Γράφει ο Νικόλαος  Παγούνης, M.Sc Sport Science & Physical Education*

 

Ένα χαρακτηριστικό το οποίο έχει αναφερθεί σε πολλές μυοσκελετικές παθήσεις και τραυματισμούς είναι η μειωμένη ιδιοδεκτικότητα. Η μειωμένη ιδιοδεκτικότητα εμφανίζεται ως αποτέλεσμα τραυματικής βλάβης, στους συνδέσμους και τους μύες επηρεάζοντας αρνητικά όλη την κινητική λειτουργία του ατόμου.

Τι σημαίνει όμως Νευρομυϊκός έλεγχος και  Ιδιοδεκτικότητα;

 Όταν λέμε Νευρομυϊκός έλεγχος εννοούμε τη συνεργασία-επικοινω­νία μεταξύ του νευρικού και του μυϊκού συστήματος κατά τις διάφορες στατικές θέσεις και κινήσεις σε μια άρθρωση, ενώ ιδιοδεκτικότητα είναι η συνειδητή και ασυνείδητη εκτίμηση της θέσης και της κίνησης μιας άρθρωσης. Δηλαδή με λίγα λόγια είναι η αίσθηση του να γνωρίζεις πού βρίσκεται το σώμα σου στο χώρο, σε αντίθεση με την κιναισθησία η οποία είναι η αίσθηση της κίνησης μιας άρθρωσης και των χαρακτηριστικών της.  

Η ιδιοδεκτικότητα είναι στενά συνδεδεμένη με την ισορροπία μας και γι’αυτό το πιο συνηθισμένο σύμπτωμα σε άτομα με μειωμένη ιδιοδεκτικότητα είναι η έλλειψη ισορροπίας. Η λειτουργία της ιδιοδεκτικότητας είναι περίπλοκη, αλλά αν θέλουμε να την περιγράψουμε με έναν πιο απλοποιημένο τρόπο, μπορούμε να πούμε ότι οι υποδοχείς που βρίσκονται στους μύες, τους συνδέσμους και στο δέρμα, στέλνουν σήματα στον εγκέφαλό κατά τη διάρκεια των κινήσεών μας και αυτός (ο εγκέφαλος) αναλύοντας αυτές τις πληροφορίες,  μπορεί να διορθώσει τη θέση των μελών του ανθρώπινου σώματος αν χρειάζεται, δίνοντας εντολή στους κατάλληλους μύες.

Κάθε μυοσκελετική πάθηση ή τραυματισμός έχει τη δυνατότητα να μειώσει την ιδιοδεκτικότητα του ασθενή και να προκαλέσει έλλειψη ισορροπίας και κιναισθητικά και νευρομυϊκά ελλείμματα. Αυτό συμβαίνει διότι ο τραυματισμός των δομών αυτών έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζει τις κεντρομόλες και τις φυγό­κεντρες πληροφορίες από τους μηχανοϋποδοχείς, μειώνοντας έτσι την ιδιοδεκτικότητα και την κιναισθητική πλη­ροφορία που παίρνει ο εγκέφαλός μας.

Όλες αυτές τις πληροφορίες που παίρνουμε τόσο για τη θέση του σώματός μας, όσο και για τη δύναμη που εφαρμόζουμε κατά την εκτέλεση των κινήσεων μας, τις παίρνουμε μέσω των αισθητικών υποδοχέων. Στη συνέχεια οι υποδοχείς μεταβιβάζουν τις κεντρομόλες πληροφορίες στο κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ) μέσω του νω­τιαίου μυελού και με τον τρόπο αυτό επέρχεται η συνειδητή γνώση της θέσης, της κίνησης και της δύναμης που αναπτύσσεται σε μια άρθρωση, πληροφορίες που είναι ιδιαίτερα σημαντικές καθώς σε αυτές βασίζεται η «ανταπόκριση» από το ΚΝΣ μέσω των «φυγόκεντρων μονοπατιών», ώστε να επιτευχθεί η σωστή και κατάλληλη για την περίσταση λειτουργία της άρθρωσης. Από την άλλη βέβαια, υπάρχει και η ασυνείδητη ιδιοδεκτικότητα, η οποία είναι ο ρυθμιστής της μυϊκής λειτουργίας ώστε να επιτυγχάνεται συγχρόνως μια αντανακλαστική στα­θεροποίηση (Prentice, 2007).

