«Εδώ μέσα γίνονται Σόδομα και Γόμορα…»

Ποιός δεν έχει καταγεγραμμένη στη μνήμη της ακοής του αυτή τη φράση. Μια από τις δεκάδες σχεδόν παροιμιώδεις φράσεις της που είχαν ακουστεί στο παλιό σινεμά. Με αυτή την αξέχαστη βροντώδη και βραχνή φωνή της. Τη γεμάτη γλυκιά αγριάδα (αν μπορεί βεβαίως κανείς να την περιγράψει κάπως…). Η Σαπφώ Χανδάνου γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, το 1907. Σπούδασε στην τότε δραματική σχολή του Εθνικού (στην Επαγγελματική Σχολή Θεάτρου όπως την έλεγαν) και στη δραματική σχολή του Πειραϊκού Συνδέσμου, όπου αρίστευσε. Από εκεί. Από την οδό που βρισκόταν αυτή η δεύτερη Σχολή της, πήρε και το όνομα με το οποίο τη μάθαμε. Το Νοταρά. Η Σαπφώ Νοταρά, όμως, δε μας συστήθηκε μόνο με ψευδώνυμο. Αλλά και με ψεύτικη φωνή. Δανεική θα λέγαμε. Το είχε εκμυστηρευτεί η ίδια στον συγγραφέα Γιώργο Μανιώτη:

«Έμενε στα πίσω διαμερίσματα μιας πολυκατοικίας και ξαφνικά στον διάδρομο μια μέρα ένα παιδάκι τής είπε με μια άγρια φωνή: «Σταμάτα, σε πυροβολώ…»

»…Και αντέγραψε έκτοτε τη φωνή αυτού του παιδιού. Τη χρησιμοποίησε βέβαια μόνο ως πρώτη ύλη. Από εκεί και πέρα η φωνή της ήταν ένα ολοκληρωμένο μουσικό όργανο…»

Ο Γιώργος Μανιώτης -έστω και λογοτεχνική αδεία- περιγράφει στο βιογραφικό διήγημά του «Τα σαντέ της Σαπφώς» τις απαρχές της ζωής της.

«Στις αρχές του αιώνα πρέπει να έζησε τη νεότητά της. Ήταν από τις λίγες γυναίκες που είχαν τελειώσει πανεπιστήμιο εκείνη την εποχή. Είχε ασχοληθεί και με τον χορό. Όταν ήταν νέα, είχε σώμα τέλειο. Θυμάμαι μια φωτογραφία που πιθανόν μόνο σε μένα να ’χε δείξει. Γυμνή από τη μέση κι επάνω, φορώντας ψεύτικη γενειάδα και ακάνθινο στεφάνι, με τα χέρια ολάνοιχτα πόζαρε πάνω στον σταυρό σαν μέγας θηλυκός Εσταυρωμένος. Πρέπει να είχε πιστέψει σε όλες αυτές τις ιδέες για την απελευθέρωση της γυναίκας, που ήταν τόσο πολύ της μόδας εκείνα τα χρόνια.

»Κι όμως μια ωραία πρωία τα εγκατέλειψε όλα αυτά και ασχολήθηκε με το θέατρο. Για μια νέα γυναίκα κι επιστήμονα, όπως ήταν αυτή μια τέτοια απόφαση ισοδυναμούσε με αυτοκτονία. Κι όμως μια ωραία πρωία γύρισε την πλάτη σε όλους εμάς και βγήκε στη σκηνή. Ήταν άγρια και ελεύθερη ύπαρξη και αμέσως κατάλαβε την παγίδα που πήγαιναν να της στήσουν…»

Έγινε μέλος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών το 1926. Εμφανίστηκε το 1934 με το Ελεύθερο Θέατρο, το οποίο λειτούργησε στην Αίθουσα Ενώσεως Κυριών και στο θέατρο της Χριστιανικής Ενώσεως. Καλλιτεχνικός διευθυντής ήταν ο Μάνος Κατράκης. Η Έλλη Λαμπέτη μιλώντας στη δημοσιογράφο Φρίντα Μπιούμπι σκιαγραφεί εν ολίγοις- αλλά εύστοχα- τη Σαπφώ:

«Στην Ελλάδα για να είσαι πρώτη πρέπει να είσαι ωραία. Αμα σε δουν ωραία, σε θέλουν και για ηθοποιό.

