ΩΣ ΔΥΤΙΚΟΜΑΚΕΔΟΝΑΣ  ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ. Γράφει ο Δημήτρης Κοεμτζόπουλος, υποψήφιος Δημοτικός Σύμβουλος με το Συνδυασμό «Μετάβαση για το Δήμο Κοζάνης»

 

Στις δημοτικές εκλογές καλούμαστε να επιλέξουμε τους καταλληλότερους υποψήφιους συμπολίτες μας, οι οποίοι θα διαχειριστούν τη λειτουργία του δήμου. Υπάρχει η άποψη ότι ο δημόσιος διάλογος, κατά την προεκλογική περίοδο, θα πρέπει να αφορά στενά στα θέματα που απασχολούν τις αρμοδιότητες του δήμου, αποκλείοντας άλλα που αφορούν στην κεντρική πολιτική, όπως τα εθνικά θέματα. Αυτή η άποψη με βρίσκει αντίθετο. Πώς μπορεί να επιδιώκεις την εμπιστοσύνη των συμπολιτών σου όταν δεν τοποθετείσαι σε θεμελιώδη ζητήματα που προβληματίζουν το σύνολο της κοινωνίας;

Ειδικότερα, για το ζήτημα της Μακεδονίας υποστηρίζω ότι όλοι οι πολίτες πρέπει να έχουν άποψη, η οποία θα προκύπτει από αναζήτηση και έλεγχο των δεδομένων, ιστορικά αλλά και στο παρόν. Έτσι αποφεύγονται φανατισμοί που αποπροσανατολίζουν και διχάζουν.

Η Ελλάδα στη σύγχρονη ιστορία της είχε διαφορετική, πιο επιτυχημένη, πορεία σε σχέση με τους βαλκάνιους γείτονες. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι αυτό οφείλεται στην ένταξη της Ελλάδας στο μπλοκ των δυτικών κρατών. Είναι όμως επίσης αδιαμφησβήτητο ότι η συνέχιση αυτής της πορείας σχετίζεται με τον εκδημοκρατισμό και την ανάπτυξη των κρατών στα Βαλκάνια, τη Μαύρη Θάλασσα και την ανατολική Μεσόγειο. Αυτός είναι ιστορικά ο ζωτικός χώρος του έθνους. Μόνο εφόσον αυτές οι περιοχές ακολουθήσουν το δρόμο της δημοκρατίας και της ανάπτυξης η Ελλάδα θα πάψει να είναι το σύνορο του ανεπτυγμένου  κόσμου  και θα τεθεί στο κέντρο, όπως τις περιόδους που μεγαλούργησε. Τα επιχειρήματα αυτά ξεκάθαρα υποστηρίζουν την άποψη ότι η Ελλάδα θα πρέπει να είναι αρωγός στη προσπάθεια αυτών των υπό ανάπτυξη κρατών. Αλλά και σε περιφερειακό επίπεδο, για εμάς τους Κοζανίτες, τους δυτικομακεδόνες, η περιοχή ειδικά των δυτικών Βαλκανίων αποτελούσε για αιώνες περιοχή δραστηριοποίησης και ζύμωσης με άλλους λαούς. Ήταν ο διάδρομος που οδηγούσε τους περίφημους δυτικομακεδόνες εμπόρους στην κεντρική Ευρώπη. Θυμάμαι, σε μικρή ηλικία, να ακούω τον τότε Δήμαρχο Κοζάνης Πάρι Κουκουλόπουλο να μιλάει για το τρίγωνο Κοζάνη – Μοναστήρι – Κορυτσά τονίζοντας τα πλεονεκτήματα για την περιοχή μας από το γεγονός ότι η περιφέρειά μας έχει τριεθνή σύνορα.  Είναι στρατηγικής σημασίας λοιπόν για εμάς η σταθερότητα και η ανάπτυξη αυτών των κρατών. Το ερώτημα είναι με ποιο τρόπο μπορεί η Ελλάδα να συμβάλλει στην κατεύθυνση αυτή και κυρίως τι είναι διατεθειμένη να θυσιάσει προκειμένου να βοηθήσει τους αιώνιους γείτονες στα βόρεια και στα ανατολικά.

