Ζαν ντ’ Αρκ. Η Καθολική Εκκλησία την έκαψε ζωντανή ως «μάγισσα» και μετά την ανακήρυξε «Αγία». Έκανε θαύματα για τον βασιλιά Κάρολο, αλλά εκείνος την άφησε στην τύχη της

Μπορεί μια νεαρή κοπέλα να αλλάξει τη ροή του πιο σκληρού και μακροχρόνιου πολέμου της παγκόσμιας ιστορίας; Όχι, εκτός αν διαθέτει υπερφυσικές δυνάμεις. Ως τέτοιες θεωρούσε η δωδεκάχρονη Ιωάννα της Λωραίνης τα οράματα στα οποία ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, η Αγία Μαργαρίτα και η Αγία Αικατερίνη την καλούσαν να πάρει τα όπλα και να ξεπλύνει την ντροπή των ομοεθνών της Γάλλων, οι οποίοι είχαν γνωρίσει συντριπτικές ήττες από τους Βρετανούς, στο πλαίσιο του Εκατονταετούς Πολέμου.

Η Ιωάννα γεννήθηκε το 1412 (στις 6 Ιανουαρίου σύμφωνα με ορισμένες πηγές), στο μικρό γαλλικό χωριό Ντομρεμί. Από πολύ μικρή έδειξε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πολιτική. Πρωτόγνωρο γεγονός τόσο για το φύλο όσο και για την ηλικία της.

Την περίοδο εκείνη η Γαλλία σπαρασσόταν από τη σύγκρουση μεταξύ των δύο διεκδικητών του στέμματος, του γάλλου Καρόλου και του μονάρχη της Βρετανίας Ερρίκου ΣΤ΄. Ο τελευταίος είχε ήδη καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος του βόρειου τμήματος του γαλλικού βασιλείου. Πιστή στα οράματά και στο πάθος της για την πολιτική, η Ιωάννα εγκατέλειψε το χωριό της (Μάιος 1429). Παρουσιάστηκε στον Κάρολο και του δήλωσε ότι θα τον βοηθούσε να κατακτήσει τον γαλλικό θρόνο. Φυσικά, εκείνος την έδιωξε. Είχε ήδη πολλά προβλήματα για να δώσει σημασία σε μια «ονειροπαρμένη» έφηβη.

Η Ιωάννα όμως, απτόητη, επανήλθε την επόμενη χρονιά, όταν η φήμη της είχε ξεπεράσει τα όρια του χωριού της και έβρισκε πολλούς υποστηρικτές. Αυτή τη φορά ο Κάρολος -εντυπωσιασμένος ίσως από την επιμονή της και τη φήμη της περί επικοινωνία της με τον Θεό – της εμπιστεύτηκε μια μικρή στρατιωτική δύναμη.

Και τότε συνέβη το αδύνατο! Το έμφυτο θάρρος της Ιωάννας, η επιμονή της να αλλάξει το απαρχαιωμένο γαλλικό αμυντικό δόγμα σε επιθετικό, καθώς και η γοητεία που εξασκούσε στους θρησκόληπτους γάλλους στρατιώτες, είχαν ως συνέπεια την ανακατάληψη της μιας πόλης μετά την άλλη.

Στις 17 Ιουλίου 1429, ο Κάρολος στεφόταν βασιλιάς της Γαλλίας. Δίπλα του στεκόταν η τύχη του προσωποποιημένη, η δεκαεπτάχρονη Ιωάννα. Ωστόσο, η τύχη δεν είχε περίσσευμα για την «Αγία των Γάλλων». Τον επόμενο χρόνο συνελήφθη από στρατιώτες του δούκα Φιλίππου της Βουργουνδίας, ο οποίος πολεμούσε στο πλευρό των Βρετανών, σε μια επιχείρηση κοντά στην Κομπιένη. Οι Βρετανοί την ήθελαν πάση θυσία προκειμένου να καταρρακώσουν το ηθικό των Γάλλων. Ο Φίλιππος όρισε μια τιμή για τη λεία του, οι Βρετανοί ανταποκρίθηκαν πρόθυμα και η αγοραπωλησία επετεύχθη. Ο Κάρολος δεν έκανε καμία προσπάθεια να τη σώσει. Ουδείς ασφαλέστερος εχθρός του ευεργετηθέντος!

Η Ιωάννα μεταφέρθηκε στη Ρουέν προκειμένου να δικαστεί από εκκλησιαστικό δικαστήριο, το οποίο ενεργούσε σύμφωνα με εντολές των Βρετανών. Στη δίκη-ορισμό της παρωδίας, κατηγορήθηκε για κοντή κόμη και ντύσιμο με ανδρικά ρούχα, ανεπίτρεπτο γεγονός για τα ήθη της εποχής. Την κατηγόρησαν επίσης για μαγεία και ως αιρετική, επειδή ισχυριζόταν ότι επικοινωνούσε με τον Θεό. Η ετυμηγορία ήταν να καεί ζωντανή. Κλασική τιμωρία για μάγισσες.

Την ώρα που φούντωναν οι φλόγες, η Ιωάννα ζήτησε να σηκώσουν έναν σταυρό για να τον δει μέσα από τις φλόγες. Κατά την εκτέλεσή της, ένας Βρετανός στρατιώτης φώναξε «είμαστε χαμένοι, κάψαμε μια αγία». Τα λόγια του ήταν προφητικά. Οι Γάλλοι κέρδισαν τον πόλεμο, αναγνώρισαν τη συμβολή της «Παρθένας της Ορλεάνης» στη νίκη και της προσέδωσαν την ιδιότητα του μάρτυρα.

Στις 16 Μαΐου 1920, η Ζαν ντ’ Αρκ ανακηρύχθηκε αγία από την Καθολική Εκκλησία (η οποία βέβαια την είχε ρίξει στην πυρά) και παράλληλα προστάτιδα της Γαλλίας.

Νίκος Γιαννόπουλος ιστορικός/mixanitouxronou.gr