«Οι Αφγανές περιορίζονται στο σπίτι από την ηλικία των 11 ετών και βγαίνουν, αν βγουν ποτέ, όταν γίνονται γιαγιάδες.»

Αν και στις πόλεις, ιδιαίτερα στην Καμπούλ, μεγάλο ποσοστό γυναικών αντιτίθεται στους Ταλιμπάν, στην ύπαιθρο -όπου ζει το 70% των Αφγανών- η κατάσταση είναι αρκετά διαφορετική. Ο ρεπόρτερ Anand Gopal, συγγραφέας του βιβλίου «No Good Men Among the Living: America, the Taliban and the War Through Afghan Eyes», γράφει στους New York Times για τις γυναίκες που, παρά τις απαγορεύσεις και τη βία των Ταλιμπάν, τους προτιμούν από την κυβέρνηση Γκάνι κι από τη νατοϊκή παρουσία.

Ο Gopal ταξίδεψε στην αφγανική ενδοχώρα προσπαθώντας να μιλήσει με γυναίκες οι οποίες δεν μιλούν με άνδρες που δεν είναι συγγενείς τους. «Οι Αφγανές» γράφει, «περιορίζονται στο σπίτι από την ηλικία των 11 ετών και βγαίνουν, αν βγουν ποτέ, όταν γίνονται γιαγιάδες». Πράγματι, συνάντησε μόνο γιαγιάδες -που ωστόσο στην αφγανική ύπαιθρο είναι συχνά μόνο σαράντα ετών- και πήρε συνεντεύξεις γύρω από τις εμπειρίες τους τα τελευταία είκοσι χρόνια. «Οι Ρώσοι και μετά οι Αμερικανοί» του είπαν, «ήθελαν να φέρουν τον ηλεκτρισμό, αλλά οι γέροντες στα χωριά φοβούνταν ότι ήταν μαύρη μαγεία». Μερικές γυναίκες θυμούνταν το 1980 όταν οι Ρώσοι έχτιζαν σχολεία και εφάρμοζαν πρόγραμμα εναλφαβητισμού το οποίο οι τοπικοί φύλαρχοι απέρριψαν βιαίως: «Οι Ρώσοι» είπαν οι γυναίκες στον Gopal, «μας ανάγκαζαν να πάμε στο σχολείο και γι’ αυτό ζητήσαμε τη βοήθεια των μουτζαχεντίν. Οι μουτζαχεντίν έκαναν απαγωγές δασκάλων και έκοβαν το λαρύγγι οποιουδήποτε υποστήριζε το σχολείο. Επίσης, οι Ρώσοι απαγόρευσαν τους γάμους ανηλίκων και θέσπισαν νόμο για την ελευθερία επιλογής του γαμπρού. Αλλά στα χωριά ο κόσμος εξεγέρθηκε και πήρε τα όπλα».

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Gopal, η απάντηση τόσο των Ρώσων όσο και των Αμερικανών αργότερα ήταν εξίσου βίαιη. «Οι Σοβιετικοί ήθελαν να βγούμε σώνει και καλά από το σπίτι», είπε στον Gopal μια γυναίκα από την επαρχία Χελμάντ, «αλλά εμείς σταματάμε να βγαίνουμε όταν παύουμε να είμαστε παιδιά. Μένουμε στο σπίτι και μαθαίνουμε να ράβουμε, να ζυμώνουμε και να αρμέγουμε αγελάδες. Πιστεύαμε ότι οι μουτζαχεντίν είχαν δίκιο κι ότι θα έφερναν ειρήνη. Αλλά μόλις έφυγαν οι Ρώσοι, η αιματοχυσία συνεχίστηκε και οι μουτζαχεντίν έσφαξαν όλους όσοι είχαν στηρίξει τους Ρώσους».