»Όταν μπερδεύεις την ομορφιά με το ταλέντο, ούτε την ομορφιά μπορείς να εκτιμήσεις σωστά, ούτε το ταλέντο.

»Γιατί, μήπως η Σαπφώ Νοταρά δεν έχει πάει χαμένη στην Ελλάδα;

»Τι ταλέντο, Θεέ μου! Και τι κακιά γυναίκα!

»Πώς να μην είσαι κακιά όταν δεν σ’αφήνουν να δουλέψεις, να καλλιεργήσεις το ταλέντο σου και σε κοροϊδεύουν που είσαι άσχημη;

»Γιατί, πρέπει να ξέρεις, της έχουν φερθεί πολύ άσχημα της Νοταρά.

»Δε βρίσκανε ρόλους να της δώσουνε.

»Πώς να μη στραφεί εναντίον όλων και πώς να μην είναι γεμάτη μίσος.

»Η αδιαφορία των άλλων για το ταλέντο της την έκανε έτσι.

»Τι ηθοποιός, αλήθεια! Πως κοιτούσε, όταν παίζαμε μαζί στη Φιλουμένα!

»Μου έκανε μεγάλη εντύπωση…»

Ο κριτικός και φιλόλογος Κώστας Γεωργουσόπουλος προσδιορίζει το καλλιτεχνικό της στίγμα:

«Η Σαπφώ Νοταρά γαλουχήθηκε στο θέατρο της Κοτοπούλη.

»Λίγοι ξέρουν ότι έκανε καριέρα δίπλα στη μεγάλη αυτή πρωταγωνίστρια, ότι συχνά και αυτή, όπως και η Βασιλειάδου, ντουμπλάρανε την Κοτοπούλη.

»Δηλαδή έπαιζαν τους ίδιους ρόλους στις απογευματινές ή όταν η μεγάλη πρωταγωνίστρια ταξίδευε στο εξωτερικό.

»Την εποχή εκείνη το ρεπερτόριο ήταν εναλλασσόμενο. Επανέρχονταν τα έργα συχνά στη σκηνή.

»Και η Σαπφώ και η Γεωργία Βασιλειάδου έπαιζαν τους ρόλους της Κοτοπούλη.

»Τόσο μεγάλη εξακτίνωση ταλέντου δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ξαφνικά.

»Πρέπει να υπάρχει υποδομή. Πρέπει να υπάρχει περιπέτεια βίου. Πρέπει να υπάρχει άσκηση. Γι’ αυτό ακριβώς αυτοί οι ηθοποιοί αυτού του είδους έλαμψαν αμέσως στον κινηματογράφο…»

Η περιπέτειά της στις σκοτεινές αίθουσες ξεκίνησε το 1951 με τη «Λύκαινα» της Μαρίας Πλυτά. Ακολούθησαν: «Το Κυριακάτικο Ξύπνημα» του Μιχάλη Κακογιάννη πλάι στην ‘Ελλη Λαμπέτη, η «Συνοικία το Όνειρο» του Αλέκου Αλεξανδράκη και 29 ακόμη ταινίες. Σχετικά λίγες, αλλά αξέχαστες. Ανάμεσά τους: «Η χαρτοπαίχτρα», «Αχ, αυτή η γυναίκα μου», «Παιδί της μαμάς» με τον περίφημο Λαλάκη, τον Γιάννη Βογιατζή κ.ά. Έκανε και ραδιοφωνικές εκπομπές συνεχείας από τις οποίες έγινε ευρύτατα γνωστή, όπως «Το ημερολόγιο ενός θυρωρού» στο οποίο ήταν η περίφημη -κάποια εποχή- Κλημεντίνη. Υπήρξε επίσης δημοφιλής από τα ερτζιανά και ως «Η κυρία Κυριακή» σε κείμενα και παραγωγή του Bar-Bar (κατά κόσμον Κώστας Π. Παναγιωτόπουλος). Ο σκηνοθέτης Γιάννης Σμαραγδής προσεγγίζει, έτσι, την κινηματογραφική εικόνα της:

«Έβλεπες μια ηθοποιό τεραστίων διαστάσεων.

