Ο υπνωτιστής των Αμπελοκήπων, που «θεράπευε» επιληπτικούς και δαιμονισμένους στον φούρνο του. Οι ανταγωνίστριες καφετζούδες και οι τσιγγάνες που «έλυναν» μάγια

Το 1929 δρούσε στην περιοχή των Αθηνών ένας υπνωτιστής που ισχυριζόταν πως «θεράπευε ό,τι δεν μπορούσε να θεραπεύσει η επιστήμη«. Ήταν ο Δημήτριος Λύτσας.

Στην Αθήνα του μεσοπολέμου οι υπνωτιστές, οι Σμυρνιές καφετζούδες, οι μάντισσες και οι τσιγγάνες που «διάβαζαν τ’ άστρα» μεσουρανούσαν. Πολλοί ήταν εκείνοι που έψαχναν την αλήθεια στα φλιτζάνια ή στα αστέρια, παρά το γεγονός ότι μια μεγάλη μερίδα πληθυσμού ζητούσε να εκδιωχθούν «οι απατεώνες«.


Ο υπνωτιστής Δημήτρης Λύτσας με την συνεργάτιδά του και μέντιουμ Κατίνα Ν. Κοτσώνη. Πηγή εφημερίδα «Μικρός Ρωμιός». Έκδοση Ελευθέριου Σκιαδά

Ο υπνωτιστής είχε αποκτήσει τη δύναμή του σε προηγούμενη ζωή

Ο κυρ Δημητρός, όπως τον αποκαλούσαν, ήταν φούρναρης και ζούσε στην οδό Αγίας Τριάδας 8, απέναντι από το Γηροκομείο στους Αμπελόκηπους. Καταγόταν από την Καλαμάτα και το 1929 δήλωνε 46 ετών. Με μοναδικό θεραπευτικό μέσο την προσευχή, εξηγούσε ότι απέκτησε αυτή την «υπερδύναμη» σε μια από τις προηγούμενες ζωές του.

Σε μία από αυτές και κατά σειρά την «πρώτη προηγούμενη ζωή» του είχε γεννηθεί στην Κωνσταντινούπολη, ονομαζόταν Νικόλαος Νικολάου και σκοτώθηκε από τους Τούρκους σε ηλικία 40 ετών. Στη δεύτερη, όπου και απέκτησε τη θεραπευτική του ιδιότητα, ζούσε στην Παλαιστίνη, ονομαζόταν Σεβαστιανός και ήταν ασκητής. Στην τρίτη, ήταν βιολιστής στην Ιταλία και απεβίωσε στα 20.

Η πελάτισσα που θεραπεύτηκε και έγινε συνεργάτιδα του κυρ Δημητρού Ο φούρναρης και υπνωτιστής κυρ Δημητρός ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής. Στο φούρνο και «ιατρείο» του υποδεχόταν και γιάτρευε «επιληπτικούς, δαιμονισμένους, πάσχοντες από μυστηριώδεις και ακαθόριστες ασθένειες«, ενώ ξόρκιζε γρουσουζιές και βοηθούσε ζευγάρια που αντιμετώπιζαν προβλήματα μετά το γάμο τους.

Μια από τις πελάτισσες του ήταν και η Κατίνα Ν. Κ. Η 18χρονη Κατίνα είχε σπυριά σε όλο της το σώμα και το πρόσωπο και η κοιλιά της ήταν συνεχώς πρησμένη. Οι γιατροί, στους οποίους απευθύνθηκε της πρότειναν να κάνει παρακέντηση. Ο κυρ Δημητρός από την άλλη, τη διέγνωσε με «αερικό» και πρότεινε θεραπεία πολλών προσευχών! Δεν είναι γνωστό αν τελικά η Κατίνα έκανε παρακέντηση, όμως θεραπεύτηκε. Ο υπνωτιστής ισχυριζόταν ότι τη θεράπευσε ο ίδιος. Λίγο καιρό μετά αποφάσισαν να συνεργαστούν. Η Κατίνα είχε την ιδιότητα του μέντιουμ, που μέσω της ύπνωσης μπορούσε να δει το μέλλον, να διαγνώσει ασθενείς και να προτείνει λύσεις.


