Ελεύθεροι όλοι οι κατηγορούμενοι για την απάτη «μαμούθ» σε βάρος του ΕΟΠΥΥ

Ελεύθεροι αφέθηκαν μετά την απολογία τους σε ανακριτή οικονομικού εγκλήματος και οι 13 κατηγορούμενοι στην πολύκροτη υπόθεση απάτης σε βάρος του ΕΟΠΥΥ, ύψους πέντε εκατομμυρίων ευρώ.

Από τους συνολικά 13 συλληφθέντες, στους τρεις που φέρονται ως ηγετικά στελέχη της συμμορίας επεβλήθησαν περιοριστικοί όροι και οι υπόλοιποι 10 αφέθηκαν ελεύθεροι χωρίς όρους.

Υπενθυμίζεται ότι το παράνομο οικονομικό όφελος για την οργάνωση και αντίστοιχα η ζημία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνει τα 5.000.000 ευρώ.

Στην δικογραφία -κακουργηματικού χαρακτήρα- που σχηματίστηκε, περιλαμβάνονται ακόμα 65 άτομα, εκ των οποίων 54 ιατροί και ιδιοκτήτρια Μονάδας Φροντίδας Ηλικιωμένων.

«Υπόθεση με ανύπαρκτα στοιχεία» λέει ο Κούγιας

Για μια «ιδιαίτερα διογκωμένη υπόθεση με ανύπαρκτα αποδεικτικά στοιχεία» κάνει λόγο ο Αλέξης Κούγιας, ο οποίος έχει αναλάβει τη νομική υπεράσπιση των βασικών κατηγορουμένων.

 

Αναλυτικά ολόκληρη η ανακοίνωση που εξέδωσε ο κ. Κούγιας έχει ως εξής:

Όπως είναι γνωστό, το δικηγορικό μας γραφείο ανέλαβε την υπεράσπιση των φερομένων από τη Διεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας και από τον ΕΟΠΥΥ ως διευθυντών – αρχηγών εγκληματικής οργάνωσης μαζί με τους υπαλλήλους τους, οι οποίοι, κατά τους καταγγέλλοντες, ήταν τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης και αντιμετώπιζαν τις κατηγορίες της διεύθυνσης και της ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, της κακουργηματικής απάτης εις βάρος του ΕΟΠΥΥ, της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (ξεπλύματος) και της παράβασης του νόμου περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Από την πρώτη στιγμή ο κ. Αλέξιος Κούγιας και οι δικηγόροι του γραφείου μας διαπίστωσαν ότι αυτή η υπόθεση, η οποία παρανόμως ήρθε στη Δικαιοσύνη με τη διαδικασία του αυτοφώρου, ήταν μια ιδιαίτερα διογκωμένη υπόθεση με ανύπαρκτα αποδεικτικά στοιχεία, η οποία δεν θα άντεχε στην επεξεργασία της κατά το στάδιο της τακτικής ανακρίσεως ούτε από Εισαγγελείς ούτε από τακτικούς Δικαστές.

Σήμερα ο επικεφαλής του Τμήματος Γνωμοδοτήσεων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών Εισαγγελέας κ. Ελευθεριάνος και η Ανακρίτρια Διαφθοράς, μέχρι πρότινος Πρόεδρος Πρωτοδικών και ήδη Εφέτης κα Σιδέρη, με ομόφωνη απόφασή τους αποφάσισαν να αφήσουν ελεύθερους και τους 13 κατηγορουμένους και να επιβάλουν περιοριστικούς όρους μόνο σε τρεις, αποδεικνύοντας έτσι ότι αυτή η ατυχής επιλογή των τελευταίων ετών να δημιουργούνται εντυπωσιακές δικογραφίες με εντυπωσιακές διώξεις εις βάρος αθώων πολιτών (πχ περίπτωση Ριχάρδου) δεν είναι δυνατόν να μεταβληθεί σε καθεστώς, να αντέξει τη βάσανο της Τακτικής Δικαιοσύνης και να δημιουργείται με αυτήν ένα κλίμα ανασφάλειας των Ελλήνων πολιτών έναντι των διωκτικών αρχών που είναι καταστροφικό για μια δημοκρατία, όπως η Ελληνική, όπου οι διωκτικές αρχές υποτάσσονται στη Δικαιοσύνη και δεν πρέπει να προσπαθούν να την ποδηγετήσουν, πολλές φορές καθοδηγούμενες από τους πολιτικούς τους προϊσταμένους.

