Το σατανικό ζευγάρι που σκότωνε στο όνομα της αγάπης. Θύματά τους ήταν μοναχικές γυναίκες, οι οποίες αναζητούσαν συντρόφους μέσα από αγγελίες

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

 

Ο Ρέιμοντ Φερνάντεζ πίστευε ότι άσκουσε υπερφυσική σεξουαλική έλξη στις γυναίκες. Όχι επειδή ήταν όμορφος και γοητευτικός, αλλά επειδή τους έκανε μάγια. Είχε μελετήσει τις τεχνικές του βουντού, όταν ήταν στη φυλακή και συγκρατούμενός του ήταν ένας “μάγος” από την Αϊτή.

Όταν αποφυλακίστηκε, το 1946, αποφάσισε να εκμεταλλευτεί αυτές τις ιδιαίτερες ικανότητες για να βγάλει χρήματα. Άρχισε να απαντάει σε προσωπικές αγγελίες μοναχικών γυναικών. Αρχικά τους έστελνε γράμματα, ευγενικά, καλογραμμένα και πολύ ρομαντικά. Κάποια στιγμή, τους ζητούσε να του στείλουν μία τούφα απ’ τα μαλλιά τους ή κάποιο προσωπικό αντικείμενο, δήθεν για συναισθηματικούς λόγους. Στην πραγματικότητα, σκόπευε να τα χρησιμοποιήσει στις βουντού τελετές του για να “κερδίσει” την αγάπη τους. Όταν πια κέρδιζε την εμπιστοσύνη τους, κανόνιζε να τις συναντήσει από κοντά. Πάντα κατέληγε να μένει μαζί τους, μέχρι που εξαντλούσε κάθε δολάριο που είχαν πάνω τους ή στην τράπεζα. Μετά εξαφανιζόταν και οι γυναίκες ντρέπονταν να αναφέρουν την υπόθεση στην αστυνομία.

Είχε επαναλάβει το κόλπο πολλές φορές με απόλυτη επιτυχία, μέχρι και τα Χριστούγεννα του 1947, όταν απάντησε στην αγγελία της 28χρονης Μάρθα Μπεκ.

Η ρομαντική Μάρθα Μπεκ

Η Μάρθα Μπεκ γεννήθηκε το 1919 στη Φλόριντα. Από μικρή είχε πρόβλημα με τον θυρεοειδή και ως αποτέλεσμα έπασχε από παχυσαρκία όλη της τη ζωή. Στην ομολογία της ισχυρίστηκε ότι ο αδερφός της τη βίασε όταν ήταν 10 χρονών, αλλά κανείς στην οικογένεια δεν την πίστεψε, όταν το αποκάλυψε. Στο σχολείο, οι συμμαθητές την κορόιδευαν για το πάχος της και δεν κατάφερε ποτέ να αποκτήσει φίλους.

Όταν αποφοίτησε μετακόμισε στην Καλιφόρνια και έπιασε δουλειά ως νοσοκόμα, ένα επάγγελμα που φαινόταν ότι της ταίριαζε πολύ. Όμως στην προσωπική της ζωή, η Μάρθα παρέμενε βαθύτατα δυστυχισμένη. Είχε πολλούς σεξουαλικούς συντρόφους, αλλά κανένα σταθερό δεσμό. Όταν μάλιστα έμεινε έγκυος, ο πατέρας του παιδιού αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει για να αποφύγει τον γάμο. Απογοητευμένη, η Μάρθα επέστρεψε στη Φλόριντα, όπου διέδωσε ότι ο άντρας της είχε πεθάνει στον πόλεμο.

Μητέρα δύο παιδιών αναζητά σύντροφο

Το 1944 γεννήθηκε η κόρη της, Γουίλα και λίγους μήνες αργότερα, η Μάρθα έμεινε έγκυος ξανά. Αυτή τη φορά ο πατέρας την παντρεύτηκε, αλλά πήραν διαζύγιο μετά από ένα εξάμηνο.

Η Μάρθα ήταν πια τελείως μόνη της και είχε να μεγαλώσει δύο μικρά παιδιά. Η μόνη παρηγοριά που είχε στη ζωή της ήταν ρομαντικές ταινίες και βιβλία, τα οποία διάβαζε με μανία. Τον Νοέμβριο του 1947, αποφάσισε να πάρει πιο δραστικά μέτρα. Έστειλε αγγελία στις εφημερίδες, ζητώντας να γνωρίσει έναν καλό, ευγενικό άντρα. Δεν ανέφερε ότι είχε δύο παιδιά, ούτε ότι ζύγιζε 105 κιλά. Η μοναδική απάντηση που έλαβε ήταν αυτή του Ρέιμοντ Φερνάντεζ, τον οποίο ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα, πριν καν τον δει από κοντά.

Το πολεμικό παρελθόν και ο τραυματισμός που τον μεταμόρφωσε

Ο Ρέιμοντ Φερνάντεζ γεννήθηκε στη Χαβάη το 1914, αλλά μεγάλωσε στην Ισπανία. Όταν ήταν 20 χρόνων, παντρεύτηκε την Ενκαρναθιόν Ρόμπλες, μία νεαρή κοπέλα με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Ήταν παντρεμένος μαζί της μέχρι το τέλος της ζωής του.

