Δύο ακόμη Ερωτήσεις συνυπέγραψε η Μαρία Αντωνίου μαζί με συναδέλφους της από τη Νέα Δημοκρατία, στο πλαίσιο άσκησης Κοινοβουλευτικού Ελέγχου. Στην μία επισημαίνεται ότι η θέσπιση νομοθεσίας που θα «στεγανοποιεί» αποτελεσματικά από πολιτικές παρεμβάσεις την διεξαγωγή ερευνών σε αδικήματα οικονομικού εγκλήματος και διαφθοράς, αποτελεί απαράβατο όρο και υποχρέωση κάθε δημοκρατικής και ευνομούμενης πολιτείας” και Ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός γιατί δεν έχουν προχωρήσει ακόμη οι διαδικασίες που προβλέπονται.

Στην άλλη τονίζεται ότι “η περιβαλλοντική συνείδηση της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ καταρρέει συστηματικά, όπως άλλωστε και το ηθικό της πλεονέκτημα. Η ηγεσία του Υπουργείου δείχνει συστηματική αδιαφορία, που καταδικάζει εντέλει σε απραξία, γύρω από το ζήτημα των περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων και το συστηματικό έλεγχο εφαρμογής της περιβαλλοντικής Νομοθεσίας”.

Ακολουθούν οι ερωτήσεις:

ΘΕΜΑ: Το ΥΠΕΝ αδιαφορεί συστηματικά για το περιβάλλον

Η περιβαλλοντική συνείδηση της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ καταρρέει συστηματικά, όπως άλλωστε και το ηθικό της πλεονέκτημα. Η ηγεσία του Υπουργείου δείχνει συστηματική αδιαφορία, που καταδικάζει εντέλει σε απραξία, γύρω από το ζήτημα των περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων και το συστηματικό έλεγχο εφαρμογής της περιβαλλοντικής Νομοθεσίας. Ειδικότερα, με το άρθρο 20 του Ν.4014/2011 θεσπίστηκε η υποχρέωση συστηματικών περιοδικών περιβαλλοντικών ελέγχων στα έργα και δραστηριότητες κατηγορίας Α και Β, με σκοπό την ουσιαστική προστασία του περιβάλλοντος και τη διασφάλιση του υγιούς ανταγωνισμού. Οι εν λόγω επιθεωρήσεις μπορούν να είναι προληπτικές (διενεργούνται κατά τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης), τακτικές (διενεργούνται μετά την αδειοδότηση, σε προσδιορισμένο χρόνο βάσει του σχεδιασμού των επιθεωρήσεων είτε κατά το στάδιο κατασκευής είτε κατά το στάδιο της λειτουργίας) και έκτακτες.

Αρμόδιες αρχές για τη διεξαγωγή περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων είναι η Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος (ΕΥΕΠ), η αδειοδοτούσα αρχή για τις προληπτικές επιθεωρήσεις, κατά τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης, οι αρμόδιες υπηρεσίες των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και των Περιφερειών, τα Κλιμάκια Ελέγχου Ποιότητας Περιβάλλοντος και οι Περιβαλλοντικοί Ελεγκτές, ενεργούντες κατόπιν εντολής των αμέσως προαναφερόμενων ελεγκτικών υπηρεσιών. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Νόμου βάσει των σχεδίων περιβαλλοντικής επιθεώρησης καταρτίζονται προγράμματα τακτικών περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων με βάση συγκεκριμένα κριτήρια αξιολόγησης του περιβαλλοντικού κινδύνου και καθορίζεται συγκεκριμένη συχνότητα ελέγχων ανά είδος δραστηριότητας. Στην παρ.18 του ίδιου Άρθρου ορίζεται ότι με προεδρικό διάταγμα καθορίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για τη σύσταση και τήρηση του Μητρώου Περιβαλλοντικών Ελεγκτών.

Στο τέλος του 2014 το σχετικό σχέδιο ΠΔ είχε συνταχθεί από τις υπηρεσίες του ΥΠΕΝ σε συνεργασία με την Πολιτική Ηγεσία, αλλά δεν πρόλαβε να προωθηθεί στο ΣτΕ για τον απαιτούμενο έλεγχο νομιμότητας. Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ δε συνέχισε τη διαδικασία, με αποτέλεσμα ακόμη και σήμερα το ζήτημα να παραμένει σε εκκρεμότητα και οι περιβαλλοντικοί έλεγχοι να αποτελούν πρόνοια του Νόμου χωρίς πρακτικό αντίκρισμα.