Στο πλαίσιο ενός άρθρου δεν είναι δυνατό να καλυφθεί σε όλη την έκτασή του το Μακεδονικό ζήτημα. Θα αναφερθώ στη συμφωνία των Πρεσπών διότι είναι επίκαιρη και αποτελεί πραγματικά σταθμό στην εξέλιξη του ζητήματος διαχρονικά. Τονίζω εξαρχής ότι προσωπικά δε θεωρώ μειοδότη ή προδότη όποιον διαφωνεί με την άποψή μου ακόμη και σε ένα τόσο ευαίσθητο και κύριο θέμα. Όλοι οι Έλληνες είναι υπερήφανοι πατριώτες και παράλληλα θα πρέπει να σέβονται και τους άλλους λαούς, κι ακόμη περισσότερο τους γειτονικούς, διότι όπως προαναφέρθηκε αυτό είναι το σωστό και εξάλλου μας συμφέρει ως άτομα και ως σύνολο.

Τρία είναι τα βασικά ζητήματα που προκύπτουν από τη συμφωνία των Πρεσπών και απασχολούν την κοινή γνώμη. Το όνομα, η γλώσσα και η εθνότητα. Είναι λοιπόν δίκαιη η συμφωνία;

Το όνομα στο οποίο κατέληξαν οι διαπραγματεύσεις είναι Βόρεια Μακεδονία. Είναι αυτό το κράτος βόρεια Μακεδονία; Περιοχές όπως το Τέτοβο ,το Κουμάνοβο αλλά και πρωτεύουσα της χώρας, τα Σκόπια,  ανήκουν στο Κοσσυφοπέδιο και  δεν έχουν καμία σχέση με τη Μακεδονία γεωγραφικά και πολιτισμικά. Στη Μακεδονία, ιστορικά περιλαμβάνονται κάποιες περιοχές στα νότια της χώρας , κυρίως η περιοχή του Μοναστηρίου( αρχαία μακεδονική Ηράκλεια) . Το όνομα βόρεια Μακεδονία υποδηλώνει την ύπαρξη μιας νότιας Μακεδονίας με την οποία είναι διαχωρισμένη. Σε μια εποχή που συζητείται ακόμη και το ενδεχόμενο ένωσης της βόρειας με τη νότια Κορέα, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει, στο μέλλον, να τεθεί από κάποιους (ποιους άραγε;) ζήτημα ένωσης της βόρειας με τη νότια Μακεδονία! Και μάλιστα να έχουν και επιχείρημα ότι η Ελλάδα επιδιώκει την ένωση της βόρειας Κύπρου (του παράνομου κράτους που υποστηρίζουν ότι δημιούργησαν οι Τούρκοι με τα στρατεύματα κατοχής) με τη νότια Κύπρο, αλλά στην περίπτωση της Μακεδονίας δεν επιθυμούν να γίνει το ίδιο. Δύσκολη θέση για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Το όνομα σλαβομακεδονία θα μπορούσε να αποτελέσει μια λύση, επώδυνη μεν για την Ελλάδα, αλλά  θα δήλωνε ξεκάθαρα ότι πέρα από τους σλάβους, υπάρχει και μια διακριτή πολιτισμικά, ελληνική Μακεδονία.

