Δεκαπενταύγουστος και σε κάθε γωνιά της Ελλάδας και μια εκκλησία αφιερωμένη στη χάρη της Παναγίας. Στο αρχιπέλαγος, κάθε νησί και μία Παναγιά, προστάτιδα των ναυτικών και ενσάρκωση της Μητέρας των μητέρων. Στις “Παναγίες” του Αιγαίου αναβιώνει κάθε χρόνο το “Πάσχα” του καλοκαιριού, ένα «χαρμόσυνο πένθος» και ένα προσκύνημα που μαγνητίζει τα πλήθη.
Η Μεγαλόχαρη της Τήνου με τα χιλιάδες τάματα, πιο πέρα η μεγαλοπρεπής Εκατονταπυλιανή της Πάρου, το κάτασπρο ξωκκλήσι της Παναγιάς της Επανωχωριανής στην Αμοργό, η Παναγία η Σπηλιανή σε ένα μοναδικό σπήλαιο μέσα στο κάστρο των Ιπποτών της Νίσυρου και τόσες άλλες, καθεμία με το δικό της χρώμα. Παμπάλαιες, νεοτεριστικές, μεγαλοπρεπείς, λιτές, “θαυματουργές”, στη θάλασσα ή ψηλά στο βουνό, ερημικές ή πολυπάτητες, οι εκκλησίες της Παναγίας γιορτάζουν ανάλογα με τα τοπικά έθιμα και τα παραδοσιακά προϊόντα του κάθε νησιού. Και με μία αίσθηση από την ελληνική Αρχαιότητα να πλανάται στην ατμόσφαιρα, από τα θρησκευτικά πανηγύρια δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι μουσικές και οι γεύσεις, σαν μία γνώριμη από το παρελθόν θυσία στο Θείο.
Είναι η Παναγιά η Μεγαλόχαρη, η Βρεφοκρατούσα, η Ελεούσα η Θαλασσινή, η Εκατονταπυλιανή, η Γιάτρισσα, η Μυρτιδιώτισσα, η Σουμελά… μα πάνω απ’ όλα είναι η Παναγιά η Μάνα. Από τη μία άκρη της Ελλάδας στην άλλη, σε βουνά, πόλεις, χωριά και νησιά, κάποια Παναγιά παρηγορεί, εμψυχώνει και γαληνεύει όποιον τις γυρεύει βοήθεια.
Και τούτη τη Μάνα, τη μια και μοναδική, γιορτάζει ο χριστιανικός κόσμος, με τη μεγαλύτερη κατάνυξη και λαμπρότητα.
Χιλιάδες πιστών, με την ψυχή γεμάτη ελπίδα και κατάνυξη, προστρέχουν στα αμέτρητα προσκυνήματα, που λιτανεύονται οι θαυματουργές εικόνες της Μεγαλόχαρης για να αποθέσουν τη δική τους ικεσία στη χάρη Της.
H εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι ημέρα χαρμολύπης για τον Χριστιανισμό. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι έχει περάσει στη λαογραφία μας ως θρησκευτικό πανηγύρι και όχι ως πένθος, γιατί αναφερόμαστε όχι απλά στον θάνατο, αλλά στην Κοίμηση και στη Μετάσταση της Παναγίας.

 

Στον Νομό της Καστοριάς
To “Πάσχα” του καλοκαιριού, όπως το ονομάζει και το βιώνει ο λαός μας, γιορτάζεται με ιδιαίτερη κατάνυξη και στην Καστοριά. Σε κάθε γωνιά, σε κάθε εκκλησία οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα και καλούν τους πιστούς να ανάψουν ένα κερί στη χάρη της Παναγιάς.

Ανήμερα της εορτής το πρωί θα τελεσθεί Πανηγυρική Αρχιερατική Θεία Λειτουργία, ιερουργούντος του Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας κ. Σεραφείμ, ενώ το απόγευμα της ίδια ημέρας και ώρα 6.30 μ.μ. θα τελεσθεί ο Εσπερινός και στις 7.00 μ.μ. η εν πλω λιτάνευση της Ιεράς Εικόνος στην βυζαντινή Ιερά Μονή Παναγίας Μαυριωτίσσης, όπου θα ψαλούν τα εγκώμια προς την Υπεραγία Θεοτόκο.

Αξίζει να αφιερώσει κανείς λίγες ώρες για Εκείνη που, παρά τις αμαρτίες μας και τα λάθη μας, συνεχίζει να μας σκεπάζει και να πρεσβεύει.