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ρέιμοντ υπηρέτησε στις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, όπου αποδείχτηκε εξαιρετικά ικανός. Μετά το τέλος του πολέμου, αποφάσισε να επιστρέψει στην Αμερική για να βρει δουλειά, αλλά κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τραυματίστηκε σοβαρά στο κεφάλι. Αυτός ο τραυματισμός, έλεγαν όσοι άνθρωποι τον γνώριζαν, του άλλαξε τη ζωή. Τον μετέτρεψε σε έναν άγριο, επιθετικό και λιγομίλητο άνθρωπο, ενώ ο προηγούμενος Ρέιμοντ ήταν ακριβώς το αντίθετο.

Λίγους μήνες αφότου βγήκε απ’ το νοσοκομείο, καταδικάστηκε σε ένα χρόνο φυλάκιση, επειδή έκλεβε ρούχα από ένα πλοίο. Στη φυλακή ήρθε σε επαφή με τις τελετές βουντού, με τις οποίες “μάγευε” τα θύματά του, έτσι ώστε να κλέψει τα χρήματά τους. Με μία από αυτές, την Τζέιν Τόμσον, ταξίδεψε μέχρι την Ισπανία και τη γνώρισε στη σύζυγό του, Ενκαρναθιόν. Έμειναν μαζί για αρκετές βδομάδες, μέχρι που η Τόμσον πέθανε ξαφνικά τον Νοέμβριο του 1947. Ο θάνατός της δεν εξιχνιάστηκε ποτέ, αλλά ο Φερνάντεζ ήταν ένας απ’ τους βασικούς υπόπτους. Ένα μήνα μετά τον θάνατό της, ο Φερνάντεζ απάντησε στην αγγελία της Μάρθα Μπεκ.

Ο παράφορος έρωτας

Γνωρίστηκαν στις 28 Δεκεμβρίου του 1947. Ήταν παράφορα ερωτευμένη με τον γοητευτικό Ρέιμοντ Φερνάντεζ και θα έκανε τα πάντα για να μείνει μαζί του. Αντιθέτως, ο Φερνάντεζ αντιλήφθηκε γρήγορα ότι η Μάρθα δεν είχε χρήματα και βρήκε αμέσως δικαιολογία για να επιστρέψει στη Νέα Υόρκη. Η Μάρθα τον ακολούθησε, μαζί με τα δύο παιδιά της. Τελικά ο Φερνάντεζ την άφησε να μείνει μαζί του, υπό τον όρο ότι θα άφηνε τα παιδιά της κάπου άλλου. Χωρίς δεύτερη σκέψη, η Μάρθα τα εγκατέλειψε σε ένα τοπικό παράρτημα του Στρατού της Σωτηρίας. Επικοινώνησε πάλι μαζί τους μετά από τρία χρόνια, όταν πια βρισκόταν στη φυλακή.

Συνέταιροι στην απάτη με τις αγγελίες

Ο Φερνάντεζ, πεπεισμένος ότι η Μάρθα βρισκόταν υπό τον απόλυτο έλεγχό του, τις αποκάλυψε το κόλπο με τις αγγελίες. Όπως ήταν φυσικό, η Μάρθα δέχτηκε να τον βοηθήσει με όποιον τρόπο μπορούσε. Για περίπου ένα χρόνο, τα πήγαιναν περίφημα. Η Μάρθα προσποιούνταν την αδελφή του και συνόδευε τον Ρέιμοντ, όταν επισκεπτόταν τις “μοναχικές γυναίκες”.

Δεν τις άρεσε καθόλου όταν ο Ρέιμοντ έκανε σεξ με τα θύματά του και έκανε τα πάντα για να το αποτρέψει. Ένα βράδυ, ξάπλωσε ακόμα στο κρεβάτι ανάμεσα στο ζευγάρι. Την επόμενη φορά που βρήκε τον Ρέιμοντ με άλλη γυναίκα, αντέδρασε πολύ χειρότερα.

Το πρώτο έγκλημα: Η Μάρθα ζηλεύει και χτυπά με σφυρί την αντίζηλο της – Ο Φερνάντεζ την αποτελείωσε

Η 66χρονη Τζάνετ Φρέι ήταν μία πλούσια χήρα που δέχτηκε να παντρευτεί τον Φερνάντεζ λίγες μόλις βδομάδες αφότου τον γνώρισε. Το βράδυ της 4ης Ιανουαρίου του 1949, η Μάρθα άνοιξε την πόρτα του δωματίου που κοιμόταν ο Φερνάντεζ και τον είδε να κοιμάται γυμνός, πλάι στην Φρέι. ‘Έξαλλη, η Μάρθα άρχισε να ουρλιάζει μέχρι που το ζευγάρι ξύπνησε και η Φρέι αντέδρασε, βρίζοντας την αντίζηλό της. Τότε η Μάρθα άρπαξε ένα σφυρί και χτύπησε με όλη της τη δύναμη την Φρέι, η οποία σωριάστηκε στο πάτωμα, αιμορραγώντας. Δεν ήταν όμως νεκρή. Την αποτελείωσε ο Φερνάντεζ, τυλίγοντας ένα μαντήλι γύρω απ’ το λαιμό της και σφίγγοντας μέχρι να ξεψυχήσει. Έθαψαν το σώμα στο υπόγειο ενός νοικιασμένου σπιτιού και το κάλυψαν με τσιμέντο.