Η συμφωνία αναγνωρίζει την ύπαρξη μακεδονικής γλώσσας, η οποία μάλιστα ανήκει στην οικογένεια των σλαβικών γλωσσών! Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι εφόσον η μακεδονική γλώσσα είναι σλαβική, καθετί μακεδονικό είναι σλαβικό. Η γλώσσα αποτελεί τον βασικότερο συντελεστή της εθνικής ταυτότητας και οι Έλληνες πρέπει να το γνωρίζουν καλά αυτό μιας και  η γλώσσα που μιλάμε αποτελεί τον βασικό κρίκο που συνδέει την αιώνια ιστορία μας. Αφού τονίσω το αυτονόητο, ότι δεν είμαι γλωσσολόγος, θα πω ότι η γλώσσα που ομιλείται από την πλειοψηφία των πολίτων στη γειτονική χώρα  είναι η βουλγαρική, με την πρόσμιξη αρκετών, αλβανικών και τουρκικών λέξεων. Αν κάποιος αναζητήσει στο διαδίκτυο μπορεί εύκολα να διαπιστώσει τα παραπάνω. Η εφεύρεση μιας νέας σλαβικής γλώσσας και η αναγνώρισή της ως μακεδονικής θα περιλαμβάνεται στο εξής σε όλα τα εκπαιδευτικά εγχειρίδια ανά τον κόσμο ταυτίζοντας τις έννοιες σλαβικό και μακεδονικό. Η αναγνώριση της γλώσσας ως σλαβομακεδονικής θα μπορούσε και εδώ να αποτελέσει μια  καλύτερη, όχι απολύτως ικανοποιητική, λύση.

Τέλος, σχετικά με την αναγνώριση μακεδονικής εθνότητας. Πώς δημιουργείται ένα έθνος; Από πότε ξεκινάει να υπάρχει; H θεωρία των γειτόνων είναι ότι αφετηρία της εθνικής τους αφύπνισης είναι η εξέγερση του Ίλιντεν το 1903. Η επανάσταση αυτή εκδηλώθηκε  απέναντι στους Οθωμανούς στην περιοχή του Κρούσσεβο (βιλαέτι Μοναστηρίου). Όλοι όσοι πρωτοστάτησαν στη επανάσταση αυτή (Νίκολα Κάρεφ, Γιάνε Σαντάνσκι, Γκότσε Ντέλτσεφ κ.α)  αυτοπροσδιορίζονταν ως Βούλγαροι και τιμώνται σήμερα ως ήρωες στη Βουλγαρία  σε σημείο που τα ονόματά τους  έχουν δοθεί σε πόλεις του σύγχρονου βουλγαρικού κράτους. Η ίδια η επανάσταση του Ίλιντεν τιμάται σήμερα στη Βουλγαρία. Δε γνωρίζω αν υπάρχει προηγούμενο, η επανάσταση της εθνικής γέννησης ενός λαού να γιορτάζεται από έναν άλλο λαό ως δικό του ιστορικό γεγονός. Η αναγνώριση σλαβομακεδονικης εθνότητας, αντικατοπτρίζει καλύτερα την ιστορική αλήθεια, ότι δηλαδή δεν μπορεί να υπάρχει μακεδονική εθνότητα, αφού στη Μακεδονία ζουν διάφορες εθνότητες εδώ και αιώνες.

Στα ζητήματα που αναφέρθηκαν παραπάνω, η ουσιαστική διαφοροποίηση είναι η σύνθεση των όρων σλαβικό και μακεδονικό. Η πρόταση αυτή δεν είναι ιδανική. Πέρα των άλλων ενστάσεων υπάρχει  η πραγματικότητα που λέει ότι στο κράτος αυτό ζουν και πολλοί μη σλάβοι όπως Αλβανοί οι οποίοι αποτελούν πάνω από το ένα τρίτο του πληθυσμού. Διασφαλίζει όμως καλύτερα τα συμφέροντά μας σε σχέση με την πρόσφατη συμφωνία. Θα μπορούσε να αποτελέσει την έσχατη υποχώρηση της Ελλάδας, στο πλαίσιο ενός αμοιβαίου συμβιβασμού.