Σε ένα πρόγραμμα αποκατάστασης μετά από κάποιο τραυματισμό ή σε ένα πρόγραμμα θεραπευτικής άσκησης για την αντιμετώπιση ενός χρόνιου μυοσκελετικού προβλήματος, οι ασκήσεις ιδιοδεκτι­κότητας και κιναισθησίας, είναι απαραίτητες διότι μέσω αυτών των ασκήσεων, στοχεύουμε  στην αποκατάσταση των ιδιοτήτων των νευροαισθητηριακών υποδοχέων των τραυματισμένων δομών, αλλά και στη βελτίωση αυτών των ιδιοτήτων, στους υποδοχείς που δεν έχουν τραυματιστεί. Οι ασκήσεις ιδιοδεκτικότητας και ισορροπίας διδάσκουν στο σώμα μας τον έλεγχο της θέσης μιας ελαττωματικής ή τραυματισμένης περιοχής ή μέλους και μέσω αυτών αναδημιουργούν το σώμα μας για να αντιδράσει γρήγορα στις ταλαντευόμενες κινήσεις, χωρίς να χρειάζεται να σκεφτεί για αυτές.

Δηλαδή, η φυσική μας ισορροπία και οι ιδιοδεκτικές αντιδράσεις που προσπαθούμε να επανεκπαιδεύσουμε, κάνουν τη μετάβαση από μια συνειδητή σε μια υποσυνείδητη κατάσταση, διότι ένα ποιοτικό υποσυνείδητο σύστημα ιδιοδεκτικότητας και ισορροπίας είναι σημαντικό στην καθημερινή ζωή και ιδιαίτερα στην άσκηση.
Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι οι επαγγελματίες αθλητές οι οποίοι κατά την εκτέλεση των αθλητικών τους κινήσεων δεν έχουν το χρόνο να σκεφτούν το πώς θα παραμείνουν σε ισορροπία, και γι’αυτό μέσω της πολύχρονης εξάσκησης της ιδιοδεκτικότητας και της ισορροπίας τους, αποκτούν ένα ποιοτικό υποσυνείδητο σύστημα ιδιοδεκτικότητας και ισορροπίας καταφέρνοντας με αυτόν τον τρόπο όχι μόνο να βελτιώσουν την απόδοση τους αλλά κάτι πιο σημαντικό, να προστατέψουν το σώμα τους από τραυματισμούς μιας και η κίνηση τους θα έχει τον απαιτούμενο έλεγχο.

Κατά τον σχεδιασμό ενός προγράμματος βελτίωσης της ιδιοδεκτικότητας, ο επαγγελματίας της άσκησης είναι σημαντικό να αξιολόγηση κινητικά τον ασκούμενο, έτσι ώστε να διαγνώσει το βασικό επίπεδο των δεξιοτήτων του και στη συνέχεια να σχεδιάσει ένα πρόγραμμα σύμφωνα με το επίπεδο του. Άλλο ένα σημαντικό στοιχείο που πρέπει να προσέξει ο επαγγελματίας υγείας, είναι ότι το πρόγραμμα το οποίο θα σχεδιάσει θα πρέπει να έχει μία σωστή εξέλιξη επιβάρυνσης, ξεκινώντας από δραστηριότητες στατικής ισορροπίας, πηγαίνοντας σε δραστηριότητες δυναμικής ισορροπίας και αφού αποκτήσει ένα καλό επίπεδο ιδιοδεκτικότητας, να προχωρήσει στην εκπαίδευση μυϊκής συναρμογής και ευκινησίας.

Στο functional movement ο σχεδιασμός των προγραμμάτων μας, βασίζεται στην εκπαίδευση των βασικών απαιτήσεων της σωστής κίνησης τόσο στα παιδιά όσο και στους ενήλικες, διότι με αυτόν τον τρόπο τους μαθαίνουμε να κινούνται σωστά, με ασφάλεια και εργονομικά, στοιχεία τα οποία είναι απαραίτητα όχι μόνο σε ένα θεραπευτικό πρόγραμμα άσκησης ή σε ένα πρόγραμμα αποκατάστασης, αλλά γενικότερα σε ένα πρόγραμμα άσκησης.

*O κ. Νικόλαος Παγούνης ζει και εργάζεται στην Καστοριά, είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Σπουδών στην Αθλητική Ψυχολογία & Κινησιολογία με εξειδίκευση στην Αναπτυξιακή Κινησιολογία, Πιστοποιημένος Αξιολογητής της Κίνησης & της Αναπνοής του Ανθρώπινου σώματος και δημιουργός της ιστοσελίδας functionalmovement.gr