«Φύγαμε από το νησί μας όταν πλέον είχε τελειώσει και ο τελευταίος κόκκος ρυζιού στο μπαούλο»

Πριν 70 χρόνια άφησε το νησί του, τον τόπο που γεννήθηκε και αγάπησε για την αναζήτηση της ελπίδας. Κανείς από τους Έλληνες που έφυγαν μετανάστες στα χρόνια της φτώχειας δεν ήθελε να αποχωριστεί τη πατρίδα του, την οικογένεια του, τους φίλους του και όμως σε όποια γωνια του πλανήτη και αν βρεθείς θα ακούσεις μια ιστορία ξεριζωμού ενός Έλληνα. Ο Νικόλαος Τσαπαλιάρης, επιχειρηματίας και ιδιοκτήτης αλυσίδας σούπερ μάρκετ στην Αυστραλία σήμερα γιορτάζει 70 χρόνια επιχειρηματικής δράσης. Μια πορεία με πολύ κόπο, αλλά και επιτυχίες που ήρθαν μέσα από σκληρή δουλειά.

«Νιώθω ευγνωμοσύνη και μεγάλη χαρά για όσα καταφέραμε, αλλά αυτό που μου δίνει την μεγαλύτερη ικανοποίηση όταν κοιτάζω πίσω είναι πως ήρθαμε μια οικογένεια μεταναστών από την φτωχική τότε Ικαρία και μετά από πολύ κόπο και σκληρή δουλειά δημιουργήσαμε μια μεγάλη οικογένεια που συμπεριλαμβάνει περίπου 2000 συνανθρώπους μας, αυτούς που μας τιμούν με το να εργάζονται κοντά μας, χαίρονται με την χαρά μας, και προοδεύουν μαζί μας»

Γεννήθηκε το 1937 στην Ικαρία αλλά ο πόλεμος κατέστρεψε τα πάντα στο νησί του και η οικογένεια του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πανέμορφη Ικαρία για να μην πεθάνουν από την πείνα.

Έζησαν 4 χρόνια στην έρημο Σαχάρα και μετά έφυγαν για Αυστραλία, όπου η οικογένεια ξεκίνησε από το μηδέν και κατάφερε σήμερα να είναι από τις πιο πετυχημένες επιχειρήσεις της χώρας.

Δεν ξεχνάει ούτε μια μέρα τα δύσκολα χρόνια της ξενιτιάς, όταν έπρεπε να ζήσει μέσα σε μια σκηνή μαζί με άλλους πρόσφυγες.

 

«Περάσαμε τρία πολύ δύσκολα χρόνια εκεί. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πείνα, την ανέχεια και τις άθλιες συνθήκες που ζήσαμε μέσα σε εκείνη την μικροσκοπική σκηνή μαζί με τόσους ακόμα συμπατριώτες μας αλλά και αυτή την εμπειρία ίσως να μην την άλλαζα, γιατί εκεί έμαθα το μεγαλύτερο μου μάθημα.

Ότι, τελικά, το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε άνθρωπο είναι να γίνει πρόσφυγας. Όταν είναι κανείς πρόσφυγας χάνει την αξιοπρέπειά του. Να θυμάστε αυτό που σας λέω. Δεν υπάρχει χειρότερο συναίσθημα από αυτό»

Μετά τη Σαχάρα ξαναγύρισαν στην Ικαρία, αλλά ο πόλεμος άφησε τα καταστροφικά του σημάδια στο νησί. Η μητέρα τους μοδίστρα πρόσφερε τις υπηρεσίες της με αντάλλαγμα λίγο ρύζι, αλεύρι και λάδι. Συγκλονιστική η σκηνή που περιγράφει ο κ. Τσαπαλιάρης όταν τελείωσε και ο τελευταίος κόκκος ρύζι που είχαν στο μπαούλο και έβρασαν και έφαγαν τη σκόνη του μπαούλου.

Τότε αποφάσισαν να φύγουν για την Αυστραλία που βρίσκοταν ήδη ο πατέρας τους. Εκεί μαθαίνει αγγλικά την ώρα που έπλενε πιάτα για να μαζέψουν χρήματα και να επιβιώσουν. Με τις πρώτες αποταμιεύσεις ανοίγουν ένα milk bar όπου το ελληνικό δαιμόνιο τους κάνει γνωστούς σε όλες τις διπλανές περιοχές. Πουλάνε τα πάντα, χτένες, αναπτήρες, ταμπακέρες, ότι χρειαζόσουν το είχαν οι “δουλευταράδες Έλληνες”.

Το 1979 μαζί με τον αδελφό του ανοίγουν το πρώτο σούπερ μάρκετ και σήμερα μετά από 32 χρόνια μπορούν να είναι περήφανοι αφού έχουν δημιουργήσει ένα κολοσσό στο χώρο του εμπορίου.

«Είμαστε ευγνώμονες για όσα έχουμε καταφέρει, αλλά όπως λέω σήμερα στα παιδιά και εγγόνια μου, είμαστε όλοι περαστικοί σε αυτή τη ζωή και το ταξίδι μας δεν έχει τελικά κανένα νόημα πάρα μόνο αν γενναιόδωρα και μοιραζόμαστε ό,τι έχουμε, βοηθάμε τους συνανθρώπους μας, και παραμένουμε ταπεινοί» λέει ο κ. Νίκος.

Πληροφορίες και υλικό από την ιστοσελίδα neoskosmos. com