Σκότωσε τον πατέρα του, τον αδερφό του και τη μητριά του. Το τριπλό φονικό που συγκλόνισε την Ελλάδα. Οι συγχωριανοί του όμως φώναζαν ότι ο δολοφόνος είναι αθώος

6 Δεκεμβρίου 1985. Ανήμερα του Αγίου Νικολάου, ένας 31χρονος κτηνοτρόφος εισβάλλει στο πατρικό του σπίτι στο χωριό Δάφνη Σερρών και με μια καραμπίνα σκοτώνει τον πατέρα του, τον αδερφό του, τη μητριά του και τραυματίζει σοβαρά τη νύφη του, μπροστά στα μάτια της 7χρονης ανιψιάς του. Στη συνέχεια, ο δράστης τρέπεται σε φυγή.

 Οι προστριβές με τον πατέρα

Ο 31χρονος δράστης, τα τελευταία χρόνια φιλονικούσε με τον πατέρα του και τον μικρότερο αδερφό του. Αν και δολοφόνος ζούσε στο πατρικό του, όταν επέστρεψε ο αδερφός του από την Αθήνα, ο πατέρας του τον έδιωξε για να μείνει μαζί τους ο αδερφός του με τη γυναίκα του. Η συγκατοίκηση ζευγαριών με τα πεθερικά ήταν άλλωστε συνηθισμένη.

Σύμφωνα με τους κατοίκους της περιοχής, όλα είχαν ξεκινήσει, όταν ο θύτης έμαθε πως ο πατέρας του μαζί με τον αδερφό του, πούλησαν ένα χωράφι και δεν του έδωσαν το μερίδιο που του αναλογούσε. Μάλιστα, το καλοκαίρι του 1985, ο δράστης καβγάδισε για το ίδιο θέμα με τον πατέρα του, μέχρι που ο πρωτότοκος, έβαλε φωτιά στην αποθήκη του πατέρα του, με αποτέλεσμα να κάψει τις ζωοτροφές και τα ζωντανά που ήταν στην αποθήκη. Για την πράξη αυτή, η αστυνομία τον είχε συλλάβει με την κατηγορία του εμπρησμού από πρόθεση.

 

Το σπίτι που έγινε το τριπλό φονικό στις 6 Δεκεμβρίου 1985

Το χρονικό της τριπλής δολοφονίας

Στις αρχές Δεκεμβρίου του 1985, ο δολοφόνος επισκέφτηκε για προτελευταία φορά το πατρικό του σπίτι. Το θέμα ήταν πάλι η οικονομική διαφορά. Τελικά πατέρας και γιος αντάλλαξαν βαριές κουβέντες και μάλιστα ο ένας απείλησε τον άλλον. Ο δράστης επέστρεψε στο σπίτι του, που ήταν σε διπλανό χωριό, τον Μύρκινο.

Στις 6 Δεκεμβρίου, ο γιος έφυγε αργά το βράδυ από το σπίτι του χωρίς να ενημερώσει την γυναίκα του. Γύρω στις 23:30, έσπασε την εξώπορτα και «μπούκαρε» στο πατρικό του. Όλη η οικογένεια – ο πατέρας, η μητριά, ο αδερφός, η νύφη του και η ανήλικη ανιψιά του – ήταν ξύπνιοι, εξαιτίας της γιορτής του Αγίου Νικολάου.

Ο δράστης με μια καραμπίνα άρχισε να πυροβολεί αδιακρίτως, μετατρέποντας το οικογενειακό γλέντι σε τραγωδία. Από τους πυροβολισμούς, ξύπνησαν οι συγχωριανοί, αλλά όταν έφτασαν στο σπίτι, ο δράστης είχε ήδη εξαφανιστεί. Οι πρώτοι που μπήκαν σπίτι μετά το φονικό, αντίκρισαν ένα σοκαριστικό θέαμα.

Τα χοντρά σκάγια είχαν προκαλέσει μεγάλες τρύπες στους τοίχους, ενώ τα αίματα από τα θύματα είχαν πεταχτεί μέχρι την οροφή του σπιτιού. Ο δράστης εκτέλεσε τον 60χρονο πατέρα του και την 62χρονη μητριά του, με μια σφαίρα στον κρόταφο. Ο 28χρονος αδερφός του, τραυματίστηκε θανάσιμα στην καρδιά. Η «τυχερή» της υπόθεσης ήταν η 29χρονη νύφη του δράστη, που έβαλε τα χέρια της μπροστά στην κάννη της καραμπίνας. Τα σκάγια τρύπησαν τις παλάμες της, άλλαξαν πορεία και την τραυμάτισαν βαριά στην αριστερή πλευρά του σώματός του. Αιμόφυρτη, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο.