Η συμφωνία των Πρεσπών αποτελεί το επιστέγασμα μιας λανθασμένης πολιτικής από ελληνικής πλευράς τουλάχιστον μεταπολεμικά και κυρίως μετά την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Η ελληνική πολιτική  θα έπρεπε να έχει ισχυρές βάσεις και απόλυτη συνέπεια διαχρονικά. Ο όρος Μακεδονία δεν πρέπει να περιλαμβάνεται σε καμία περίπτωση στο όνομα αυτού του κράτους, διότι διαιωνίζει την καχυποψία μεταξύ των λαών και δε συμβάλει στην προσπάθεια σταθερότητας  στην περιοχή. Αντίθετα μια λύση που ανταποκρίνεται στην ιστορική αλήθεια  θα μπορούσε να είναι η ονομασία “Κεντρική Βαλκανική Δημοκρατία”  κατά τα πρότυπα ονομασίας άλλων χωρών. Εδώ θα μπορούσε να πει κάποιος : «έχουμε το δικαίωμα να καθορίσουμε εμείς το όνομα μιας άλλης χώρας;».  Η απάντηση είναι θετική όταν πίσω από αυτό το όνομα κρύβονται άλλες σκοπιμότητες που θέτουν σε κίνδυνο την εθνική και πολιτική μας ταυτότητα. Η ιστορία υπάρχει για να διδάσκει και όποιος την αγνοεί υποσκάπτει, χωρίς να το ξέρει, το παρόν και το μέλλον του. Επιπλέον, πρέπει να αναφερθεί ότι η γειτονική χώρα δέχθηκε αλλαγή στο Σύνταγμα και την ονομασία της κάτι που είναι αδιανόητο για οποιαδήποτε κανονική χώρα στον κόσμο. Υπενθυμίζω εδώ, από την Παλαιά Διαθήκη,  τον Σολομώντα και τις δυο μάνες που διεκδικούσαν το ίδιο παιδί. Ο νοών νοείτω…

Το πραγματικό πρόβλημα αυτού του κράτους είναι η προσπάθεια δημιουργίας εθνικής συνείδησης μέσα σε μια χώρα που δεν έχει τέτοια ταυτότητα, αλλά αντίθετα αποτελεί ένα μωσαϊκό από διάφορες εθνότητες όπως Σλάβοι, Βούλγαροι, Αλβανοί, Τούρκοι, ακόμη και απόγονοι των Γραικομάνων Κουτσόβλαχων. Μπορεί η Ελλάδα να κάνει μια τέτοια θυσία προκυμμένου να βοηθήσει αυτή τη μικρή χώρα να σταθεί και να πορευθεί; Η απάντηση πρέπει να είναι αρνητή. Δεν έχουμε αυτό το δικαίωμα. Είμαστε υπόλογοι απέναντι στους προγόνους και τους απογόνους μας.

Αφού λοιπόν η Ελλάδα ξεκαθάριζε την αδιαπραγμάτευτη θέση της σχετικά με τον όρο Μακεδονία και έκανε γνωστά τα επιχειρήματά της με μια πολιτική καμπάνια μεγάλης κλίμακας προσανατολισμένη στην κοινή γνώμη παγκοσμίως θα μπορούσε να σταθεί στο πλάι της γείτονος και να γίνει ο βασικός υποστηρικτής της. Εάν η Ε.Ε. και οι ΗΠΑ στηρίζανε τη δημιουργία ενός κράτους με σημαντική οικονομική βοήθεια, αλλά και υποστήριξη σε θέματα θεσμών, οι εξελίξεις θα μπορούσε να είναι διαφορετικές. Δημιουργία ενός κράτους υπερεθνικού, στην καρδιά των Βαλκανίων, οικονομικό και πολιτισμικό κέντρο όλης της περιοχής. Ένα κράτος που θα έφερνε πιο κοντά τους Έλληνες(νότος), τους Βουλγάρους(ανατολή), τους Αλβανούς(δύση) και τους Σέρβους(βοράς).  Με τον τρόπο αυτό πραγματικά θα μπορούσε να αρχίσει μια  εποχή ειρήνης και συνεργασίας στα Βαλκάνια μετά από μια μακραίωνη πορεία στο σκοτάδι και την καθυστέρηση.