Αξίζει, επίσης, να αναφέρουμε πως στην Ιερά Μητρόπολη Καστοριάς, 30 είναι οι Ενοριακοί Ιεροί Ναοί που είναι αφιερωμένοι στην Κοίμηση της Θεοτόκου, 10 βυζαντινά και μεταβυζαντινά Παρεκκλήσια της Παναγίας μέσα στην πόλη της Καστοριάς, ενώ δεκάδες ακόμα σε όλη την Επαρχία που τιμούν το όνομά της.
Η Ιερά Μονή της Παναγίας Μαυριώτισσας συγκεντρώνει κάθε χρόνο πλήθος πιστών. Αποτελεί για την Καστοριά μαζί με την Παναγία Κουμπελίδικη, ίσως, το κύριο σημείο αναφοράς για τη γιορτή του Δεκαπενταύγουστου .
Τόσο την παραμονή όσο και την ημέρα της εορτής, οι πιστοί που συρρέουν στη Μονή είναι εκατοντάδες.
Άλλοι ναοί που πανηγυρίζουν στις 15 Αυγούστου στην Καστοριά και είναι αφιερωμένοι στην Παναγία είναι οι: Παναγία Κουμπελίδικη ή Σκουταριώτισσα, Μονή Παναγίας Μαυριώτισσας, Παναγία Τσόντου Βάρδα (Ενορία Οικονόμου), Παναγία Αγίων Αναργύρων, Παναγία Φανερωμένη, Παναγία η Ελεούσα, Παναγία Ρασιώτισσα, Παναγία Μουζεβιδίκη, Μητρόπολη.
Παναγία Μαυριώτισσα

Χτισμένη το 1082 επί Βυζαντινού Αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ Κομνηνού, η Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μαυριώτισσας, αυτός ο Βυζαντινός θησαυρός βρίσκεται σε απόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων από το κέντρο της Καστοριάς, στο ανατολικό μέρος του βουνού της Καστοριάς, που αποτελεί χερσόνησο μέσα στην λίμνη Ορεστιάδα, σε μια τοποθεσία με αιωνόβια πλατάνια.

Αρχικώς ονομάσθηκε Μεσονησιώτισσα. Έπειτα ονομάστηκε Μαυριώτισσα από το απέναντι αυτής παραλίμνιο χωριό Μαύροβο ( Μαυροχώρι) κατά τον 17ο αιώνα, οι κάτοικοι του οποίου συντηρούσαν το μοναστήρι.

Αφορμή για το κτίσιμο της μονής υπήρξε το γεγονός ότι στο σημείο αυτό αποβιβάσθηκαν το 1083 στρατεύματα του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού, για να εκδιώξουν τους κατακτητές της Καστοριάς Νορμανδούς, όπως και έγινε.

Η ανδρώα Ιερά Μονή Μαυριώτισσας διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο ως πνευματικός χώρος σε όλες τις φάσεις τις ιστορίας της Καστοριάς. Έτσι εξηγείται και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που έδειχναν γι’ αυτήν αξιωματούχοι του Βυζαντίου.

Οι καταστροφές και οι επισκευές που έγιναν κατά καιρούς είχαν ως αποτέλεσμα να καταστραφούν πολλές από τις σπουδαίες τοιχογραφίες της. Τα μάτια που έχουν αφαιρεθεί – χαραχθεί από τα εικονιζόμενα πρόσωπα είναι αποτέλεσμα των Τούρκων, επί Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η μεγάλη παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας, άκρως ενδιαφέρουσα από εικονογραφικής άποψης και η σκηνή της Βάπτισης είναι του 12ου αιώνα. Οι εξωτερικές τοιχογραφίες της (ρίζα Ιεσσαί, αυτοκράτορες και Άγιοι Δημήτριος και Γεώργιος) τοποθετούνται χρονικά γύρω στα 1260.

Στο χώρο της μονής υπάρχουν κι άλλα μεταγενέστερα κτίρια, όπως το παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, το μουσείο και το εκθετήριο. Το 1998 το μοναστήρι επανιδρύθηκε. Σήμερα Ηγούμενος είναι ο Αρχιμανδρίτης Νεκτάριος.

 

Παναγία η Κουμπελίδικη

Ο ναός που χαρακτηρίζει την πόλη της Καστοριάς, είναι αυτός της Παναγίας της Κουμπελίδικης.

Στην ακρόπολη του βυζαντινού κάστρου της Καστοριάς, πολύ κοντά στο τείχος και τους δύο πύργους του, υψώνεται ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά μνημεία της Μακεδονίας, η Παναγία Κουμπελίδικη, όπως είναι σήμερα γνωστή. Το όνομά της οφείλεται στη λέξη «κουμπές», που σημαίνει τρούλος, και δημιουργήθηκε στην εποχή της τουρκοκρατίας, για να δηλώσει το κύριο χαρακτηριστικό του ναού, που είναι ο μοναδικός με τρούλο στην Καστοριά. Η βυζαντινή του ονομασία ήταν, πιθανώς, Παναγία Σκουταριώτισσα και Ακαταμάχητος, προσωνύμια που αρμόζουν στην ιδιότητα της Θεοτόκου ως προστάτιδος των τειχών και απαντούν σε επιγραφή της στεφάνης του τρούλου. Για τη χρονολόγηση του μνημείου υπάρχουν διαφορετικές απόψεις. Ο Στ. Πελεκανίδης υποστήριξε την πρωιμότερη χρονολόγησή του στα μέσα του 9ου αιώνα, ο Ν. Μουτσόπουλος την τοποθετεί στα μέσα του 10ου αιώνα, μετά την επιδιόρθωση των τειχών της πόλης, ενώ υπάρχει και η άποψη που στηρίζεται στη μορφολογία της τοιχοποιίας του, η οποία ανεβάζει τη χρονολόγηση στις αρχές του 11ου αιώνα και μάλλον γύρω στο 1020, εποχή αποκατάστασης της βυζαντινής κυριαρχίας στην περιοχή από το Βασίλειο Β΄.

