Το φάσμα της φτώχειας αντιμετωπίζει το 35,7% των Ελλήνων ενώ το μέσο ετήσιο εισόδημα ανέρχεται στα 8.796 ευρώ όπως προκύπτει από τα στοιχεία που παρουσίασε η ΕΛΣΤΑΤ.

Από την Ελληνική Στατιστική Αρχή ( ΕΛΣΤΑΤ ) ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα της δειγματοληπτικής Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών (SILC) έτους 2015, με περίοδο αναφοράς εισοδήματος το έτος 2014 .

Η έρευνα αποτελεί τη βασική πηγή αναφοράς των συγκριτικών στατιστικών για την κατανομή του εισοδήματος και τον κοινωνικό αποκλεισμό . Τα αποτελέσματα της έρευνας έτους 2016, με περίοδο αναφοράς εισοδήματος το έτος 2015, θα ανακοινωθούν στις 23 Ιουνίου 2017.

Δείκτες της Στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης « Ευρώπη 2020» Στο πλαίσιο της Ευρώπης 2020, αναφορικά με την καταπολέμηση της φτώχειας , έχει τεθεί ως στόχος « να μειωθούν κατά 20 εκατομμύρια τα άτομα που βρίσκονται ή που κινδυνεύουν να βρεθούν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό » έως το 2020.

Με βάση τα στοιχεία της Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2015, o πληθυσμός που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό ανέρχεται στο 35,7% του πληθυσμού της Χώρας , παρουσιάζοντας μια μικρή μείωση σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά . Ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού είναι υψηλότερος στην περίπτωση των ατόμων ηλικίας 18-64 ετών (39,4%).

 

Το Γράφημα 1 παρουσιάζει την εξέλιξη ─ και συγκεκριμένα την ανοδική τάση από το 2010 και μετά ─ του δείκτη την τελευταία δεκαετία .

  • Ο πληθυσμός ηλικίας 18-64 ετών που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό εκτιμάται για τους Έλληνες σε 37,4% και για τους αλλοδαπούς που διαμένουν στην Ελλάδα σε 64,3%

    – Ο πληθυσμός ηλικίας 18-64 ετών που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό εκτιμάται για τους αλλοδαπούς που διαμένουν στην Ελλάδα, αλλά γεννήθηκαν σε χώρα εκτός Ελλάδος σε 63,4%

 

  • Το ποσοστό του πληθυσμού, που ενώ δε βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας, διαβιεί σε νοικοκυριά με υλική στέρηση αλλά χωρίς χαμηλή ένταση εργασίας ανέρχεται σε 8,4%.
  • Το ποσοστό του πληθυσμού, που δε βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας, και διαβιεί σε νοικοκυριά χωρίς υλική στέρηση αλλά με χαμηλή ένταση εργασίας ανέρχεται σε 4,8% .
  • Το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας αλλά διαβιεί σε νοικοκυριά χωρίς υλική στέρηση και χωρίς χαμηλή ένταση εργασίας ανέρχεται σε 7,0%.

Πληθυσμός σε κίνδυνο φτώχειας και κατώφλι κινδύνου φτώχειας


– Το κατώφλι της φτώχειας ανέρχεται στο ποσό των 4.512 ευρώ ετησίως ανά άτομο και σε 9.475 ευρώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών.


– Το έτος 2015, το 21,4% του συνολικού πληθυσμού της Χώρας ήταν σε κίνδυνο φτώχειας όταν το όριο φτώχειας ορίζεται στο 60% του διάμεσου συνολικού ισοδύναμου εισοδήματος του νοικοκυριού.


Ο παραπάνω δείκτης που κατά το 2005 (με περίοδο αναφοράς εισοδήματος το 2004) ανερχόταν στο 19,6%, σημείωσε αύξηση κατά το 2011 και το 2012 (στο 21,4% και 23,4% αντίστοιχα), ενώ άρχισε να μειώνεται από το 2013. Το μέσο ετήσιο ατομικό ισοδύναμο εισόδημα ανέρχεται σε 8.796 ευρώ και το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών της Xώρας σε 17.182 ευρώ.


– Τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας εκτιμώνται σε 860.117 σε σύνολο 4.195.840 νοικοκυριών, και τα μέλη τους σε 2.293.172 στο σύνολο των 10.723.089 ατόμων του πληθυσμού της Χώρας.

Βασικές διαπιστώσεις


– Ο κίνδυνος φτώχειας για παιδιά ηλικίας 0 ─ 17 ετών (παιδική φτώχεια) ανέρχεται σε 26,6% σημειώνοντας αύξηση κατά 1,1 ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με το 2014, ενώ είναι υψηλότερος κατά 5,2 ποσοστιαίες μονάδες από το αντίστοιχο ποσοστό του συνολικού πληθυσμού.


– Ο κίνδυνος φτώχειας για άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών ανέρχεται σε 13,7% παρουσιάζοντας μείωση σε σχέση με το 2014.


– Ο πληθυσμός που διαβιεί σε νοικοκυριά που δεν εργάζεται κανένα μέλος ή εργάζεται λιγότερο από 3 μήνες, συνολικά, το έτος, ανέρχεται σε 1.111.300 άτομα ή σε 18,7% του πληθυσμού ηλικίας 18 – 59 ετών, ενώ το προηγούμενο έτος (2014) ανερχόταν σε 1.165.800 άτομα.


– Από τη μία πλευρά, αύξηση σημείωσε το ποσοστό του πληθυσμού που απειλείται από τη φτώχεια, ως προς το σύνολο του πληθυσμού, στη περίπτωση των:


– Εργαζομένων γυναικών κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες (11,0%). Η αύξηση αφορά κυρίως στις περιπτώσεις αυτοαπασχολούμενων γυναικών (1,8 ποσοστιαίες μονάδες) και λιγότερο στη περίπτωση όσων εργάζονται σε μισθωτές εργασίες (0,4 ποσοστιαίες μονάδες)


– Μονογονεϊκών νοικοκυριών κατά 4,4 ποσοστιαίες μονάδες (32,2%)
– Νοικοκυριών με έναν ενήλικα κάτω των 65 ετών κατά 4,2 ποσοστιαίες μονάδες (27,8%) από την άλλη πλευρά, μειωμένο εμφανίζεται το ποσοστό του πληθυσμού που απειλείται από τη φτώχεια στην περίπτωση των:


– Μη εργαζομένων γυναικών κατά 1,9 ποσοστιαίες μονάδες (24,0%)


– Λοιπών μη οικονομικά ενεργών γυναικών (εκτός συνταξιούχων) κατά 2,7 ποσοστιαίες μονάδες (25,6%)


– Νοικοκυριών με δύο ενήλικες και ένα εξαρτώμενο παιδί κατά 3,7 ποσοστιαίες μονάδες (18,9%)


– Νοικοκυριών αποτελούμενων από τρείς ή περισσότερους ενήλικες κατά 3,1 ποσοστιαίες μονάδες (18,6%)


– Ο πληθυσμός σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό ανέρχεται σε 3.828.500 άτομα ή σε 35,7% του συνόλου του πληθυσμού, σημειώνοντας μικρή μείωση κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες (κατά το έτος 2014 ήταν 3.884.700 άτομα που αντιστοιχούσαν στο 36,0% του πληθυσμού)


– Ο κίνδυνος φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, υπολογιζόμενος με κατώφλια διάφορα του 60% του διάμεσου συνολικού διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος, ανέρχεται σε:


-9,3%, αν το κατώφλι οριστεί στο 40% του διάμεσου συνολικού διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος,


– 14,1%, αν το κατώφλι οριστεί στο 50% του διάμεσου συνολικού διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος και 26,3%, αν το κατώφλι οριστεί στο 70% του διάμεσου συνολικού διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος, αντίστοιχα.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.