Τα μηνύματα από τη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν στην Κωνσταντινούπολη, είναι θετικά. Θα φανεί στην πράξη σε ποιο βαθμό ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Τα μηνύματα που εκπέμπουν και οι δυο πλευρές από τη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν στην Κωνσταντινούπολη, είναι θετικά. Θα φανεί στην πράξη σε ποιο βαθμό ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Είναι, προφανώς χρήσιμο να υπάρχουν ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας. Όπως, όντως υπάρχουν μεγάλα περιθώρια βελτίωσης των διμερών σχέσεων, παρά τις διαφωνίες. Το όφελος που θα προκύψει δεν περιορίζεται στις δυο χώρες, αλλά αφορά όλη την περιοχή της Αν. Μεσογείου.

Ωστόσο, είναι μάλλον αυτονόητο ότι δεν μπορούν να γίνουν ουσιαστικά βήματα ενώ εκτοξεύονται απειλές, ρητορικές ή θεσμικές όπως το ψηφισμένο από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση Casus Belli σε περίπτωση που η Ελλάδα κάνει χρήση του δικαιώματός της να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 μίλια εφαρμόζοντας τη σχετική πρόνοια του Δικαίου της Θάλασσας.

Και πως δεν υπηρετούν τον στόχο της βελτίωσης των διμερών σχέσεων ενέργειες όπως το έωλο τουρκολυβικό μνημόνιο που αγγίζει τα όρια της γελοιότητας, η αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας νησιών και οι συνεχιζόμενες υπερπτήσεις, ή το παράνομο άνοιγμα των Βαρωσίων και οι παραβιάσεις της κυπριακής ΑΟΖ.

Σε κάθε περίπτωση, είναι χρήσιμο για όλους – τόσο στο πολιτικο-διπλωματικό επίπεδο, όσο και σε αυτό της κοινής γνώμης της κάθε χώρας – ό,τι συζητείται και συμφωνείται κεκλεισμένων των θυρών να ακολουθείται και στις δημόσιες τοποθετήσεις και γενικά στη συμπεριφορά των δυο πλευρών. Μόνον έτσι θα οικοδομηθεί η αναγκαία εμπιστοσύνη και αξιοπιστία, απαραίτητα συστατικά για μια πραγματική βελτίωση των σχέσεων σε βάθος χρόνου.

Μπορεί, όντως, να υπάρξει εμβάθυνση των οικονομικών επαφών και αύξηση των συναλλαγών κάτι που θα συμβάλλει στη σταδιακή εμπέδωση ενός θετικού κλίματος, σε αντικατάσταση του συγκρουσιακού που με τη στάση και τη ρητορική της διατηρεί στο προσκήνιο η Τουρκία.

Η διαχείριση του μεταναστευτικού-προσφυγικού, όπως και η δημιουργία ανθρωπιστικών διαδρόμων στην Ουκρανία, είναι πεδία όπου μπορεί – ειδικά στο δεύτερο πρέπει – να υπάρξει συνεργασία.

Μετά από ένα ήρεμο καλοκαίρι στο Αιγαίο, θα αποτελούσε λογικό και ευπρόσδεκτο επόμενο βήμα η διεγαγωγή του 5ου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας, το φθινόπωρο στη Θεσσαλονίκη.

Η Ελλάδα δεν απειλεί, δεν διεκδικεί, δεν αμφισβητεί το Δίκαιο της Θάλασσας ούτε διεθνείς συμβάσεις και συνθήκες. Κινειται με σταθερή πυξίδα. Το αποδεικνύει άλλωστε και με τη σταθερότητα που επιδεικνύει στις συμμαχίες της. Δεν αμφιταλαντεύεται.

Εναπόκειται στην Τουρκία να δείξει ότι επιθυμεί ειλικρινά να αλλάξει σελίδα στη σχέση της με την Ελλάδα, όπως επιχειρεί να κάνει το τελευταίο διάστημα με άλλες σημαντικές χώρες της ευρύτερης περιοχής, από τα Εμιράτα μέχρι το Ισραήλ.

Σε μια τέτοια περίπτωση – όπου η Άγκυρα θα σταματούσε τις αμφισβητήσεις και τις απειλές, άμεσες ή έμμεσες, τόσο στο Αιγαίο όσο και στην Κύπρο – η Αθήνα θα ήταν έτοιμη να ανταποκριθεί, μεταξύ άλλων και με την έμπρακτη στήριξη της ενίσχυσης των ευρωτουρκικών σχέσεων.

Επιπροσθέτως, η Τουρκία δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοεί μια σημαντική παράμετρο της σύνθετης εξίσωσης των ελληνοτουρκικών. Η Ελλάδα είναι ισότιμο μέλος της ΕΕ, ενώ διατηρεί διαύλους επιρροής σε σημαντικούς παγκόσμιους παίκτες.

Αυτά τα δυο χαρακτηριστικά της, που δεν πρόκειται να εκλείψουν, αποτελούν έναν επιπλέον λόγο για τον οποίο είναι προς το συμφέρον της Τουρκίας να έχει την Ελλάδα φίλο και όχι αντίπαλο ή εχθρό.

Η επιλογή ανήκει αποκλειστικά στην Άγκυρα Αν επιλέξει τη νηφαλιότητα και την ειλικρινή συνεργασία, τότε όντως μαζί με την Αθήνα θα συνέβαλαν στην διαφύλαξη της αρχιτεκτονικής ασφαλείας στην Ευρώπη, ειδικά στο νοτιοανατολικό της άκρο.

ΠΗΓΗ:https://www.kathimerini.gr/