Η θαυμαστή φιλομάθεια και φιλαναγνωσία του Αββά Δωροθέου (6ος αιών). Εισαγωγικό σημείωμα

Επιμέλεια: Γιώργος Τ. Αλεξίου

 

Ο Αββάς (= πνευματικός πατήρ) Δωρόθεος (+ 13 Αυγούστου) γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Συρίας περί το έτος 500 μ. Χ. Απέκτησε ευρεία φιλολογική και φιλοσοφική μόρφωση, ίσως στην ακμαία τότε σχολή της Γάζας. Απέκτησε επίσης ικανές γνώσεις ιατρικής κι έγινε, από προσωπική εμπειρία, θαυμάσιος ψυχολόγος. Σε νεαρή ηλικία χειροτονήθηκε Μοναχός και αργότερα, περί τα μέσα του 6ου αιώνα, αναδείχτηκε Ηγούμενος σε κάποια μονή, η οποία βρισκόταν μάλλον στα περίχωρα της Γάζας.

 

Συνέγραψε 17 σπουδαίες Διδαχές και 16 Επιστολές σημαντικού περιεχομένου. Στις συγγραφές του παρουσιάζεται ως προσωπικότητα σπάνιας πνευματικής συγκρότησης και ακτινοβολίας και γι’ αυτό είχε και την ανάλογη επιρροή στην εποχή του και αργότερα.

 

Η Ανατολική Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη του την 13η Αυγούστου, ενώ η Δυτική την 5η Ιουνίου. (Γ.Τ.Α.).

 

Κείμενο Αββά Δωροθέου

 

Όταν σπούδαζα τα μαθήματα της έξω παιδείας, στην αρχή κοπίαζα πολύ, και όταν ερχόμουν να πάρω το βιβλίο ήμουν σαν να πήγαινα να πιάσω θηρίο. Καθώς λοιπόν επέμεινα να πιέζω τον εαυτό μου, βοήθησε ο Θεός και τόσο πολύ απόκτησα τη συνήθεια της μελέτης, ώστε από την φλόγα των αναγνωσμάτων δεν γνώριζα καν τι έτρωγα ή τι έπινα ή πώς κοιμόμουν. Και ποτέ δεν παρασύρθηκα σε γεύμα με κάποιον από τους φίλους μου, αλλά ούτε ερχόμουν σε συνάντησή τους κατά την διάρκεια της μελέτης, μολονότι αγαπούσα τις συντροφιές και τους φίλους μου. Μόλις λοιπόν μας απέλυε ο σοφιστής και λουζόμουν (διότι είχα ανάγκη να υγραίνομαι καθημερινώς, επειδή ξηραινόμουν από την υπερβολή της μελέτης), αναχωρούσα προς την κατοικία μου, χωρίς να εξεύρω τι έχω να φάγω, διότι δεν ημπορούσα ν’ ασχοληθώ ούτε με το να εκλέξω το φαγητό μου. Είχα όμως κάποιον έμπιστο και αυτός μου ετοίμαζε ό,τι ήθελε. Ελάμβανα λοιπόν ό,τι εύρισκα ετοιμασμένο από αυτόν, έχοντας και το βιβλίο δίπλα μου επάνω από το κρεβάτι και από καιρό σε καιρό έσκυβα σ’ αυτό. Και όταν εξάπλωνα για ύπνο το είχα ομοίως πλησίον μου, και μόλις τον άρπαζα λίγο, ευθύς αμέσως αναπηδούσα στην ανάγνωση. Πάλι το βράδυ, όταν αποσυρόμουν μετά τον εσπερινό, άναπτα το λυχνάρι κι διάβαζα έως τα μεσάνυκτα κι ευρισκόμουν σε τέτοια κατάσταση, ώστε δεν αισθανόμουν καμιά ευχαρίστηση τόσο όσο από τις σπουδές (Μετάφραση Παναγιώτου Κ. Χρήστου).

{Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών, τόμ. 12, Αββά Δωροθέου (Πραγματείες – Επιστολές), Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 453,454}.

 

 

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.