Σκότωσαν τον πατέρα τους έπειτα από χρόνια σεξουαλικής κακοποίησης: Η απόφαση του δικαστηρίου

«Θα σας χτυπήσω για όλα, θα σας σκοτώσω», ανέφερε σε γραπτό μήνυμα προς τις κόρες του τον Απρίλιο του 2018, κατηγορώντας τες ότι είχαν σεξουαλικές σχέσεις με άνδρα. «Είσαστε πόρνες και θα πεθάνετε ως πόρνες». Τα αντίγραφα της ανάκρισης σκιαγραφούν μια τρομακτική κατάσταση ψυχικής, σωματικής και σεξουαλικής κακοποίησης που χρονολογείται τουλάχιστον τέσσερα χρόνια πριν από τη δολοφονία.

Όπως λέει ένας από τους δικηγόρους των αδελφών: «Πιστεύουμε ότι δεν είχαν άλλη επιλογή. Ο πατέρας οδήγησε τα κορίτσια στην απελπισία, ολόκληρη η ζωή τους ήταν μια συνεχής κόλαση. Δεν μπορούν να συγκριθούν με υγιείς, ήρεμους και ισορροπημένους ανθρώπους… τα κορίτσια ανέπτυξαν σοβαρές ψυχικές ασθένειες, συμπεριλαμβανομένων συνδρόμου κακοποίησης και διαταραχή μετατραυματικού στρες. Αυτό επιβεβαιώθηκε από όλες τις εξετάσεις της υπόθεσης».

Πάντως, τον Ιανουάριο, το γραφείο του εισαγγελέα επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης ότι οι αδελφές υπέστησαν «ξυλοδαρμό, συνεχή ταπείνωση, απειλές και κακοποίηση, σωματική και σεξουαλική βία» και ότι είχαν αναπτύξει «αμυντική αντίδραση». Στη συνέχεια δε οι εισαγγελείς διέταξαν την Εξεταστική Επιτροπή να επανεκτιμήσει την υπόθεση, από προμελετημένη δολοφονία σε αναγκαία αυτοάμυνα.

Η κίνηση, λένε οι ειδικοί, «ουσιαστικά σημαίνει το τέλος μιας ποινικής έρευνας» εναντίον των αδελφών, οι οποίες αντιμετώπιζαν έως και 20 χρόνια φυλάκισης για την κατηγορία της δολοφονίας.

 

Ακτιβιστές διοργανώνουν δεκάδες διαδηλώσεις υπέρ των αδελφών στο πλαίσιο της εκστρατείας «Δεν ήθελα να πεθάνω», καλώντας τις Αρχές να επανεξετάσουν την υπόθεση.

 

Αλλά σε μια απίστευτη ανατροπή, ο Βίκτορ Γκριν, ο ίδιος εισαγγελέας που συνέστησε για πρώτη φορά την υποβάθμιση της υπόθεσης, επιβεβαίωσε τον Μάιο ότι οι τρεις αδερφές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν κατηγορίες προμελετημένης δολοφονίας, χωρίς να δοθεί καμία άλλη εξήγηση για αυτή την νέα αλλαγή στάσης.

Η Μάρι Νταβτιάν, δικηγόρος των αδελφών που συχνά εκπροσωπεί θύματα ενδοοικογενειακής κακοποίησης, συνέδεσε την μεταστροφή αυτή με μια ευρύτερη τάση απόρριψης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία αυξάνεται μετά την έγκριση αμφιλεγόμενων τροποποιήσεων στο ρωσικό σύνταγμα μετά από το δημοψήφισμα της 1η Ιουλίου.

Το δημοψήφισμα, που σχεδιάστηκε για να παγιώσει περαιτέρω την εξουσία του προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν για τα επόμενα χρόνια, ακολουθήθηκε από μια σειρά συλλήψεων σε βάρος ατόμων με υψηλό προφίλ, όπως οι κατηγορίες για κρατική προδοσία εναντίον του πρώην δημοσιογράφου Ιβάν Σαφρόνοφ ή η δίωξη του πρώην κυβερνήτη του Χαμπάροφσκ, Σεργκέι Φουργκάλ, ο οποίος μεταφέρθηκε στη Μόσχα με παλιές κατηγορίες για δολοφονία, προκαλώντας μαζικές διαμαρτυρίες στην Απω Ανατολή της Ρωσίας. Και οι δύο αρνούνται οποιαδήποτε παρανομία.

«Νομίζω ότι είναι αδύνατο να μην παρατηρήσουμε τι συμβαίνει κάθε μέρα από την 1η Ιουλίου 2020, το κράτος επέλεξε το δρόμο του», έγραψε η Νταβτιάν στη σελίδα της στο Facebook. «Και η υπόθεση Χατσατουριάν δεν αποτελεί εξαίρεση».

Μένει η τελική απόφαση του δικαστηρίου, η οποία, όπως πιστεύουν τα ρωσικά μέσα, θα πρέπει να είναι αθωωτική.

Με πληροφορίες από το CNN.gr.