Το νέο καθεστώς προστασίας της πρώτης κατοικίας παρέχει την δυνατότητα σε χιλιάδες πολίτες να γλιτώσουν τα ακίνητά τους από πλειστηριασμούς ωστόσο, ορισμένοι θα βρεθούν αντιμέτωποι με κατασχέσεις από τις 30 Απριλίου.

Εγκύκλιος της ΑΑΔΕ ξεκαθαρίζει το πώς θα κινηθούν οι εφοριακοί από τις 30 Απριλίου απέναντι σε όσους επιλέξουν να μην υπαχθούν στο διάδοχο σχήμα.

Από την 1η Μαρτίου 2019 δεν υφίσταται πλέον η δυνατότητα του οφειλέτη να υποβάλει δικαστικώς αίτηση για εξαίρεση της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση για οφειλές.

Βάσει της εγκυκλίου όσοι δεν υπαχθούν ή δεν επιλεγούν στο νέο καθεστώς θα βρεθούν αντιμέτωποι με πρόγραμμα πλειστηριασμού της πρώτης κατοικίας τους.

Σύμφωνα με την εγκύκλιο Πιτσιλή, όσοι υποβάλλουν αίτηση συναινετικής ρύθμισης και κριθούν επιλέξιμοι κατά τον προέλεγχο ισχύει αυτοδίκαιη αναστολή κάθε πλειστηριασμού της κύριας κατοικίας τους, ακόμη και έναντι των πιστωτών που δεν περιλαμβάνονται στην αίτηση, μεταξύ των οποίων και το Δημόσιο. Η προστασία αυτή δεν θα ισχύει εφόσον δεν επιτευχθεί συμφωνία ρύθμισης με έναν τουλάχιστον πιστωτή, για αναστολή πλειστηριασμού ή σε περίπτωση εμπρόθεσμης υποβολής αίτησης δικαστικής ρύθμισης.

Αν ο οφειλέτης δεν κριθεί επιλέξιμος κατά τον προέλεγχο επιλεξιμότητας δεν ισχύει η αυτοδίκαιη αναστολή από πλειστηριασμούς και θα έχει τη δυνατότητα να αιτηθεί την αναστολή του πλειστηριασμού της κύριας κατοικίας του με επίκληση της διαδικασίας του άρθρου 1000 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, η οποία κατατίθεται, με ποινή απαραδέκτου, δεκαπέντε τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού, το δικαστήριο μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία του πλειστηριασμού έως έξι μήνες από την αρχική ημέρα του πλειστηριασμού, αν δεν υπάρχει κίνδυνος βλάβης του επισπεύδοντος και εφόσον προσδοκάται βάσιμα ότι ο οφειλέτης θα ικανοποιήσει μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα τον επισπεύδοντα ή ότι, αν περάσει το χρονικό αυτό διάστημα, θα επιτευχθεί μεγαλύτερο πλειστηριασμό.