»Δεν επρόκειτο για έναν ηθοποιό. Ήταν ένας άνθρωπος με εκτόπισμα πολλών ανθρώπων μαζί. Την ίδια στιγμή που ήταν ένας θυμωμένος άνθρωπος, ήταν ένας καλοκάγαθος.

»Την ίδια στιγμή που σε κοροΐδευε, την ίδια σού έστελνε την αγάπη της.

»Την ίδια στιγμή που γινόταν επιθετική, ζητούσε την αγάπη σου».

«Κάποτε μου εξομολογήθηκε, χωρίς παράπονο, με έναν ανεξήγητο για μένα αυτοσαρκασμό πως τη χαρακτηρίσανε κουρελού» έγραφε τον Δεκέμβριο του 1985 ο εκδημήσας πλέον Ματθαίος Μουντές και συνέχιζε:

«Τώρα σκέφτομαι πως η Σαπφώ ήταν για πολλά χρόνια ένας ετοιμοθάνατος γελωτοποιός. Αυτό έβλεπαν κι από αυτό αντλούσαν όλοι οι παροικούντες περί τα καλλιτεχνικά. Η Νοταρά το καταλάβαινε, γι’ αυτό αντιδρούσε έτσι απότομα, ακόμα και σε περιπτώσεις προσέγγισής της με φιλικό ενδιαφέρον.

»Σιγά σιγά αυτή η πεποίθηση άρχισε να τη γεμίζει και να γίνεται μια δικαιολογία της ύπαρξής της.

»Συχνά αγωνίζονταν να το ακυρώσει.

»Θυμούμαι με πόση αγριότητα -και αγρίευε συχνά- φώναξε σε έναν σερβιτόρο που τη σερβίριζε και γελούσε βλέποντας την: Τι γελάς, βρε; Εδώ δεν είμαι ο ρόλος. Εδώ είμαι η κυρία Νοταρά. Είναι σαν να σε συναντήσω εγώ στην Πανεπιστημίου, να σε γνωρίσω και να σου πω: Φέρε μου ένα νερό!

»Σιγά σιγά, ο άλλος, ο οποιοσδήποτε άλλος, ήταν ένας εχθρός για τη Σαπφώ.

»Καχύποπτη, ανυπότακτη, θα ήθελε -είμαι βέβαιος γι’ αυτό- να πλασάρει ένα ύφος διαφορετικό από αυτό που αναγκαστικά λόγω φυσικής εμφάνισης και βιολογικής κάμψης παρουσίαζε.

»Ασφαλώς θα προτιμούσε ένα ύφος υπεροπτικό, ατσαλάκωτο, αλύγιστο κι εντούτοις τρυφερό. Είχε καντάρια τρυφερότητας στοιβαγμένη μέσα της που τη στραγγάλιζε σαν να φοβόταν να την εκφράσει».

Ο Γιώργος Μανιώτης, την έζησε στα στερνά της από κοντά. Ιδού όμως πώς την έβλεπε ως θεατής πριν από τη γνωριμία τους.

« Όταν έβλεπα τη Σαπφώ Νοταρά στις ελληνικές ταινίες αισθανόμουνα μια περίεργη έλξη γι’ αυτό το άτομο.

«Διαπίστωνα επιπλέον ότι αυτή η ηθοποιός συνήθως έπαιζε άγρια πράγματα. Μπορούμε να πούμε μπαλαφάρες. Κατόρθωνε όμως και τις έκανε πιστευτές.

»Τους έδινε μια παράξενη ανθρωπιά.

«Προσπαθούσα να εντοπίσω ποιο είναι εκείνο το στοιχείο-κλειδί της υποκριτικής της.

«Σιγά σιγά κατάλαβα ότι η Σαπφώ ήτανε ένα άτομο παρατημένο από τη ζωή, από τις ανθρώπινες φιλοδοξίες των ημερών.

«Αυτό της έδινε μια αγιότητα.

«Την έκανε το ιερό πρόσωπο κάθε ελληνικής οικογένειας.

«Αυτό πιστεύω κυριαρχούσε στο παίξιμό της.

«Και αυτό είναι το στοιχείο που μας την έκανε οικεία, αγαπητή και πιστευτή.

»Θυμηθείτε πώς έπαιζε στη “Χαρτοπαίχτρα”.