Μοναδικός μάρτυρας της τριπλής δολοφονίας ήταν η 7χρονη ανιψιά. Το μόνο που κατάφερε να πει στην αστυνομία ήταν πως ο πατέρας της έπεσε νεκρός μπροστά στα πόδια της και πως φώναζε «πατέρα, πατέρα».

Το κυνηγητό για τη σύλληψη του δολοφόνου

Οι κάτοικοι του χωριού ενημέρωσαν την αστυνομία. Το φονικό πήρε τεράστιες διαστάσεις, και σύντομα έφτασαν στον τόπο του εγκλήματος ο αστυνομικός διευθυντής των Σερρών, μαζί με τον υποδιευθυντή και τον διοικητή Ασφάλειας Σερρών. Αμέσως, άρχισε ένα μεγάλο ανθρωποκυνηγητό για την αναζήτηση του δράστη. Ομάδες καταδίωξης έψαχναν στον κάμπο και τα γύρω βουνά, ωστόσο η πυκνή ομίχλη και το σκοτάδι, δυσκόλεψε πολύ το έργο τους. Άλλες αστυνομικές δυνάμεις είχαν στήσει μπλόκα στην είσοδο των κοντινών χωριών, μήπως και φανεί ο δράστης.

Μετά από σχεδόν 20 ώρες, η αστυνομία συνέλαβε τον δολοφόνο. Ο δράστης επέστρεψε στο σπίτι μου, όπου έμενε η γυναίκα του και η τεσσάρων χρονών κόρη τους. Αστυνομικοί τον αιφνιδίασαν και τον συνέλαβαν χωρίς, ο δράστης να προλάβει να αντιδράσει. Προτού τον οδηγήσουν στο αστυνομικό τμήμα, έδειξε στους αστυφύλακες το σημείο που είχε κρύψει την καραμπίνα. Ο 31χρονος ομολόγησε στους αστυνομικούς πώς «όταν τους πυροβόλησα, έφυγα αμέσως, όχι τόσο για να αποφύγω τη σύλληψη, αλλά γιατί ήθελα να συνειδητοποιήσω τι ακριβώς είχα κάνει.

«Ήμουν ο αποδιοπομπαίος τράγος»

Ο 31χρονος κτηνοτρόφος, κατά την προανάκρισή του, υποστήριξε ότι δεν άντεξε άλλο την κακομεταχείριση που δεχόταν επί χρόνια από τον πατέρα τους. Ανέφερε στον ανακριτή ότι ένιωθε το αποπαίδι και πως ο πατέρας του «πέταξε στον δρόμο» εκείνον και την οικογένειά του για να εγκατασταθεί στο πατρικό του ο μικρότερος αδερφός του με την οικογένεια του. «Και μάλιστα με έδιωξε από το σπίτι που είχα χτίσει εγώ, με δικά μου χρήματα, δουλεύοντας σκληρά χρόνια ολόκληρα», συμπλήρωσε. Από εκείνη τη στιγμή, ο αδερφός του έγινε το αγαπημένο παιδί της οικογένειας και εκείνος το «παραπαίδι» και ο «αποδιοπομπαίος τράγος».

Στη συνέχεια, είπε πως ο πατέρας του, αφού πούλησε το χωράφι, από το οποίο είχε μερίδιο και 31χρονος, με τα χρήματα αυτά άνοιξε κατάστημα παιχνιδιών στον άλλο του γιο. Ο δολοφόνος δεν άντεξε αυτή τη νέα «συμμαχία» σε βάρος του, ενώ αποκάλυψε ότι είχε χειροδικήσει αρκετές φορές εναντίον του πατέρα του. «Ό,τι έκανα, το έκανα από αγανάκτηση, και μόνο γιατί έβλεπα ξεκάθαρα, ότι διαχώριζε το ένα από το άλλο παιδί».

Σχετικά με για το όπλο, ο δολοφόνος δήλωσε πως είχε στην κατοχή του την καραμπίνα γιατί ήταν κτηνοτρόφος, ενώ όταν ανέβαινε στο βουνό για να κόψει ξύλα, την είχε μαζί του για προστασία. Τελειώνοντας την προανάκριση, δήλωσε στον ανακριτή ότι «δεν είχα πρόθεση να τους σκοτώσω, παρά μόνο να τους εκφοβίσω. Κάτι που το είχα ξανακάνει πολλές φορές, άοπλος φυσικά».