Οι Ρώσοι ήταν ανεπιθύμητοι διότι πρόσβαλλαν τις παραδόσεις, οι Αμερικανοί διότι απειλούσαν συγγενείς και συγχωριανούς ότι θα τους στείλουν στο Γκουαντάναμο και οι φανατικοί ισλαμιστές σαν τον Αμίρ Ντάντο διότι έσφαζαν αδιακρίτως

Μερικές γυναίκες είχαν συγγενείς κομμουνιστές που δεν πήγαιναν στο τζαμί και που ζούσαν με εντελώς διαφορετικό τρόπο από τον παραδοσιακό: «Μάς έλεγαν» είπε στον Gopal μια γυναίκα ονόματι Σακίρα, «να περπατάμε περήφανα και με χάρη», αλλά «δεν είχαμε πού να περπατήσουμε. Όποια ξεμύτιζε από το σπίτι την έπιαναν οι μουτζαχεντίν, την έχωναν πάλι μέσα και έκαναν έρευνα στα σπίτια για να βρουν αλφαβητάρια ή άλλα βιβλία και βιντεοκασέτες. Έκαιγαν όλα αυτά τα πράγματα δημοσίως, σε μεγάλες φωτιές».

Πολλές από τις γυναίκες που έζησαν τον εμφύλιο πόλεμο, πιστεύουν πως οι Ταλιμπάν τις σέβονται και πως θα εξασφαλίσουν την ειρήνη. Παρότι ο Gopal αναφέρει μαρτυρίες γυναικών για τις φονικές περιπολίες των Ταλιμπάν και για την πείνα που προκάλεσαν με τις πολεμικές τους επιχειρήσεις, οι γυναίκες επιμένουν ότι ακόμα και όσοι συνεργάστηκαν με τους Αμερικανούς -για οικονομικούς λόγους- τους μισούσαν. Εξάλλου, στις επαρχίες κυριαρχούσαν πάντοτε τοπικοί τρομοκράτες όπως ο Aμίρ Ντάντο -εχθρός των Ταλιμπάν ο οποίος σκοτώθηκε το 2009- που εκτελούσε «παραβατικές» γυναίκες με συνοπτικές διαδικασίες. Με λίγα λόγια, ο Gopal άκουσε ιστορίες τρόμου και σύγχυσης κατά τις οποίες οι «καλοί» μπλέκονταν με τους «κακούς»: οι χωρικοί ζούσαν με τον φόβο των Ρώσων, των μουτζαχεντίν, των νατοϊκών στρατευμάτων, των Ταλιμπάν, των ποικίλων τρομοκρατικών ισλαμιστικών ομάδων και των τοπικών φυλάρχων. Οι Ρώσοι ήταν ανεπιθύμητοι διότι πρόσβαλλαν τις παραδόσεις, οι Αμερικανοί διότι απειλούσαν συγγενείς και συγχωριανούς ότι θα τους στείλουν στο Γκουαντάναμο και οι φανατικοί ισλαμιστές σαν τον Αμίρ Ντάντο διότι έσφαζαν αδιακρίτως. Οι δε κεντρικές κυβερνήσεις δεν έκαναν τίποτα· ήταν αδρανείς ή ανίκανες.

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Gopal, οι χωρικοί και οι χωρικές είναι πρόθυμοι να συγχωρήσουν τους Ταλιμπάν για τα εγκλήματά τους υπό τον όρο να σταματήσουν τις επιθέσεις και τις επιδρομές: οι περισσότερες οικογένειες έχουν γιους Ταλιμπάν στους οποίους έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους. Ελπίζουν ότι στο Ισλαμικό Εμιράτο του Αφγανιστάν θα επικρατήσει ηρεμία κι ότι θα αναπτυχθεί κάποια τοπική οικονομία. Αλλά ο Gopal αναρωτιέται πώς θα γίνει αυτό όταν, σε πόλεις σαν τη Σαγκίν, οι γυναίκες δεν έχουν δικαίωμα να πάνε ούτε στην υπαίθρια αγορά· η μοναδική επαγγελματική δραστηριότητα που τους επιτρέπεται είναι εκείνη της μαμής. Διασχίζοντας το Αφγανιστάν, ο Gopal, αν και δεν παρέλειψε να καταγράψει τη στήριξη πολλών στους Ταλιμπάν, προβλέπει ότι η απογοήτευση δεν θα αργήσει: αντίθετα από άλλα κινήματα εθνικιστικής εξέγερσης, οι Ταλιμπάν δεν ασχολούνται με την ανοικοδόμηση, ούτε με τη δημιουργία κοινωνικών υπηρεσιών – δεν φαίνεται να έχουν ιδέα πώς να στήσουν κράτος. Οι Ταλιμπάν προσφέρουν το δίλημμα Υπακοή ή Θάνατος και οι γυναίκες επιλέγουν την υπακοή.

«Πηγή:https://www.athensvoice.gr/