»Θα δείτε ότι ανεξάρτητα από τα εκφραστικά της μέσα ως ηθοποιού η ύπαρξή της κοιτούσε με έναν τρόπο παράξενο. Τα έβλεπε ως παράλογα όλα αυτά τα καμώματα των καινούργιων μεταπολεμικών ανθρώπων.

»Θυμάμαι, επίσης, όταν φώναζε την περίφημη εκείνη λέξη: “Μπουρλότο…”.

«Κατόρθωνε και έδινε στις λέξεις ύλη.

»Οι λέξεις στο στόμα της ήταν καταστάσεις.

«Κατόπιν έτυχε να τη γνωρίσω, όταν έκανε πρόβες στις “Τρωάδες” με τον Γιάννη τον Τσαρούχη.

«Διαπίστωσα ότι η γυναίκα αυτή είχε και ένα μεγάλο δραματικό ταλέντο, το οποίο κανείς δεν της είχε επιτρέψει να το απελευθερώσει και να μας το δείξει.

«Ο Γιάννης ο Τσαρούχης, όμως, με το διεισδυτικό του βλέμμα, το συνέλαβε αυτό και της έδωσε να κάνει όχι μόνο την κορυφαία του χορού, αλλά όλα τα χορικά των “Τρωάδων”.

«Σιγά σιγά κάναμε πολύ παρέα. Έγινε μέλος της παρέας μας. Άρχισε να μου λέει τα μυστικά της ζωής της.

«Μου έλεγε ότι ήθελε να έχει ένα δικό της θέατρο για να κάνει αυτό που επιθυμούσε πάντα.

«Μάλιστα κάποτε, στον Μεσοπόλεμο, όταν ήταν νέα και ωραία, την είχε ερωτευτεί ένας εργοστασιάρχης από την Αλεξάνδρεια και της είχε υποσχεθεί ότι αν τον παντρευόταν θα της έχτιζε τρία θέατρα. Της λέω:

»Μα, Σαπφώ, γιατί δεν τον παντρεύτηκες τον άνθρωπο αυτό να αποκτήσεις και τα θέατρα;

»Άστραψε και βρόντηξε η Σαπφώ.

»Γιατί δεν τον αγαπούσα, βλάκα… μου απάντησε θυμωμένα.

»Έπρεπε να θυσιάσεις τα προσωπικά σου αισθήματαχάριν της τέχνης, της ξαναλέω εγώ.

»Ηλίθιε, μου απάντησε έτοιμη να εκραγεί. Αυτός ήταν ένας βιομήχανος, χημικός, εργοστασιάρχης, που έκανε πειράματα και είχε παραμορφωθεί. Σαν τον Φρανκεστάιν είχε καταντήσει.

»Αυτό λοιπόν ήταν το μοναδικό σου αμόρε, Σαπφώ; τη ρώτησα αμέσως.

»Όχι, άρρωστε, ούρλιαζε εκτός εαυτού. Μάθε λοιπόν ότι το ’45 στον εμφύλιο με είχε ερωτευτεί κι ένας αντάρτης. Αλλά δυστυχώς τον εκτελέσανε…»

Ο Γιώργος Μανιώτης περιγράφει τι επακολούθησε αυτής της απαντήσεως:

«Εδώ η φωνή της έσπαγε, τα μάτια της γέμιζαν δάκρυα, και το κεφάλι της γινόταν μολυβένιο και βαρύ από μια απέραντη θλίψη που την ξερίζωνε από την πραγματικότητα και την παρέσυρε στα ερέβη του δικού της περίκλειστου κόσμου».

»Δε νομίζω ότι είχε καμιά άλλη ερωτική σχέση…»

…Κι όμως…

Αφηγούνται για κείνη αυτό το γλυκόπικρο, σχεδόν αστείο περιστατικό, με συμπρωταγωνιστή τον Γιάννη Τσαρούχη: Είναι το 1954 και γυρίζουν στο Κάιρο το «Κυριακάτικο ξύπνημα» του Μιχάλη Κακογιάννη. Με την Έλλη Λαμπέτη, τον Δημήτρη Χορν. Η Σαπφώ Νοταρά έπαιζε τη «δεσποινίδα Καίτη». Μαζί και ο Γιάννης Τσαρούχης ο οποίος σε κάποιο διάλειμμα στο στούντιο πλησιάζει και της λέει ανεπάντεχα:

—Σαπφώ, θα ’θελες να παντρευτούμε και να κάνουμε μαζί ένα παιδί;

—Άντε στο διάολο, Γιάννη, του λέει. Τον αγριοκοιτάζει και απομακρύνεται.