Πώς δρούσε το κύκλωμα

Όπως προέκυψε από την έρευνα, τουλάχιστον από τον Απρίλιο του 2015 οι εμπλεκόμενοι συγκρότησαν επιχειρησιακά δομημένη εγκληματική οργάνωση, με διαρκή δράση και διακριτούς ρόλους, για τη διάπραξη απατών και την έκδοση ψευδών βεβαιώσεων σε βάρος του ΕΟΠΥΥ, καθώς και για τη νομιμοποίηση των εσόδων τους από τις εγκληματικές τους δραστηριότητες.

Συγκεκριμένα τα μέλη της οργάνωσης προέβαιναν μέσω ιατρών στη συστηματική έκδοση ψευδών συνταγογραφήσεων υγειονομικού υλικού, (κυρίως καθετήρων και αερίου οξυγόνου), σε ασφαλισμένους του ΕΟΠΥΥ και στη συνέχεια μέσω κατάλληλης υποδομής που είχαν διαμορφώσει, πετύχαιναν την εξαπάτηση του ΕΟΠΥΥ και την αποζημίωσή τους για τις εν λόγω συνταγογραφήσεις.

Ελληνική Αστυνομία

Στις συνταγές, είτε αναγραφόταν υγειονομικό υλικό χωρίς να έχουν εξετασθεί οι φερόμενοι ως ασθενείς, είτε συνταγογραφείτο υγειονομικό υλικό διαφορετικό από αυτό που απαιτούσε η πάθηση τους, το οποίο αποζημιώνονταν σε πολλαπλάσια τιμή.

Τα αρχηγικά μέλη της οργάνωσης προκειμένου να μεγιστοποιήσουν το κέρδος τους και να ελαχιστοποιήσουν την κρατική παρέμβαση και τους ελέγχους των αρμόδιων Αρχών, εκμεταλλεύτηκαν το δίκτυο διανομής που είχαν αναπτύξει, καθώς και την ήδη υπάρχουσα δομή και οργάνωση εταιρειών που κατείχαν.

Στη συνέχεια συνέστησαν και άλλες εταιρίες είτε δικές τους είτε “αχυρανθρώπων”, συγκαλύπτοντας έτσι την παράνομη δραστηριότητά τους και ενσωματώνοντάς την στην νόμιμη λειτουργία των εταιριών, παρουσιάζοντας συνολικά μια συνήθη και νόμιμη δραστηριότητα.

Από την έρευνα, αποκαλύφθηκε δίκτυο έξι εταιρειών και ατομικών επιχειρήσεων που ανήκουν στα μέλη της οργάνωσης και μέσω των οποίων πραγματοποιούταν η εκτέλεση των συνταγογραφήσεων και η νομιμοποίηση των εγκληματικών της εσόδων.

Επιπλέον, εντοπίσθηκαν άλλες 11 εικονικές εταιρείες και ατομικές οντότητες, χωρίς πραγματική δραστηριότητα, που εμφανίζονταν ως προμηθευτές του δικτύου, προκειμένου να προσδίδουν νομιμοφάνεια στις συναλλαγές τους και να δικαιολογούν το ιατρικό υλικό για το οποίο αποζημιώνονταν από τον ΕΟΠΥΥ και φαινομενικά παρείχαν στους ασφαλισμένους.

