερης δόσης δεν θα μειώσει την αποτελεσματικότητα του εμβολίου της ΑΖ, η επιτροπή εμβολιασμών του Ηνωμένου Βασιλείου αποφάσισε να χορηγούνται οι δεύτερες δόσεις όλων των εμβολίων μέχρι και μετά από 12 εβδομάδες. Να υπογραμμίσω πως αυτό είναι μια απόφαση που έχει ως εξαίρεση τους ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς, όπου γίνεται προσπάθεια η δεύτερη δόση να γίνεται εντός 42 ημερών

Τι γνωρίζουμε επομένως για τα αποτελέσματα της πολιτικής στο Ηνωμένο Βασίλειο;

Τα δεδομένα σχετικά με την απόκριση αντισωμάτων μετά τον εμβολιασμό στον γενικό πληθυσμό είναι ακόμα περιορισμένα. Έχουμε όμως κάποια αποτελέσματα από μια μελέτη ερευνητών του πανεπιστημίου της Οξφόρδης που δεν έχει δημοσιευτεί ακόμη (https://doi.org/10.1101/2021.04.22.21255911).

Σε αυτή την εθνική έρευνα για τη λοίμωξη από COVID-19 στο Ηνωμένο Βασίλειο, συμμετείχαν 45.965 εμβολιασθέντες ηλικίας 16 ετών και άνω, που εμβολιάστηκαν για πρώτη φορά μεταξύ 8 Δεκεμβρίου 2020 και 6 Απριλίου 2021. Έγιναν συνολικά 111.360 μετρήσεις αντισωμάτων κατά της πρωτεΐνης ακίδας. Οι μετρήσεις πραγματοποιήθηκαν σε διάφορα χρονικά σημεία, και σε διάστημα 91 ημερών πριν την πρώτη δόση του εμβολίου και έως και τις 6 Απριλίου 2021.

Τι έδειξε η ανάλυση των αποτελεσμάτων;

Σε όσους είχαν ήδη μολυνθεί, και ανεξάρτητα από την ηλικία, καταγράφηκαν υψηλά επίπεδα αντισωμάτων μετά την πρώτη δόση και δύο δόσεις εμβολίου έδειξαν υψηλές αποκρίσεις σε όλες τις ηλικιακές ομάδες.

Πιο αναλυτικά, σε εκείνους που δεν είχαν αποδεδειγμένη προηγούμενη λοίμωξη και μετά τη λήψη της πρώτης δόσης του εμβολίου, οι ηλικιωμένοι συμμετέχοντες είχαν χαμηλότερες αποκρίσεις από τους νεότερους συμμετέχοντες. Είναι σημαντικό όμως να αναφερθεί πως η δεύτερη δόση στους ηλικιωμένους, αύξησε την ανοσοαπόκριση σε επίπεδα παρόμοια με εκείνα που καταγράφηκαν σε άτομα που είχαν προηγούμενη λοίμωξη και κάνοντας μόνο μία δόση του εμβολίου.

Οι συμμετέχοντες που έλαβαν μία δόση εμβολίου Oxford-AstraZeneca είχαν χαμηλότερα επίπεδα αντισωμάτων και χρονικά η ανοσοαπόκριση ήταν βραδύτερη από εκείνων που έλαβαν μία δόση του εμβολίου της Pfizer. Ωστόσο, τα επίπεδα αντισωμάτων σε συμμετέχοντες που έλαβαν μία δόση Pfizer μειώθηκαν με την πάροδο του χρόνου, ενώ τα επίπεδα παρέμειναν περίπου σταθερά μετά από μία δόση του εμβολίου της AstraZeneca.

Η μελέτη έδειξε πως υπήρχε συσχέτιση με το φύλο με τις γυναίκες να είναι πιο πιθανό να έχουν υψηλές αποκρίσεις. Είναι επίσης σημαντικό ότι δεν εντοπίστηκε καμία ομάδα που δεν ανταποκρίθηκε καθόλου στον εμβολιασμό, ωστόσο, εντοπίστηκε μια μη αμελητέα ομάδα (~ 6%) με χαμηλή απόκριση και στα δύο εμβόλια.

Θα σταθώ στο πιο σημαντικό εύρημα της μελέτης: η λήψη δύο δόσεων αύξησε σημαντικά τα επίπεδα αντισωμάτων όπως καταγράφηκε στους ηλικιωμένους συμμετέχοντες, αλλά η αύξηση στα επίπεδα αντισωμάτων σε άτομα ηλικίας 20-40 ετών μετά τη δεύτερη δόση ήταν πολύ μικρότερη, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Αυτό υποδηλώνει ότι οι ηλικιωμένοι πρέπει να έχουν προτεραιότητα για τη δεύτερη δόση εάν οι προμήθειες των εμβολίων είναι περιορισμένες. Επίσης, από τα παραπάνω καταλαβαίνουμε πως είναι λογικό να έχουν προτεραιότητα εκείνοι που δεν είχαν μολυνθεί από τον ιό.

Ωστόσο, όπως αναφέρω συχνά, δεν γνωρίζουμε ακόμα τη σχέση της προστασίας από το εμβόλιο η την προηγούμενη λοίμωξη με τα ποσοστά των αντισωμάτων, και επίσης να μην ξεχνάμε πως υπάρχει και η κυτταρική μνήμη που συμβάλει στην ανοσοπροστασία.

Αυτή η μελέτη όμως μας δίνει σημαντικές πληροφορίες για την αποτελεσματικότητα των εμβολίων και για τη λήψη αποφάσεων προτεραιοποίησης των ομάδων προς εμβολιασμό. Χρειαζόμαστε βέβαια περισσότερα τέτοια δεδομένα παρακολούθησης των εμβολιασμένων και από όλες τις χώρες».

 

ieidiseis.gr