Νόμιζε ότι τον είχαν βάλει οι άλλοι να της κάνει πλάκα, γιατί συνήθιζε να κυκλοφορεί με μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι και να απαθανατίζει γάμους των φελάχων… των αγροτών της Αιγύπτου, δηλαδή. Όταν χρόνια αργότερα έκαναν πρόβες για τις «Τρωάδες», ο Τσαρούχης της λέει, πάλι ξαφνικά:

—Αν είχες αποδεχτεί την πρότασή μου, που σου έκανα τότε, τώρα το παιδί μας θα ήταν είκοσι έξι ετών, Σαπφώ…

—Μα δεν κατάλαβα ότι το εννοούσες… Το εννοούσες πραγματικά, Γιάννη;

—Το εννοούσα…

—Τότε, γιατί δεν επανήλθες ποτέ ξανά, Γιάννη;

«Η Σαπφώ ήταν πάντα μοναχικός τύπος», θυμάται ο Γιώργος Μανιώτης. «Στο σπίτι της δεν είχε βάλει ποτέ κανέναν. Έμενε σε ένα φτωχό δυαράκι κάτω από την Ακρόπολη.

»Ήταν ένα σπίτι γεμάτο κιτρινισμένες εφημερίδες, εξωφρενικά καπέλα και χιλιάδες παλιές τουαλέτες, αγορασμένα όλα από τα αμερικάνικα. Γεμάτες οι ντουλάπες.

»Ένα σπίτι ασφυκτικό…»

Ήταν προληπτική η Σαπφώ.

«Μια φορά θυμάμαι θαύμασα το ρολόι της», λέει ο Γιώργος Μανιώτης, «Και μετά από δυο τρεις μέρες ήρθε και μου είπε ότι το ρολόι ανατινάχτηκε.

»Μα πώς έγινε αυτό, βρε Σαπφώ;

»Μου το μάτιασες… μου λέει αγριεμένη. Το είχα δίπλα σε ένα μπουκαλάκι με βενζίνη. Έπεσε λοιπόν ο ήλιος του απογεύματος και ανατίναξε το μπουκαλάκι. Έπιασε φωτιά και κάηκε το ρολόι μου.

»Το πρωί τής άρεσε να πίνει το καφεδάκι της σε καφενεία γύρω εκεί στο Κουκάκι, που έμενε.

»Μόνη της. Δεν ήθελε να την ενοχλεί κανείς.

»Την παρακολουθούσα μερικές φορές από μακριά.

»Είχα διαπιστώσει πως, όταν συναντούσε στον δρόμο έναν άνθρωπο εγκαταλελειμμένο, έναν άνθρωπο άστεγο, η ύπαρξή της χτυπούσε συναγερμό. Τότε πραγματικά ηλεκτριζόταν.

»Δεν ξέρω για ποιο λόγο».

Σίγουρα πάντως δεν ήταν τυχαίο…

Ο ηθοποιός Σπύρος Μπιμπίλας ευτύχησε να είναι ένας από τους τελευταίους της φίλους.

«Ίσως κι από τους τελευταίους παρτενέρ της», συμπληρώνει. «Παίξαμε μαζί στην “Πορνογραφία” του Μάνου Χατζιδάκι. Βγαίναμε μαζί. Ήμουν ο συνοδός της. Ο φίλος της. Της άρεσε να μιλάμε ατελείωτα. Επικοινωνούσε μαζί μου τις πιο απίθανες ώρες και για τα πιο απίθανα πράγματα. Το 1983, θυμάμαι ήτανε τεσσεράμισι με πέντε τα ξημερώματα όταν χτυπάει το τηλέφωνο κι ακούω τη βροντώδη φωνή της να μου λέει:

»Έχεις καλό υδραυλικό; Πλημμύρισε το σπίτι…»

Ο αδυσώπητος νόμος της φθοράς τη χτυπούσε πανταχόθεν…

«Είχαν απομείνει μόνο τα χέρια της», γράφει ο Ματθαίος Μουντές, «Άσπρα, λιγνά με μιαν ευγένεια αριστοκρατική που πήγαινε κόντρα στο κωμικό και δραματικό μαζί σκαρί της.