Ο ναός κτίστηκε στον τύπο του τρίκογχου σταυροειδούς με τρούλο και νάρθηκα. Η ισόδομη τοιχοποιία του διακοσμείται με οδοντωτές ταινίες και κεραμοπλαστικά γράμματα στους κάθετους αρμούς ή σε ζωφόρο, στοιχείο χαρακτηριστικό για τα μνημεία της Καστοριάς. Ο τρούλος έχει ψηλό και κυλινδρικό τύμπανο, διακοσμημένο με εφυαλωμένα αβάκια, που αναπτύσσονται σε τρεις ζώνες, και με κεραμοπλαστικά γράμματα. Από την αρχική φάση ανέγερσης του ναού δεν υπάρχουν στοιχεία τοιχογράφησης. Στο μεγαλύτερό του μέρος ο κυρίως ναός και ο εσωνάρθηκας διασώζει πολύ καλής ποιότητας διάκοσμο, που χρονολογείται στην περίοδο 1260-1280. Ξεχωρίζουν τα θέματα που σχετίζονται με το βίο της Θεοτόκου, όπως το Γενέσιο, τα Εισόδια, το Ύδωρ Ελέγξεως, η Μνηστεία και η Κοίμηση. Στην Κοίμηση ο Ιησούς αποδίδεται ένθρονος σε δόξα και αναλαμβανόμενος με την ψυχή της Θεοτόκου. Το σπανιότερο θέμα της ιστόρησης κοσμεί τη σκαφιδωτή καμάρα του εσωνάρθηκα: εδώ παριστάνεται η ανθρωπόμορφη Αγία Τριάδα με τον Παλαιό των Ημερών να φέρει στους κόλπους του το Χριστό Παντοκράτορα, ο οποίος βαστάει τη δόξα με το περιστέρι, που συμβολίζει το Άγιο Πνεύμα. Το εικονογραφικό πρότυπο της παράστασης εντοπίσθηκε σε κώδικα της Βιβλιοθήκης της Βιέννης (Cod. Suppl. gr. 52) του 11ου-12ου αιώνα, όπου συνοδεύει την αναγραφή του Συμβόλου της Πίστεως κατά το ορθόδοξο δόγμα. Οι παραστάσεις αυτής της φάσης χαρακτηρίζονται για την ογκηρή τεχνοτροπία τους, την έντονη σωματικότητα των μορφών, τον πλατύ πράσινο προπλασμό, τα καστανοκόκκινα περιγράμματα, το μενεξελί και το ανοιχτό πράσινο χρώμα. Ανήκουν στο ρεύμα της παλαιολόγειας αναγέννησης και αποτελούν δημιουργία προικισμένου αγιογράφου. Το 15ο αιώνα ο ναός ανακαινίσθηκε με την προσθήκη εξωνάρθηκα και έγινε νέα τοιχογράφηση. Οι παραστάσεις κάλυψαν τον εξωτερικό δυτικό τοίχο με θέματα από το μαρτύριο του Προδρόμου και την Παναγία του Πάθους και ένα μέρος του εσωνάρθηκα με την παράσταση του αγίου Νικολάου. Οι εξωτερικές τοιχογραφίες χρονολογούνται στο 1496, σύμφωνα με κτητορική επιγραφή, η οποία μας πληροφορεί ότι ο δωρητής τους ονομαζόταν Ανδρόνικος. Στα μέσα του 17ου αιώνα, ο ναός ανακαινίσθηκε πάλι με νέα τοιχογράφηση, που σεβάστηκε τις αρχαιότερες φάσεις και κάλυψε τον εξωνάρθηκα και μέρος του ανατολικού τμήματος του ναού μαζί με την κόγχη του ιερού βήματος.

Ο ναός βομβαρδίστηκε το 1940 στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, και τότε έχασε το μεγαλύτερο μέρος του τρούλου του, ο οποίος αναστηλώθηκε το 1949. Το 1994 η 11η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων διενήργησε ανασκαφική έρευνα κοντά στο μνημείο, με αφορμή τις εργασίες αποκατάστασης των βυζαντινών πύργων της πλατείας Κουμπελίδικης, ενώ τα έτη 2002-2003 πραγματοποιήθηκε συντήρηση των τοιχογραφιών του ναού από συνεργείο της Προγραμματικής Σύμβασης του Δήμου Καστοριάς, του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και του Υπουργείου Πολιτισμού.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.