Το δεύτερο έγκλημα

Τρεις βδομάδες αργότερα, μετακόμισαν στο Μίσιγκαν, στο σπίτι της 41χρονης χήρας Ντελφίν Ντάουνινγκ. Στο σπίτι έμενε και η 2χρονη κόρη της, Ρεϊνέλ. Μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα, η Ντελφίν ήταν έτοιμη να παντρευτεί τον Φερνάντεζ. Όμως το πρωινό της 28ης Φεβρουαρίου του 1950, έτυχε να τον δει στο μπάνιο χωρίς το περουκίνι του. Η Ντελφίν ταράχτηκε και άρχισε να τον κατηγορεί ότι της έλεγε ψέματα και ήθελε να την κοροϊδέψει. Βρισκόταν σε έξαλλη κατάσταση, αλλά η Μάρθα κατέφερε να την ηρεμήσει, δίνοντάς της υπνωτικά χάπια.

Όταν η Ντελφίν αποκοιμήθηκε, η 2χρονη κόρη της έβαλε τα κλάματα, ταραγμένη απ’ τις φωνές και την ένταση που επικρατούσε. Η Μάρθα, σχεδόν μηχανικά, άρπαξε το κοριτσάκι απ’ το λαιμό και το έσφιξε, μέχρι που το κοριτσάκι λιποθύμησε. Ο λαιμός του παιδιού είχε μελανιάσει και ο Φερνάντεζ ανησύχησε ότι όταν ξυπνούσε η Ντελφίν και το έβλεπε, θα τους έστελνε στην αστυνομία. Γι’ αυτό την πυροβόλησε στο κεφάλι, ενώ κοιμόταν. Οι δολοφόνοι δεν έφυγαν απ’ το σπίτι.

Η 2χρονη Ρεϊνέλ έκλαιγε ασταμάτητα και ο Φερνάντεζ φοβόταν ότι θα ξεσήκωνε τους γείτονες. Τότε αποφάσισε ότι έπρεπε να πεθάνει και η μικρή. Η Μάρθα γέμισε μια μπανιέρα με νερό και εκεί μέσα την έπνιξε. Έθαψαν και τα δύο πτώματα στο υπόγειο και τα κάλυψαν με τσιμέντο όπως είχαν κάνει και με τη Φρέι. Μετά πήγαν σινεμά.

Όταν επέστρεψαν, τους περίμενε στην πόρτα η αστυνομία. Οι γείτονες είχαν παρατηρήσει την εξαφάνιση της Ντάουνινγκ και πήραν τηλέφωνο τις αρχές. Παράλληλα, οι συγγενείς της Φρέι είχαν ανησυχήσει, γιατί ενώ λάμβαναν συνέχεια γράμματά της, ήταν όλα γραμμένα σε γραφομηχανή και η Φρέι δεν ήξερε να δακτυλογραφεί.

Η ομολογία και η δίκη Ο Φερνάντεζ και η Μάρθα ομολόγησαν σχεδόν αμέσως, γιατί η αστυνομία τους υποσχέθηκε ότι δεν θα τους έστελνε πίσω στη Νέα Υόρκη, όπου ίσχυε η θανατική ποινή. Αν έμεναν και δικάζονταν στο Μίσιγκαν, θα καταδικάζονταν σε ισόβια και μπορεί να αποφυλακίζονταν νωρίτερα, αν έδειχναν καλή διαγωγή. Η δίκη τράβηξε το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και του Τύπου, καθώς αποκαλύφθηκαν πολλές πληροφορίες σχετικά με τη σεξουαλική ζωή του ζευγαριού. Τα ΜΜΕ επικεντρώθηκαν στη Μάρθα Μπεκ, την οποία περιέγραφαν ως μία υπέρβαρη, διαβολική και σεξουαλικά διεστραμμένη γυναίκα.

Τελικά ο Φερνάντεζ και η Μάρθα μεταφέρθηκαν στη Νέα Υόρκη, καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν στην ηλεκτρική καρέκλα στις 8 Μαρτίου του 1951.

Τα τελευταία λόγια του Φερνάντεζ ήταν: «Θέλω να το φωνάξω δυνατά. Αγαπώ τη Μάρθα. Τι ξέρει το κοινό από αγάπη;».

Η Μάρθα, πριν φύγει ακόμα απ’ το κελί της, δήλωσε στους δημοσιογράφους: «Η ιστορία μου είναι μια ιστορία αγάπης και μόνο όσοι έχουν πονέσει μπορούν να καταλάβουν τι εννοώ. Σε όλη την ιστορία, πόσα εγκλήματα έχουν γίνει στο όνομα της αγάπης;».

Της Αθηνάς Τζίμα
mixanitouxronou.gr