Ο αγρότης στη Λακωνία που έθαψε ζωντανά τα παιδιά του.

ΑΠΟ ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΕΛΛΟΣ 

Η ιστορία που θα διηγηθούμε παρακάτω, περιγράφει με τον πιο εφιαλτικό τρόπο την ντροπή και τις προκαταλήψεις για τις ψυχολογικές και τις σωματικές ασθένειες των ανθρώπων της επαρχίας και όχι μόνο. Έκτοτε, οι κοινωνίες μας έχουν κάνει βήματα εμπρός ως προς την ενσυναίσθηση και την ενδυνάμωση των αντανακλαστικών της συλλογικής ηθικής. Ή μήπως όχι;

Το 1983 αποκαλύφθηκε το έγκλημα του αγρότη Βασίλη Τάκου, το 58χρονου αγρότη που ζούσε μαζί με την κατά 16χρονια μικρότερη γυναίκα του, τη Χρυσούλα, στο χωριό Ξηροκάμπι της Σπάρτης. Σας μοιάζει τόσο μακρινή εκείνη η εποχή;

Η Ντροπή

Η Χρυσούλα, μια ψυχικά διαταραγμένη μάνα, που μπαινόβγαινε κάθε τόσο στα ψυχιατρεία, ήταν ένα άβουλο ον, αδύναμη να ακολουθήσει ακόμη και το μητρικό της ένστικτο. Ποιος, άραγε, θα την πίστευε αν έλεγε ότι ο άνδρας της είχε θάψει ζωντανά δύο από τα τέσσερα παιδιά τους, στο κατώι του σπιτιού τους, «επειδή ήταν άρρωστα»; Όταν τόλμησε να μιλήσει στη μάνα της, εκείνη έκανε πως δεν άκουσε. «Θα γίνω ρεζίλι στην Αστυνομία, αν καταγγείλω τέτοια πράγματα», σκέφτηκε.

 

Ας γυρίσουμε όμως το χρόνο πίσω. 

Ο 58χρονος αγρότης Βασίλης Τάκος συζούσε από τα τέλη της δεκαετίας του `70 με τη Χρυσούλα. Δεν ήταν ποτέ άνετη η καθημερινότητα τους. Εκείνος είχε ήδη κάνει 12 χρόνια φυλακή για ναρκωτικά, ενώ εκείνη αντιμετώπιζε έντονα ψυχολογικά προβλήματα.

Ήταν το 1979, όταν η Χρυσούλα έφερε στον κόσμο το δεύτερο παιδί τους, ένα κοριτσάκι. Οι μήνες περνούσαν, αλλά κανείς δεν είχε δει το παιδί στο χωριό, κανείς δεν ήξερε κάτι γι’ αυτό. Άλλωστε οι χωριανοί φοβούνταν να αναφερθούν στον Τάκο. Τους προκαλούσε φόβο και τις λίγες φορές που τον κουτσομπόλευαν, τον έλεγαν «ο ληστής».

Προφάσεις εν αμαρτίαις

Το καλοκαίρι του 1981 η Χρυσούλα γέννησε το τρίτο τους παιδί, ένα αγοράκι. Όμως, ούτε αυτό το είδαν ποτέ στο χωριό. Στις ερωτήσεις των συγγενών και της γειτονιάς πού ήταν τα παιδιά, δεν έδιναν σαφείς απαντήσεις. Τη μία έλεγαν ότι το κοριτσάκι πέθανε από μηνιγγίτιδα στο νοσοκομείο παίδων της Βούλας, την άλλη ότι τα έδωσαν και τα δύο σε ένα πλούσιο ζευγάρι άτεκνων από την Αθήνα ή σε κάποιους Τσιγγάνους. Μέχρι και στο βρεφοκομείο της Σπάρτης είπαν ότι τα έκλεισαν, επειδή «ήταν αρρωστιάρικα».