Οι ανταγωνίστριες καφετζούδες

Βασική ανταγωνίστρια του υπνωτιστή ήταν η Σοφία Σ. Η κυρά Σοφία, ήταν μια καφετζού από την Σμύρνη, περίπου 45 ετών, που δεν έλεγε ποτέ τον καφέ σε άντρες. Σύμφωνα με τον λαογράφο Τάσο Αθανασόπουλο, οι Σμυρνιές θεωρούνταν οι καλύτερες καφετζούδες, «γιατί η καθημερινή χρήση του καφέ ήρθε στην Ελλάδα από τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας». Επομένως, είναι λογικό να αποτελούν και τον βασικό ανταγωνιστή του φούρναρη υπνωτιστή Δημήτρη Λύτσα.

Γυναίκες «ρίχνουν» τα χαρτιά. Πηγή εφημερίδα «Μικρός Ρωμιός». Έκδοση Ελευθέριου Σκιαδά

Το «διάβασμα» του καφέ από την κυρά Σοφία κόστιζε ένα δεκάρικο για κάθε πελάτισσα. Καμιά φορά έδινε και διάφορα μαντζούνια, αν έκρινε ότι η περίσταση το απαιτεί και το κόστος ανέβαινε. Για παράδειγμα, όταν «έβλεπε» στο φλιτζάνι μιας κοπέλας ότι ο σύντροφός της την απατά, της πρότεινε το μανόγαλο, το οποίο ήταν γάλα από μητέρα εφτά παιδιών. Αυτό έπρεπε να το ρίξει στον καφέ του αγαπημένου της και αυτός αμέσως θα την ποθούσε ξανά όπως πρώτα.

Οι «γύφτισσες που έλεγαν τ’ αστέρια»

Εκτός όμως από τις καφετζούδες, υπήρχαν πολλές τσιγγάνες που έλυναν μάγια, έλεγαν τη μοίρα και «διάβαζαν» τα αστέρια. Όλα κόστιζαν γύρω στο εκατοστάρικο, αλλά όσοι ήθελαν να ακούσουν τι λένε τα αστέρια έπρεπε να δώσουν κάτι παραπάνω. Άλλωστε είχε δημιουργηθεί θρύλος γύρω από την ικανότητα των τσιγγάνων να «διαβάσουν» τον ουρανό.

Ο Κ.Παλαμάς στο “Δωδεκάλογο του Γύφτου” γράφει «Κι ήρθαν και οι γύφτοι που γνωρίζουν των πλανητών τα κατατόπια κι όλα τα µυστικά των άστρων, και που µιλάνε µε τ’ αστέρια, και που θωρώντας τα µαντεύουν».

Πολλοί άνθρωποι πίστευαν σ’ αυτό τον θρύλο και έτσι ήταν μια ιδιαίτερα επικερδής «εργασία» για τις τσιγγάνες. Αρκετά συχνά προσπαθούσαν να κερδίσουν περισσότερα χρήματα, λέγοντας ότι το φεγγάρι είναι θολό και πρέπει να ξενυχτήσουν μέχρι και το επόμενο βράδυ για να «μιλήσουν». Φυσικά κάθε ξενύχτι χρεωνόταν. Κι αυτή είναι μια πραγματικότητα βαθιά ριζωμένη στον ελληνικό πολιτισμό.

Απόδειξη ότι ακόμη και σήμερα υπάρχουν μέντιουμ, χαρτορίχτρες και καφετζούδες. Με τη μόνη διαφορά ότι δεν μπορούν να ισχυριστούν πως είναι από τη Σμύρνη…

Αντλήθηκαν πληροφορίες από την ηλεκτρονική εφημερίδα Μικρός Ρωμιός (Έκδοση Ελευθέριου Σκιαδά)

mixanitouxronou.gr