Ταυτόχρονα, με αυτόν τον τρόπο απέφευγαν συστηματικά την απόδοση φόρου προστιθέμενης αξίας και φόρου εισοδήματος και για τον σκοπό αυτό είχαν εκδοθεί εικονικά τιμολόγια συνολικής αξίας άνω των 13.000.000 ευρώ.

Την στρατολόγηση ιατρών και τη σταδιακή ένταξή τους στο εγκληματικό δίκτυο είχαν αναλάβει μέλη της οργάνωσης, τα οποία είχαν διαχωρίσει γεωγραφικά την Αττική σε τομείς, ανάλογα με την κάθε περιοχή και τα εκεί υφιστάμενα μεγάλα νοσοκομεία.

Για το σκοπό αυτό, επικοινωνούσαν με τους ιατρούς του τομέα τους, απέστελλαν τους Αριθμούς Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης (ΑΜΚΑ) των ασφαλισμένων που έπρεπε να συνταγογραφήσουν και λάμβαναν τις εκδοθείσες συνταγές, τις οποίες εν συνεχεία παρέδιδαν στα αρχηγικά μέλη προς εκτέλεση μέσω των εταιρειών τους.

Επιπλέον, προέβαιναν στις δωροδοκίες των ιατρών μέσω της καταβολή μετρητών. Το ύψος της δωροδοκίας κυμαινόταν ανάλογα με την ειδικότητα των ιατρών, το είδος του υγειονομικού υλικού και αν ο ιατρός ήταν ιδιώτης ή υπηρετούσε σε δημόσιο νοσοκομείο.

Τα έσοδα από την παράνομη δραστηριότητά τους απορροφούνταν από το υφιστάμενο δίκτυο εταιρειών/επιχειρήσεων και αναμιγνύονταν στους ίδιους τραπεζικούς λογαριασμούς όπου πιστώνονταν τα κέρδη από τη νόμιμη δραστηριότητα τους.

Εκτός των λογαριασμών των αρχηγικών μελών και των εταιρειών τους, χρησιμοποιούνταν και τραπεζικοί λογαριασμοί άλλων μελών, στους οποίους, μέσω των συνεχών μεταφορών των ίδιων ποσών, επιχειρούταν η απόκρυψη της ροής και της προέλευσής τους.

Τα χρήματα στη συνεχεία, είτε επενδύονταν πίσω στις εταιρείες μέσω της επέκτασης της νόμιμης δραστηριότητας τους (σύσταση νέων υποκαταστημάτων, μίσθωση χώρων κ.α.), αναπτύσσοντας κατά αυτόν τον τρόπο το εγκληματικό τους δίκτυο, είτε ξοδεύονταν σε τυχερά παίγνια και άλλες δαπάνες.

Επίσης, στο πλαίσιο της έρευνας εντοπίστηκαν και τέσσερις Μονάδες Φροντίδας Ηλικιωμένων στην περιοχή της Αττικής από όπου τα μέλη της οργάνωσης αντλούσαν τα ΑΜΚΑ που χρησιμοποιούσαν.

Η αποδόμηση της εγκληματικής οργάνωσης πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο συντονισμένης αστυνομικής επιχείρησης προχθές, Τρίτη 29 Ιουνίου 2021 και κατά τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν βρέθηκαν μεταξύ άλλων και κατασχέθηκαν:

  • 246.980 ευρώ.
  • (2) πιστόλια κρότου λάμψης, κυνηγετική καραμπίνα και 517 φυσίγγια διαφόρων τύπων
  • κινητά τηλέφωνα, ηλεκτρονικοί υπολογιστές και ψηφιακά μέσα αποθήκευσης,
  • πλήθος τιμολογίων, παραστατικών και ιδιόχειρων σημειώσεων.

Οι συλληφθέντες με την κακουργηματικού χαρακτήρα δικογραφία που σχηματίστηκε σε βάρος τους, οδηγήθηκαν στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών και παραπέμφθηκαν σε κύρια ανάκριση.

ΠΗΓΗ:https://www.cnn.gr/