»Χειμών βαρύς, οικία καταρρέουσα, καρδιά ρημαγμένη. Μοναξιά, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Η υγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένο, φθαρμένο, σωθικά λιωμένα.

»Ο χρόνος που πέρασε ήταν όχι μονάχα ο καταστροφέας της σωματικής της ευθυτένειας, αλλά και ο ρημαχτής της εσωστρεφικής της ζωής.

»Έχω, μου έλεγε, στην κουζίνα από εδώ το ψυγείο, από κει ένα τραπέζι και στη μέση μια καρέκλα. Κάθομαι να καπνίσω ένα τσιγάρο και ξημερώνομαι ως το πρωί εκεί…

»Τα φορέματα της είχαν πολλές μαύρες βούλες από τα καψίματα των τσιγάρων…»

Ο χρόνος σημάδευε όμως και την τέχνη της. Ο Γιώργος Μανιώτης δεν μπορούσε να υπολογίσει την καταλυτική επίδρασή του πάνω της. Θυμάται:

«Αποφασίσαμε με τον Γιάννη τον Τσαρούχη -γιατί ο Γιάννης τη λάτρευε ως ηθοποιό- να γράψω εγώ δύο μονόπρακτα, να τα σκηνοθετήσει εκείνος και να τα παίξει η Σαπφώ.

»Εγώ ήμουνα στον στρατό!

»Εκείνη ερχότανε να με δει στο στρατόπεδο, στο Χαίδάρι στις οχτώ το βράδυ, όταν είχε ήδη τελειώσει το επισκεπτήριο και απαγορεύονταν.

»Σκασίλα της μεγάλη… Παραμέριζε τους φρουρούς κι έμπαινε με το έτσι θέλω.

»Τα μονόπρακτα γράφτηκαν.

»Ήταν δυο μονόλογοι. Μία ώρα και είκοσι λεπτά ο καθένας.

»Είχα υπολογίσει μόνο το ταλέντο της και τη δυναμική της, όχι την ηλικία της.

»Κι αρχίσανε ήδη οι προετοιμασίες με τον Γιάννη, για τα σκηνικά, για όλα.

»Αλλά η Σαπφώ δυστυχώς δεν μπορούσε να μάθει τα λόγια της.

»Όταν το συνειδητοποίησε, εξαφανίστηκε.

»Εγώ και ο Γιάννης όσο περνούσαν οι μέρες αρχίσαμε να ανησυχούμε. Φοβηθήκαμε μήπως είχε πάθει τίποτα.

»Κι ύστερα από μια δυο εβδομάδες πήραμε την αστυνομία και ανοίξαμε το σπίτι της. Τη βρήκαμε καθισμένη απέναντι από την είσοδο σε μια καρέκλα και μας λέει με το γνωστό, θυμωμένο της ύφος:

»Τι θέλετε εδώ; Γιατίμε ενοχλείτε;»

Όμως δεν είχε χάσει καθόλου από το ταλέντο της.

«Την πήραμε στο Τρίτο πρόγραμμα και μας διάβασε Παπαδιαμάντη. Ε! Διάβασε εκπληκτικά, όπως δεν είχε διαβάσει κανείς.

»Ειδικά τον “ Έρωτα στα χιόνια” τον διάβασε με πόνο ψυχής…»

Ο Ματθαίος Μουντές το επιβεβαιώνει…

«Κανένας δεν έχει διαβάσει πιο σπαραχτικά από τη Σαπφώ τη φράση, “είχεν αποκτήσει τέκνον και είχε αποτεκνωθεί!”

»Ο μπαρμπα-Γιαννιός ο Έρωντας σμίγει με την ανέραστη ερημιά της Σαπφώς και ενταφιάζεται μέσα στα χιόνια με τη στοργή και την εντάφια οδύνη μιας γυναίκας -της Νοταρά- που τον κατάλαβε πέρα για πέρα.

»Η Σαπφώ θέλει να αντικαταστήσει την αδιαφορία και τη σκληρότητα της Μυλωνούς, με τη δική της συμπόνια.