Επειδή, η αδράνεια και εγκληματική αδιαφορία της Κυβέρνησης γύρω από το ζήτημα της ενεργοποίησης του Μητρώου Περιβαλλοντικών Ελεγκτών οδηγεί σε:

  • σοβαρή υποβάθμιση της περιβαλλοντικής προστασίας και συνέχιση της μη επιβολής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας

  • συνέχιση των σποραδικών επιθεωρήσεων με αδιαφανή κριτήρια και κανόνες (σε αντίθεση με τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν.4014/2011 που βασίζονται στις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 23 της Οδηγίας 2010/75) που δίνουν το περιθώριο στη διοίκηση να επιλέγει κατά το δοκούν τις εγκαταστάσεις που επιθεωρεί και αυτές που δεν επιθεωρεί, δημιουργώντας, δικαίως ή αδίκως, υπόνοιες διαφθοράς

  • προβλήματα συμμόρφωσης με τις ευρωπαϊκές Οδηγίες

  • συνέχιση της ευνοϊκής μεταχείρισης των οικονομικών παραγόντων σε βάρος του περιβάλλοντος, αφού γνωρίζουν ότι οι πιθανότητες να ελεγχθούν είναι πολύ μικρές.

Ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας:

  1. Πόσες τακτικές επιθεωρήσεις με αυτοψία διεξήχθησαν το 2015;
  2. Πόσες έκτακτες επιθεωρήσεις με αυτοψία διεξήχθησαν το 2015;
  3. Διεξάγονται τακτικές συστηματικές επιθεωρήσεις με αυτοψία στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις του Παραρτήματος Ι της Οδηγίας 2010/75 όπως προβλέπεται στη σχετική οδηγία;

  4. Διεξάγονται τακτικές συστηματικές επιθεωρήσεις με αυτοψία στις εγκαταστάσεις επεξεργασίας αποβλήτων και τους οργανισμούς ή επιχειρήσεις που παράγουν επικίνδυνα απόβλητα, σύμφωνα με το άρθρο 34 της Οδηγίας 2008/98;

  5. Διεξάγονται περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις με αυτοψία στα έργα και δραστηριότητες που πρόκειται να πραγματοποιηθούν εν μέρει ή στο σύνολό τους σε προστατευόμενες περιοχές του εθνικού καταλόγου του Δικτύου NATURA 2000 σε συμμόρφωση με την παρ. 7 του άρθρου 20 του ν. 4014/2011;

  6. Έχει καταρτίσει η Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος σχέδια περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων των έργων και δραστηριοτήτων κατηγορίας Α καθώς και προγράμματα τακτικών περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων, με πρόβλεψη της συχνότητας των επιτόπιων επισκέψεων στις σχετικές εγκαταστάσεις, μετά από συστηματική αξιολόγηση των περιβαλλοντικών κινδύνων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν.4014/2011;

  7. Θα προχωρήσει το ΥΠΕΝ στην εφαρμογή του νόμου με τη θεσμοθέτηση του σχετικού ΠΔ για το μητρώο πιστοποιημένων περιβαλλοντικών ελεγκτών;

ΘΕΜΑ: «Στεγανοποίηση» από πολιτικές παρεμβάσεις των ερευνών διαφθοράς και οικονομικού εγκλήματος

Η θέσπιση νομοθεσίας που θα «στεγανοποιεί» αποτελεσματικά από πολιτικές παρεμβάσεις την διεξαγωγή ερευνών σε αδικήματα οικονομικού εγκλήματος και διαφθοράς, αποτελεί απαράβατο όρο και υποχρέωση κάθε δημοκρατικής και ευνομούμενης πολιτείας.

Έως σήμερα και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12, παρ. 1, εδάφια α’ και β’ του Ν. 4320/2015, όπως ισχύει, ο αρμόδιος για την καταπολέμηση της διαφθοράς και του οικονομικού εγκλήματος Υπουργός Επικρατείας καταρτίζει συντονισμένα προγράμματα δράσης και ελέγχει την υλοποίησή τους από τους ελεγκτικούς και διωκτικούς μηχανισμούς και τα σώματα της Διοίκησης, ενώ παράλληλα ασκεί τον επιχειρησιακό έλεγχο της Οικονομικής Αστυνομίας, του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, των Υπηρεσιών Εσωτερικού Ελέγχου των Υπουργείων, του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας και συντονίζει και εποπτεύει τη δράση τους, καθορίζει τις προτεραιότητες των ελεγκτικών τους δράσεων και τους αναθέτει τη διενέργεια συντονισμένων ή επιμέρους ελέγχων και διορίζει από κοινού με τους συναρμόδιους Υπουργούς τον Ειδικό Γραμματέα Σ.Δ.Ο.Ε. και τους επικεφαλής των Υπηρεσιών που αναφέρονται στο άρθρο αυτό.

