Συνέντευξη Υπουργού Υγείας Βασίλη Κικίλια στην ισπανική εφημερίδα El Mundo και στον δημοσιογράφο Alberto Rojas

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Σε ποιους παράγοντες βασίστηκε ο περιορισμός της εξάπλωσης του ιού;

Β. ΚΙΚΙΛΙΑΣ: Η επιτυχία μας βασίζεται κυρίως στους εξαιρετικούς επαγγελματίες του Εθνικού Συστήματος Υγείας, σε αυτούς τους καθημερινούς ήρωες: στους γιατρούς, το νοσηλευτικό προσωπικό, το διοικητικό και παραϊατρικό προσωπικό, καθώς επίσης στο ΕΚΑΒ, τους επιστήμονες και το προσωπικό του ΕΟΔΥ, που κατάφεραν να εντοπίσουν το πρώτο κρούσμα.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Πώς έγινε ο αποφασιστικής σημασίας εντοπισμός των πρώτων κρουσμάτων, χωρίς τα τεχνολογικά μέσα της Νότιας Κορέας και χωρίς τη δυνατότητα πραγματοποίησης μαζικών διαγνωστικών τεστ όπως στη Γερμανία;

Β. ΚΙΚΙΛΙΑΣ: Λάβαμε τα αναγκαία μέτρα εγκαίρως κι έτσι προστατέψαμε τους πολίτες. Ορίσαμε 13 νοσοκομεία αναφοράς σε όλη τη χώρα, πραγματοποιήσαμε πάνω από 30 προσομοιώσεις, ορίσαμε μια Επιστημονική Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων, με επικεφαλής τον Καθηγητή Παθολογίας-Λοιμωξιολογίας και εκπρόσωπο του Υπουργείου Υγείας για τον κορονοϊό, Σωτήρη Τσιόδρα.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Πότε καταγράφηκε το πρώτο κρούσμα στην Ελλάδα;

Β. ΚΙΚΙΛΙΑΣ: Το πρώτο κρούσμα κορονοϊού κατεγράφη στην Ελλάδα στις 26 Φεβρουαρίου. Την ίδια ημέρα, σύμφωνα με εντολή του Πρωθυπουργού, ανακοίνωσα την ακύρωση των εκδηλώσεων για το καρναβάλι και στις 10 Μαρτίου – με μόνον ένα θάνατο καταγεγραμμένο – το κλείσιμο όλων των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Στις 22 Μαρτίου άρχισε ο γενικευμένος περιορισμός της κυκλοφορίας των πολιτών.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Πώς εντοπίσατε τόσο νωρίς τη σοβαρότητα της εξάπλωσης του ιού, σε αντίθεση με χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία και η Γαλλία;

Β. ΚΙΚΙΛΙΑΣ: Από τα μέσα Ιανουαρίου προετοιμάζαμε την επιχειρησιακή διαθεσιμότητα του ελληνικού συστήματος υγείας, σε όλα τα αρμόδια όργανα του Υπουργείου Υγείας. Τον ίδιο μήνα, προετοιμάσαμε ένα σχέδιο δράσης μαζί με τον ΕΟΔΥ, για την αντιμετώπιση της πανδημίας, ενώ από την αρχή ήμασταν σε συνεχή επαφή με τον ΠΟΥ.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Πώς σχεδιάζετε την επιστροφή στην κανονικότητα του τουριστικού τομέα, ο οποίος είναι από τους πλέον σημαντικούς για την Ελλάδα;

Β. ΚΙΚΙΛΙΑΣ: Η τουριστική εμπειρία του φετινού καλοκαιριού μπορεί να είναι κάπως διαφορετική σε σύγκριση με τα περασμένα χρόνια, με περισσότερη κοινωνική αποστασιοποίηση, αλλά οι τουρίστες θα μπορέσουν να κάνουν μια υπέροχη επίσκεψη στην Ελλάδα το καλοκαίρι, αρκεί η πανδημία διεθνώς να βρίσκεται σε καθοδική πορεία.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Πιστεύετε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση στάθηκε στο ύψος της υγειονομικής πρόκλησης του ιού; Πιστεύετε ότι θα υλοποιήσει την αλληλεγγύη, την οποία προβάλλει;

Β. ΚΙΚΙΛΙΑΣ: Δεδομένου ότι η πανδημία δεν έχει τελειώσει, νομίζω πραγματικά ότι θα πρέπει να ενεργήσουμε όλοι μαζί, με αλληλεγγύη. Αλλά ελπίζουμε ότι η λέξη «αλληλεγγύη» δεν θα μείνει κενή περιεχομένου. Αποτελεί μια αξία, μια αρχή που πρέπει να διέπει τον κόσμο, ειδικά σε καιρούς κρίσης άνευ προηγουμένου, όπως η παρούσα κρίση.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Εκτιμάτε ότι η Ελλάδα έχει βελτιώσει τη φήμη της χάρη στον τρόπο διαχείρισης της κρίσης της πανδημίας, μετά την οικονομική καταστροφή του 2010 και τη χρεοκοπία της χώρας;

Β. ΚΙΚΙΛΙΑΣ: Ναι. Η Ελλάδα αποτελεί θετικό παράδειγμα στη διαχείριση αυτής της κρίσης, αλλά τώρα ετοιμαζόμαστε για το ενδεχόμενο ενός δεύτερου κύματος κορονοϊού και δεν υπάρχει περιθώριο εφησυχασμού. Έχουμε πολλή δουλειά μπροστά μας αυτό το καλοκαίρι.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Είστε ικανοποιημένος από την ανταπόκριση του ελληνικού λαού σε έναν τόσο αυστηρό περιορισμό κυκλοφορίας;

Β. ΚΙΚΙΛΙΑΣ: Οι Έλληνες έδειξαν μεγάλη ατομική ευθύνη και συλλογική συνείδηση. Τους αξίζει μεγάλη αναγνώριση.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Πώς ετοιμάζεστε για το ενδεχόμενο ενός δεύτερου κύματος του ιού από το φθινόπωρο;

Β. ΚΙΚΙΛΙΑΣ: Θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για να εγγυηθούμε τη στήριξη του ελληνικού συστήματος υγείας στις ΜΕΘ. Έχουμε αυξήσει τις κλίνες ΜΕΘ από 565 σε 1.017, έχουμε προχωρήσει σε νέες προσλήψεις άνω των 4.000 επαγγελματιών υγείας και έχουμε δημιουργήσει μια «αερογέφυρα» για προμήθεια υγειονομικού υλικού άνευ προηγουμένου, εν μέσω διεθνούς διαμάχης για προμήθεια ιατρικού υλικού. Επιπλέον, έχουμε λάβει δωρεές από 865 ιδιωτικούς οργανισμούς, οι οποίες ανήλθαν συνολικά σε 89 εκατ. ευρώ