Ο Λιόσα δεν μοιάζει με τα συνηθισμένα παιδιά. Η εμφάνισή του είναι ιδιαίτερη και μοιάζει σαν ένα αγόρι από “άλλον πλανήτη”. Η ζωή του άλλαξε τελείως όταν μια οικογένεια τον υιοθέτησε, δίνοντάς του ελπίδα και μια ευκαιρία για φυσιολογική ζωή.

Η Ναντέζντα Γιαριχμέτοβα έχει δέκα παιδιά: τέσσερα βιολογικά και έξι υιοθετημένα. O Λιόσα πλέον είναι ένα από αυτά.
Ο Αλεξέι Σάεφ, όπως ονομάζεται το αγόρι, έχει πολύ ασυνήθιστη εμφάνιση και μοιάζει σαν να είναι από “άλλον πλανήτη”, ένας “εξωγήινος” όπως τον αποκαλεί η κόρη της Ναντέζντα.
Από τη γέννησή του τα πράγματα δεν ήταν εύκολα για αυτόν. Η μητέρα του μόλις τον είδε τον εγκατέλειψε και ζούσε σε νευροψυχιατρικό ίδρυμα σαν απόκληρος.
Όταν γεννήθηκε, το αγόρι δεν είχε χείλη και βλέφαρα, υπήρχαν μεμβράνες ανάμεσα στα δάχτυλά του. Είχε σοβαρές διαταραχές στο ουροποιητικό του σύστημα, στραβά αυτιά και ακανόνιστο σχήμα κεφαλής.
Ο Λιόσα πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της μέχρι τώρα ζωής του σε ιδρύματα.
Όταν η Ναντέζντα είδε τη φωτογραφία του Λιόσα, είχε ήδη πέντε παιδιά, τέσσερα δικά της και ένα μέσω υιοθεσίας. Σκεφτόταν καιρό να αναλάβει την κηδεμονία ενός ακόμη ορφανού παιδιού, όμως ποτέ δεν είχε περάσει από το μυαλό της ένα αγόρι σαν τον Λιόσα.
«Η μητέρα μου δούλευε σε ένα ορφανοτροφείο για παιδιά με ειδικές ανάγκες. Όταν ήμουν μικρή, δεν είχε σκεφτεί καν πού πήγαιναν αυτά τα παιδιά. Νόμιζα ότι όλοι ζούσαν σε συνηθισμένα ορφανοτροφεία. Δεν είχα ιδέα ότι ο Λιόσα ήταν από ένα ειδικό οικοτροφείο», παραδέχεται η Ναντέζντα.
Την άνοιξη του 2016, η γυναίκα επισκέφθηκε με την κόρη της Γιάνα, το αγόρι στο ίδρυμα για να το γνωρίσουν από κοντά. Ο Λιόσα ήταν τότε 12 ετών.
«Αναρωτιόμουν πώς ένα τέτοιο παιδί επικοινωνεί με τον κόσμο. Νόμιζα ότι είχε καεί, ότι υπήρχε κάποιο είδος τραύματος, μέχρι που διάβασα ότι έπασχε από γενετικό σύνδρομο», ανέφερε η μέλλουσα θετή μητέρα του Λιόσα.
Η γυναίκα με την κόρη της κάθισαν με το παιδί, μίλησαν και έπειτα ήρθε η ώρα να πουν αντίο.
Τη δεύτερη φορά που η Ναντέζντα συνάντησε τον Λιόσα ήταν στο Κέντρο Ευχαριστιών. Μέχρι τότε, είχε κατάφερε να επικοινωνήσει με υπεύθυνη από το ίδρυμα “Volunteers to Help Orphans” και να τη ρωτήσει όσα πράγματα σκεφτόταν: πώς να τον βοηθήσει, τι να κάνει, πώς ζουν γενικά αυτοί οι άνθρωποι.
Έπειτα επισκέφθηκε πάλι το ίδρυμα με τα δύο της παιδιά, τη Ζένια και την Κάτια και πήγαν με τον Λιόσα μια βόλτα στο πάρκο. Τα παιδιά είχαν ήδη δει τις φωτογραφίες του αγοριού, οπότε δεν φοβήθηκαν.
Τα παιδιά ζωγράφισαν με κιμωλίες, ο Λιόσα κοίταζε από το παγκάκι -λόγω της διάγνωσης που δεν μπορούσε να κάτσει οκλαδόν- και για πρώτη φορά στη ζωή του έφαγε κριτσίνια καλαμποκιού.
Στη συνέχεια πήρε το αγόρι για διακοπές στη θάλασσα μαζί την οικογένειά της. Όταν επέστρεψαν το αγόρι γύρισε στο ίδρυμα, όμως πλέον η Ναντέζντα συνειδητοποίησε ότι ήταν πια αργά, δεν μπορούσε να κάνει πίσω, είχε μπει σε ένα μονοπάτι που δεν έχει γυρισμό: δεν μπορούσε πια να αφήσει τον Λιόσα.
Ο σύζυγος της γυναίκας στην αρχή αντέδρασε στην ιδέα να αναλάβουν την κηδεμονία του παιδιού, όμως αργότερα υποχώρησε.
Μετά από μια σειρά επεμβάσεων κάποια προβλήματα που αντιμετωπίζει ο Λιόσα αποκαταστάθηκαν, ωστόσο η εμφάνισή του παραμένει ασυνήθιστη.
Το παιδί έχει αλλάξει όχι μόνο σε φυσιολογία. Μεγαλώνοντας, άρχισε να επικοινωνεί περισσότερο με τους ανθρώπους και σταδιακά συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν όπως όλοι οι άλλοι.
Ο Λιόσα, που τώρα είναι 17 ετών πηγαίνει στο σχολείο, παρακολουθεί μαθήματα κολύμβησης, πυγμαχίας, γλυπτικής από πηλό, παίζει πιάνο και έχει αρχίσει να αποκτά μια φυσιολογική και γεμάτη ζωή.
Δεν φοβάται πλέον τους ανθρώπους και έχει μάθει να συντηρεί τον εαυτό του.
Όμως πόσο εύκολο είναι για αυτά τα παιδιά, η κοινωνία να αποδεχτεί τη διαφορετικότητά τους και να μην αισθάνονται σαν “εξωγήινοι”;