Όταν τον Ιανουάριο του 1983 η Χρυσούλα γέννησε το τέταρτο παιδί της, αποκάλυψε στη μητέρα της όλα όσα είχαν συμβεί. «Αυτός τα σκότωσε», είπε. «Τα έθαψε ζωντανά στο κατώι». Εκείνη δεν την πίστεψε. Απέδωσε τα λόγια της στο σαλεμένο μυαλό της κόρης της και φοβήθηκε να πάει στην Αστυνομία, «γιατί θα την περνούσαν για τρελή». Όμως, όταν λίγες ημέρες αργότερα ο γαμπρός της έσπασε την κόρη της στο ξύλο επειδή άνοιξε το στόμα της, άρχισε να το ξανασκέφτεται. Πήγε στην Αστυνομία στη Σπάρτη και κατήγγειλε την εξαφάνιση των δύο εγγονιών της.

Η Ομολογία

Οι αστυνομικοί κάλεσαν το Βασίλη Τάκο για κατάθεση. Εκείνος επαναλάμβανε τα σενάρια περί μηνιγγίτιδας και Τσιγγάνων, ρίχνοντας τα βάρη στη σύζυγο και την πεθερά του. Μετά από αρκετές ώρες ανάκρισης «έσπασε» και άρχισε να περιγράφει με κυνικότητα τα εγκλήματά του. Το κοριτσάκι, που ήταν πέντε μηνών, το έθαψαν, μαζί με τη γυναίκα του, όπως είπε, στο κατώι του σπιτιού, γιατί, «εκτός από μηνιγγίτιδα, έπασχε από στραβισμό και είχε σπάσει το πόδι του»! Όσο για το αγοράκι, ήταν 18 μηνών όταν προδιέγραψαν και γι’ αυτό το ίδιο τέλος: «Το θάψαμε δίπλα στο άλλο, για να έχει παρέα»!

Ήταν 3 Μαρτίου 1983, όταν ο Βασίλης Τάκος οδηγήθηκε στο σπίτι για την αναπαράσταση και το πρωτοφανές έγκλημα αποκαλύφθηκε. Το πτώμα του μικρού αγοριού βρέθηκε γυμνό σε βάθος 70-80 εκατοστών. Είχε πεθάνει από αναρρόφηση και είχε κατάγματα σε όλο του το κορμάκι. Για τον εντοπισμό του κοριτσιού χρειάστηκε να φτάσει εκσκαφέας την επόμενη ημέρα. Είχαν μείνει μόνο τα οστά…

«Τα λυπήθηκα επειδή ήταν άρρωστα. Τα λύτρωσα από τη μίζερη ζωή τους», είπε με απάθεια ο παιδοκτόνος. Όπως αποκάλυψε με την παιδική του αφέλεια ο μεγάλος γιος του, που ήταν πέντε χρόνων, μια μέρα τον κυνηγούσε ο πατέρας του με το κλαδευτήρι, επειδή είχε νευριάσει μαζί του, αλλά δεν κατάφερε να τον πιάσει.

 

Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Κυπαρισσίας καταδίκασε τον 58χρονο αγρότη δις εις θάνατο, ενώ η σύζυγός του, που ήταν κατηγορούμενη για συνέργεια στις δύο ανθρωποκτονίες, αθωώθηκε. «Έξι χρόνια ο σύζυγός μου με έδερνε, επειδή πίστευε ότι το δεύτερο παιδί μας δεν ήταν δικό του. Γι’ αυτό δεν πήγα στην Αστυνομία από την πρώτη στιγμή. Εκείνη την ημέρα τον είδα να ανοίγει το λάκκο. Ήξερα τι πήγαινε να κάνει και έφυγα για να μη βλέπω», είπε στην απολογία της. Μετά το τέλος της δίκης επέστρεψε στο ψυχιατρείο της Τρίπολης όπου είχε κλειστεί όταν αποκαλύφθηκε το έγκλημα. Η ποινή του συζύγου της επικυρώθηκε και από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο του Ναυπλίου, που τον δίκασε σε δεύτερο βαθμό. 

Με στοιχεία από το Ημερολόγιο Εγκλήματος

 Πηγή

mikropragmata.lifo.gr