Οι αρμοδιότητες αυτές, αυτούσιες, ανατέθηκαν πλέον με την υπ’ αριθμ. Υ30/12.10.2015 Απόφαση Πρωθυπουργού στον αναπληρωτή Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αρμόδιο για θέματα διαφθοράς και συγκεκριμένα στο άρθρο 1, παρ. 2 αυτής.

Σε σχετική απάντηση σας με αρ. πρωτ. 392/26.11.2015, σε Ερώτηση Κοινοβουλευτικού Ελέγχου του Βουλευτή Βοιωτίας κ. Ευ. Μπασιάκου και αναφορικά με το μείζον ζήτημα της καταπολέμησης της διαφθοράς, σημειώνατε ότι «οι αρχές επεξεργάζονται και θα εκδώσουν νομοθεσία για την στεγανοποίηση της διεξαγωγής ερευνών για οικονομικό έγκλημα και διαφθορά από πολιτικές παρεμβάσεις σε συγκεκριμένες υποθέσεις, ιδίως με την τροποποίηση των διατάξεων του άρθρου 12 του ν. 4320/2015 και με την δημιουργία συστήματος που θα εξασφαλίζει τον ορθό συντονισμό, την ιεράρχηση των ερευνών και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ ερευνητικών σωμάτων μέσω ενός Συντονιστικού Σώματος στο οποίο θα προεδρεύουν εισαγγελείς οικονομικού εγκλήματος και εγκλημάτων διαφθοράς». Έως και σήμερα αντίστοιχη νομοθετική πρωτοβουλία δεν έχει αναληφθεί από την πλευρά του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με αποτέλεσμα οι διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 4320/2015 να εξακολουθούν να ισχύουν.

Πρέπει να σημειωθεί ότι στο σχέδιο νόμου «Έκδοση Διαταγής Πληρωμής για αξιώσεις από διοικητική σύμβαση κλπ», όπως είχε αναρτηθεί στην δημόσια διαβούλευση τον Οκτώβριο του 2014, στο άρθρο 2, προβλεπόταν η σύσταση Εθνικής Συντονιστικής Επιτροπής Δίωξης της Διαφθοράς και του Οικονομικού Εγκλήματος, αποτελούμενη από έξι (6) τακτικά μέλη και ισάριθμα αναπληρωματικά. Μέλη της Επιτροπής προβλεπόταν να είναι ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος, ο Εισαγγελέας Εγκλημάτων Διαφθοράς Αθηνών, ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων, ο Ειδικός Γραμματέας του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, ο Διοικητής της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας και ο Διευθυντής της Οικονομικής Αστυνομίας, με τους αναπληρωτές τους, ενώ χρέη Προέδρου της Επιτροπής θα εκτελούσε ο αρχαιότερος Εισαγγελικός Λειτουργός, μέλος της επιτροπής. Δυστυχώς, κατά την συζήτηση και ψήφιση του σχετικού σχεδίου νόμου (Ν. 4329/2015, ΦΕΚ 53/Α΄/2015), το σχετικό άρθρο δεν περιλήφθηκε και δεν νομοθετήθηκε.

Κατόπιν των ανωτέρω,

ΕΡΩΤΑΤΑΙ Ο ΑΡΜΟΔΙΟΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ

  1. Γιατί δεν έχει ακόμα νομοθετήσει τον όρο της στεγανοποίησης από πολιτικές παρεμβάσεις στη διεξαγωγή ερευνών σε αδικήματα οικονομικού εγκλήματος και διαφθοράς, όπως ο ίδιος ανέφερε ότι προτίθεται να πράξει στην από 26.11.2015 απάντηση του στον Κοινοβουλευτικό Έλεγχο;

  1. Γιατί συνεχίζει να υφίσταται από πλευράς αρμοδιοτήτων η δυνατότητα του αναπληρωτή Υπουργού Δικαιοσύνης να ασκεί άμεσο έλεγχο των διωκτικών μηχανισμών για θέματα διαφθοράς;

  1. Πότε προτίθεται να προχωρήσει στη νομοθέτηση της στεγανοποίησης της διεξαγωγής ερευνών για οικονομικό έγκλημα και διαφθορά από πολιτικές παρεμβάσεις;

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.