Νέα μέτωπα και αντιπαραθέσεις εξακολουθεί να δημιουργεί το εργασιακό νομοσχέδιο

Νέα μέτωπα και αντιπαραθέσεις εξακολουθεί να δημιουργεί το εργασιακό νομοσχέδιο, που εντός της εβδομάδας, πιθανότατα την Παρασκευή, αναμένεται να κατατεθεί στη Βουλή, προκειμένου από την ερχόμενη Δευτέρα να ξεκινήσει η συζήτησή του στις επιτροπές και να ψηφιστεί έως τις 15 Ιουνίου. Τα συνδικάτα προγραμματίζουν απεργιακές κινητοποιήσεις. ΑΔΕΔΥ, ΕΚΑ και ΠΑΜΕ είχαν προκηρύξει 24ωρη απεργία και κινητοποιήσεις για την ερχόμενη Πέμπτη 3 Ιουνίου, όμως η χθεσινή απόφαση της ΓΣΕΕ να μην ακολουθήσει τους υπόλοιπους, αλλά να προχωρήσει σε 24ωρη απεργία μια βδομάδα αργότερα, την Πέμπτη 10 Ιουνίου, τους ανάγκασε να αλλάξουν και αυτοί απόφαση. Στόχος είναι να πραγματοποιηθεί ενιαία κινητοποίηση, δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Ετσι, αποφάσισαν όλοι η απεργιακή κινητοποίηση να πραγματοποιηθεί στις 10 Ιουνίου.
Την ίδια στιγμή, και οι εργοδοτικές οργανώσεις εκφράζουν ενστάσεις και διαφωνίες, ενώ περαιτέρω αλλαγές στην προκήρυξη απεργιών προανήγγειλε ο υπουργός Εργασίας Κωστής Χατζηδάκης.

Αναλυτικά, μιλώντας στον ΑΝΤ1 και στην εκπομπή «Πρωινοί Τύποι», το Σάββατο, ο υπουργός Εργασίας Κωστής Χατζηδάκης δήλωσε πως προτίθεται να αλλάξει τη διάταξη που δίνει τη δυνατότητα στα συνδικάτα, όταν μια απεργία κρίνεται παράνομη και καταχρηστική από το δικαστήριο, να την επαναπροκηρύσσουν μέσω άλλου, δευτεροβάθμιου σωματείου. Με αφορμή την πρόσφατη στάση εργασίας στο μετρό και σε ερώτηση για το εάν θα αλλάξει η διαδικασία που ακολουθείται έως τώρα για τις παράνομες και καταχρηστικές απεργίες απάντησε χαρακτηριστικά, ότι «θα φέρουμε ρύθμιση με βάση την οποία δεν θα μπορεί να συνεχίζεται αυτό το γαϊτανάκι».

Στην πράξη, σύμφωνα με τον κ. Χατζηδάκη, όταν μια απεργία κρίνεται καταχρηστική από το δικαστήριο δεν θα μπορεί να επαναπροκηρυχθεί από άλλο δευτεροβάθμιο σωματείο. Για να συμπληρώσει ο υπουργός, ότι «αυτό δεν σημαίνει ότι η απεργία δεν θα μπορεί να προκηρυχθεί εγκύρως, αργότερα με όλες εκείνες τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος».

Αντιδράσεις και από ΣΕΒ

Η εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας και κυρίως το κόστος που ενδέχεται να επιφέρει στις επιχειρήσεις, το «δύσκολο» θέμα των απολύσεων καθώς και οι αλλαγές που προωθούνται στη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, βρίσκονται στο επίκεντρο της κριτικής συγκεκριμένων διατάξεων του νομοσχεδίου και από τον ΣΕΒ. Σε ανακοίνωσή του, ο Σύνδεσμος αφού επισημαίνει πως το νομοσχέδιο  περιέχει θετικά εκσυγχρονιστικά στοιχεία, τονίζει ότι «περιλαμβάνει και πολλά προβληματικά σημεία». «Πολλές από τις διατάξεις του χαρακτηρίζονται από ασάφειες, έχουν νομικά και ερμηνευτικά προβλήματα και προκαλούν πρόσθετο διοικητικό βάρος που είναι ασύμβατο με τις τεχνολογικές εξελίξεις της εποχής, το οποίο θα λειτουργήσει τόσο εις βάρος των επιχειρήσεων, όσο και των εργαζομένων», αναφέρει ο ΣΕΒ. Μεταξύ αυτών, είναι:

• Η εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας. Οπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο ΣΕΒ, είναι ένα μέτρο που νομοθετήθηκε για πρώτη φορά το 2011. Μπορεί να συμβάλει στην προσπάθεια ελέγχου της αδήλωτης ή υποδηλωμένης εργασίας. Απαιτεί όμως πολλές επιμέρους διευκρινίσεις και προσδιορισμό λεπτομερειών σχετικά με την ορθολογική εφαρμογή της, καθώς και την απαλλαγή των επιχειρήσεων από το γραφειοκρατικό και διοικητικό βάρος που προκαλεί το υφιστάμενο πλαίσιο του συστήματος «Εργάνη».

• Η πρόταση για τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας. Ο Σύνδεσμος ζητεί να θεσμοθετηθεί το δικαίωμα και του εργοδότη να προτείνει ατομικά διευθέτηση του χρόνου εργασίας. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει πως η σχετική διάταξη δεν λαμβάνει υπόψη τις ευρωπαϊκές πρακτικές, τις πραγματικές λειτουργικές ανάγκες των επιχειρήσεων και τα σύγχρονα οργανωτικά μοντέλα, αλλά και τις ανάγκες των ίδιων των εργαζομένων, αφού οι επιχειρήσεις δεν έχουν καν τη δυνατότητα να προτείνουν στους εργαζομένους τους διευθέτηση του χρόνου εργασίας τους, κατά τρόπο που και οι δύο πλευρές να μπορούν να επωφεληθούν από τα ευεργετικά αποτελέσματα μιας τέτοιας ρύθμισης.

• Το προτεινόμενο πλαίσιο για την τηλεργασία. Θέτει θέμα μεγαλύτερης δυνατότητας για αξιοποίηση της ευελιξίας, και όσον αφορά την τηλεργασία. Σύμφωνα με τον ΣΕΒ, η διάταξη απέχει από τις ευρωπαϊκές πρακτικές, την πρόσφατη συμφωνία των Ευρωπαίων κοινωνικών εταίρων για την ψηφιοποίηση της εργασίας και δυσχεραίνει τον ψηφιακό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας, καθώς οι επιχειρήσεις στερούνται το δικαίωμα της εφαρμογής συστήματος τηλεργασίας βάσει των επιχειρησιακών και οργανωτικών αλλαγών τους, με όρους προφανώς ευελιξίας και συμφιλίωσης του επαγγελματικού και ιδιωτικού χρόνου των εργαζομένων τους.

• Το δίκαιο της καταγγελίας των συμβάσεων αορίστου χρόνου και συγκεκριμένα οι αλλαγές που επέρχονται όσον αφορά το ποιος τελικά φέρει το βάρος της απόδειξης ως προς την εγκυρότητα μιας απόλυσης. Οπως χαρακτηριστικά τονίζει ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών, εισάγονται ριζικές αλλαγές, οι οποίες θα δημιουργήσουν σοβαρά δικονομικά προβλήματα.

«Οχι» σε πρόσθετα βάρη

Ο ΣΕΒ καταλήγει στην ανακοίνωσή του επισημαίνοντας ότι μια εργασιακή μεταρρύθμιση οφείλει να συμβάλει στη βελτίωση του εργασιακού και του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, χωρίς όμως να επιφέρει πρόσθετα άμεσα και έμμεσα οικονομικά και λειτουργικά βάρη στις επιχειρήσεις και ειδικά στις μικρομεσαίες. «Επίκεντρο κάθε εργασιακής μεταρρύθμισης πρέπει να είναι η ενδυνάμωση των σχέσεων εμπιστοσύνης ανάμεσα στους εργαζομένους και στις επιχειρήσεις, ώστε να ενισχύεται η δυνατότητα της οικονομίας μας να προοδεύει, προς όφελος ολόκληρης της κοινωνίας», αναφέρει χαρακτηριστικά.

ΠΗΓΗ:https://www.kathimerini.gr/