 

Τέλος, θα ήθελα να αναφερθώ στην  επίθεση που δέχονται  όσοι αντιδρούν στη συμφωνία. Κατηγορούνται διότι δεν είναι ικανοποιημένοι με μια όχι μόνο άδικη, αλλά ιστορικά λανθασμένη συμφωνία. Κατηγορούνται διότι διαμαρτύρονται αυθόρμητα, χωρίς κομματικές ή άλλες παρεμβάσεις, στους δρόμους και τις πλατείες για μια συμφωνία  που τους προσβάλλει. Η συμφωνία αυτή επικυρώθηκε στο ελληνικό κοινοβούλιο μέσα σε ένα πρωτοφανές κλίμα όπου η δημοκρατία κατακρεουργήθηκε. Βουλευτές διαπραγματευόταν την έδρα τους σαν να βρισκόμαστε σε μεταγραφική περίοδο ποδοσφαιρικών ομάδων. Άλλοι ψήφισαν τη συμφωνία, αλλά δεν έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση. Άλλοι έκαναν  το αντίθετο, αναλόγως με το προσωπικό τους συμφέρον αδιαφορώντας για τις φωνές των ανθρώπων που τους έστειλαν στο κοινοβούλιο, των ψηφοφόρων τους. Τα περιπολικά διανυκτέρευαν  κάτω από τις οικίες και τα πολιτικά γραφεία των βουλευτών που ψηφήσανε σε αντίθεση με τη βούληση της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού. Αυτό δεν είναι δημοκρατία.  Και όλα αυτά από μια κυβέρνηση που αρέσκεται να αυτοαποκαλείται δημοκρατική παράταξη. Εάν είσαι πραγματικά δημοκράτης ακούς τη φωνή του λαού. Κι όταν έχεις μειοψηφικές απόψεις αγωνίζεσαι να πείσεις περισσότερους για αυτές και μόνο τότε προχωράς στην υλοποίηση των θέσεών σου.

Η συμφωνία των Πρεσπών πραγματοποιήθηκε με βίαιο πολιτικά τρόπο και  ξεσήκωσε αντιδράσεις σε όλη τη χώρα και ειδικά στη Μακεδονία. Ποια ήταν η στάση της Δημοτικής αρχής στο θέμα; Όχι μόνο αδιαφόρησε για το αίτημα της πλειοψηφίας των πολιτών να συμβάλλει ο Δήμος για να ακουστεί η φωνή των Κοζανιτών στα κέντρα λήψης αποφάσεων, αλλά προκλητικά τις μέρες εκείνες υποδέχθηκε κυβερνητικούς και κομματικούς παράγοντες στην πόλη χωρίς να ακουστεί έστω ένας ψίθυρος διαμαρτυρίας. Αντίθετα προχωρήσανε σε πολιτικούς σχεδιασμούς και συμμαχίες  με προοπτική τις επερχόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές. Και εδώ  τίθεται το ερώτημα, έχει η δημοτική αρχή και ο Δήμαρχος το δικαίωμα να αγνοεί την άποψη των δημοτών, όταν αυτή είναι αντίθετη με τη δική του και να συντάσσεται απέναντί τους, στο πλευρό της εκάστοτε κυβέρνησης και των πολιτικών φίλων;

Κλείνοντας τονίζω κάτι που έχει περάσει κάπως απαρατήρητο και δεν έχει αναφερθεί. Το διάστημα των διαπραγματεύσεων δεν ακούστηκε ούτε μια φορά από την πλευρά  της γειτονικής χώρας,  ότι η Μακεδονία είναι και ελληνική. Ο πρωθυπουργός, ο υπουργός εξωτερικών, έστω  κάποιος άλλος αξιωματούχος,  ούτε μια φορά δεν είπε ότι και οι Έλληνες έχουν μερίδιο σε αυτή τη γη και δικαιούνται να  αποκαλούνται Μακεδόνες. Όμως οι Έλληνες, όλοι εμείς, πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι από αυτή τη συμφωνία που τόσο μας αδικεί.  Όποιος δε συμφωνεί μαζί τους είναι φασίστας. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει πιο φασιστική στάση από αυτή. Οι Έλληνες δεν είναι φασίστες.  Η δημοκρατία υπάρχει στο αίμα μας, από το οποίο και γεννήθηκε.