Ο δράστης εξετάστηκε από ομάδα ψυχιάτρων. Οι γιατροί θεώρησαν ότι ο θύτης ξέσπασε, έπειτα από πολλά χρόνια καταπίεσης και κακομεταχείρισης από τον πατέρα του. Μάλιστα, ο 31χρονος έμεινε ορφανός στα πέντε του, γιατί η μητέρα του αυτοκτόνησε. Η έλλειψη μητρικής στοργής μαζί με την αυταρχικότητα του πατέρα του, ήταν οι υποσυνείδητοι λόγοι που όπλισαν το χέρι του, σύμφωνα και με τις μαρτυρίες των κατοίκων του χωριού.

«Αθώος, αθώος ο Β. Αυτός είναι το θύμα»

Την επομένη της προανακριτικής διαδικασίας, ορίστηκε η αναπαράσταση του τριπλού φονικού. Από νωρίς το πρωί, αστυνομικές δυνάμεις είχαν περικυκλώσει το χωριό, γιατί φοβόντουσαν αντίποινα από τους κατοίκους. Το κλίμα όμως ήταν τελείως διαφορετικό. Όλο το χωριό είχε μαζευτεί έξω από το σπίτι της τριπλής δολοφονίας, για να συμπαρασταθούν στον δολοφόνο. «Αθώος, αθώος ο Β. Αυτός είναι το θύμα. Πήγαν να τον αφανίσουν ο πατέρας του, η μητριά του και ο αδερφός του», φώναζαν γύρω στους 300 συγχωριανούς του Β.Τ.

Μόνος ένας άνδρας, φίλος του αδερφού του στράφηκε εναντίον του και του φώναξε «Φονιά. Σκότωσες του δικούς σου». Ο δολοφόνος κατά την αναπαράσταση, ανέφερε πως πρώτα σκότωσε τη μητριά του, στην συνέχεια τον πατέρα του και στο τέλος στράφηκε κατά του αδερφού του και της νύφης του.

Στην ερώτηση της εισαγγελέως, γιατί εκτέλεσε πρώτα τη μητριά του, απάντησε: «Αυτή τα έκανε όλα. Είχε βάλει τον πατέρα μου, να φαρμακώσει τη μάνα μου, για να την παντρευτεί στη συνέχεια». Μετά από την αναπαράσταση του τριπλού φονικού, το πλήθος άρχιζε να φωνάζει στον δολοφόνο, καθώς έμπαινε στην αστυνομική κλούβα: «Δεν φταις εσύ. Είμαστε μαζί σου. Το δίκιο είναι με το μέρος σου».

Το τριπλό φονικό συγκλόνισε την κοινή γνώμη του μικρού χωριού των Σερρών και προκάλεσε τεράστιο ενδιαφέρον. Δυο ώρες πριν από τη δίκη, είχαν καταφτάσει πολλά άτομα από τα γύρω χωριά, ακόμα και από μεγάλες πόλεις, όπως η Δράμα, η Καβάλα και η Θεσσαλονίκη.

Η δίκη                                                        

Ο δράστης αντιμετώπισε κατηγορίες για ανθρωποκτονία και απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση, διατάραξη οικιακής ειρήνης, παραβίαση οικογενειακού ασύλου, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία. Η δίκη του ορίστηκε τον Μάρτιο του 1987, σχεδόν δύο χρόνια μετά το τριπλό φονικό.

Στο Μικτό Ορκωτό Κακουργιοδικείο του Κιλκίς, συγχωριανοί του εμφανίστηκαν με πανό και υπερασπίστηκαν μέχρι τέλους τον 31χρονο δολοφόνο. Το σύνολο των συγχωριανών του στράφηκε εναντίον των θυμάτων, αλλά κυρίως στην 29χρονη νύφη του, δηλώνοντας ότι «δεν κρατούσε τη θέση της και φερόταν σαν πρωτευουσιάνα».

Στο δικαστήριο, συγχωριανοί του δράστη, του συμπαραστάθηκαν με πανό

Μπροστά στους δικαστές, ο δράστης υποστήριξε πως «δούλευα από μικρό παιδί, τους έδινα χρήματα, αλλά με μεταχειρίζονταν σαν ζώο. Με έπνιγε το δίκιο μου, θόλωσα και πήγα και τους σκότωσα».

Στις 9 Μαρτίου 1987, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε κάθειρξη 27 χρόνων για τη δολοφονία του πατέρα του, του αδερφού του και της μητριάς του.

Για ευνόητους λόγους, δεν αναφέρονται τα ονόματα, που είχαν δημοσιευθεί στον τύπο της εποχής.