»Και κοιμίζει τον παντέρημο μπαρμπα-Γιαννιό μέσα σ’ ένα τρυφερό της θρύλο, καθώς το διήγημα τελειώνει: “πλην δεν τον είδε ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος και πάνω εις την χιόνα έπεσε χιών. Και η χιών εστοιβάχθη, εσωρεύθη δύο πιθαμές, εκορυφώθη και η χιών έγινε σινδών, σάβανον. Και ο μπαρμπα-Γιαννιός άσπρισεν όλος και εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μην παρασταθή γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και οι πράξεις του, ενώπιον του Κριτού, του Παλαιού των Ημερών, του Τρισάγιου”.

»Εδώ έχουμε έναν επιτάφιο θρήνο από μια μυροφόρα της ερημιάς. Η ανάγνωση του παπαδιαμαντικού διηγήματος είναι ένα τεκμήριο για τις μεγάλες δυνατότητες που είχε η Νοταρά σαν ηθοποιός και που δυστυχώς δεν τις αξιοποίησε. Ακόμα αποκαλύπτει με τρόπο συγκλονιστικό πώς ταύτισε τη δική της μοίρα με τη μοίρα του μπαρμπα-Γιαννιού.

»Κανένας δεν είδε τον άνθρωπο στη μαύρη τη νύχτα να σωριάζεται έρημος στα χιόνια. Κανένας δεν κατάλαβε πώς τα χιόνια της μεγάλης νύχτας, της χριστιανικής αγάπης έγιναν το σάβανο της έρημης ταφής για το γεροντάκι.

»Και τη Σαπφώ, τη βρήκανε από δυο κι απάνω μέρες στην παπαδιαμαντική φτωχογειτονιά της πλατείας Κουμουνδούρου.

»Η θυρωρός και ο ιδιοκτήτης του πατσατζίδικου που λειτουργεί στο ισόγειο και που η Σαπφώ ήταν συχνή πελάτισσά του, σπάζοντας την πόρτα της Νοταρά αντίκρισαν τη φρίκη μιας αποσύνθεσης που είχε αρχίσει ήδη…»

Αποδήμησε το σωτήριον έτος 1985. Στις 11 Ιουνίου.

«Η Σαπφώ Νοταρά», έγραφε τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου ο Ματθαίος Μουντές στο ΕΘΝΟΣ «τράβηξε τον δρόμο εκείνον που κι άλλοι πολλοί τραβήξανε κουβαλώντας το ασήκωτο βάρος της ερημιάς. Όχι της μοναξιάς. Της ερημιάς.

»Ίσως εκεί που πηγαίνει κυρτή και ταπεινωμένη δει επιτέλους να ανατέλλει και γι’ αυτήν ένα φως πιο εκλεκτικό.

»Εδώ κάτω έμεινε μονόχνοτη και αγκαθερή, ισοζυγιάζοντας τις επιθυμίες της για επικοινωνία με τις ασίγαστες ορμές της για ερήμωση.

»Η Σαπφώ ήταν ένας ερημίτης μέσα στον ορυμαγδό της Βαβυλώνας…

» Έτσι που έφυγε είναι σαν να ήθελε να σφραγίσει με τον θάνατό της μια μοίρα που διάλεξε να τη ζήσει: την ερημιά.

»Η Νοταρά καλλιέργησε με πείσμα την ερημιά της σαν ένα φυτό εσωτερικού χώρου με ημίφως, άνυδρα και με μια σπαραχτική καρτερία…»

Πέθανε μόνη και αβοήθητη, στο διαμέρισμα που διέμενε επί της πλατείας Κουμουνδούρου, σημερινής πλατείας Ελευθερίας, στον αριθμό 22… Το ενοίκιο πλήρωνε κάποιος νέος επιχειρηματίας, άλλοτε μικρός θαυμαστής της που έμεινε όμως άγνωστος. Η αστυνομία διέρρηξε την πόρτα… Όταν την βρήκαν ήταν ήδη δυο μέρες νεκρή. Η ανοιχτή τηλεόραση συνέχιζε να παίζει αδιάφορη…

ΣΑΝ ΠΑΛΙΟ ΣΙΝΕΜΑ…

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ
ΑΘΗΝΑ 2006
from ανεμουριον https://ift.tt/2yyryYd
via IFTTT