Η επταετία που στιγμάτισε την σύγχρονη Ελλάδα και τη βύθισε ακόμα περισσότερο στο σκοτάδι είναι ένα πολύ πρόσφατο γεγονός, μια ανάμνηση που μοιάζει μακρινή και ταυτόχρονα κοντινή σε όσα άτομα την έζησαν. Η σκιά της καλύπτει ακόμα την ελληνική κοινωνία και πολιτική κι όπως κάθε συλλογικό τραύμα επηρεάζει και τις μεταγενέστερες γενιές.
Μιλώντας με τέσσερις ανθρώπους της περιοχής μας, καταγράφουμε τη Χούντα και την επέτειο του Πολυτεχνείου μέσα από το βίωμα τους και σε σχέση με τον τόπο τους. Πρόκειται για άτομα που ήταν παιδιά, έφηβοι, νέοι ενήλικες, εργαζόμενοι και μέλη της φοιτητικής κοινότητας εκείνη την περίοδο που παρά τις προσπάθειες του καθεστώτος να τους τυφλώσει εκείνοι έβλεπαν, παρατηρούσαν, σκέφτονταν, μιλούσαν έστω και χαμηλόφωνα και προσεκτικά. Παρακάτω παρατίθενται οι ιστορίες τους μέσα από τα δικά τους λόγια.

Όταν ήρθε η Χούντα, 21 Απριλίου του ’67, εγώ ήμουν Β’ Γυμνασίου και υπήρχε μια βουβαμάρα. Ήταν μια μέρα με ήλιο και κατεβαίνοντας από το σπίτι μας, είδα τη θεία μου, η οποία λέει «Σουτ, ησυχία, έγινε δικτατορία
», μου το είπε έτσι πολύ χαμηλά. Εγώ τότε μικρό παιδί δεν κατάλαβα και τίποτα και να πω την αλήθεια κι ώσπου τελείωσα το γυμνάσιο και πήγαμε στο πανεπιστήμιο δεν καταλάβαινα κι από πολιτικά πολλά πράγματα, παρ’ ότι ο πατέρας μου τα παρακολουθούσε. Ο πατέρας μου ήταν δημοτικός υπάλληλος, ο οποίος κάθε μεσημέρι που ερχόταν στο σπίτι έπαιρνε τον Ελληνικό Βορρά, τον διάβαζε και τον ξεφύλλιζε. Εγώ τότε, πιτσιρικάς στο σχολείο, την περίμενα την εφημερίδα, γιατί μ’ άρεζε να διαβάζω. Οι εφημερίδες ήταν καθοδηγούμενες, η εφημερίδα η οποία ήταν λίγο πιο φιλελεύθερη να το πω, δηλαδή όχι στα πλαίσια της Χούντας, ήταν η Μακεδονία. Όσοι έπαιρναν Μακεδονία τότε την κρύβανε, γιατί υπήρχαν πάρα πολλοί ρουφιάνοι, συνεργάτες της ασφάλειας και έλεγαν «Τον είδα ή την είδα με την Μακεδονία που σημαίνει ότι δεν είναι καθαρός Έλληνας», έτσι λέγανε. Τα «υγιή στοιχεία», οι «πατριώτες οι γνήσιοι», χαζομάρες. Αλλά υπήρχε έξαρση, κάποιοι το έκαναν και επαγγελματικά αυτό. Έλεγαν ότι κάποιοι ήταν έμμισθοι της ασφάλειας, έμμισθοι χαφιέδες. Κάναμε και Πολιτική Αγωγή στο σχολείο στα τελευταία χρόνια, αλλά ήταν στα πλαίσια πάλι του συστήματος. Δεν μπορώ να πω ότι κατάλαβα πολλά από Χούντα, απλώς άκουγα από εδώ και από εκεί από τους μεγάλους ότι οι στρατιωτικοί έχουν το πάνω χέρι. Οι στρατιωτικοί και σε μικρούς βαθμούς, μέχρι και σε επίπεδο λοχία, ανθυπασπιστή κλπ., ήταν αυτοί που έκαναν κουμάντο, οι τοπικοί άρχοντες έπρεπε να τα πάνε καλά μ’ αυτούς, αν κι ήταν διορισμένοι οι περισσότεροι. Τότε υπήρχε ο θεσμός της νομαρχίας, δεν ήταν όπως είναι τώρα, που ήταν όλοι διορισμένοι οι νομάρχες από τη Χούντα.

Εδώ –όπως τα έζησα εγώ- υπήρχε η άρχουσα τάξη, η οποία ήταν πέριξ των στρατιωτικών. Υπήρχε σύνταγμα, συνταγματάρχης, υπήρχε μεραρχία, στρατηγός, υποστράτηγος, τότε υπήρχε πολύ στρατός εδώ, επειδή είχε κομμουνισμό η Αλβανία. Μήπως μας χτυπήσει η Αλβανία και γενικά αυτή ήταν η φιλοσοφία, γιατί γύρω γύρω απ’ την Ελλάδα υπήρχανε κράτη που ήταν κομμουνιστικά. Εδώ πέρα ευνοήθηκαν αρκετοί. Κάνανε βεγγέρες, κάνανε ομιλίες, παρελάσεις. Καλά παρελάσεις και τέτοια με αρχαιοελληνικά, με το έμβλημά τους, τον στρατιώτη με τον φοίνικα, τα έχω ζήσει αυτά και συμμετείχα κιόλας. Μας πήγαιναν με τη γραμμή, δεν μπορούσες να κάνεις αλλιώς, άμα έλεγες όχι… Εδώ υπήρχαν οι πέριξ του στρατιωτικού κατεστημένου, οι οποίοι ήτανε η άρχουσα τάξη, στην οποία δεν μπορούσες να πας κόντρα, οι οποίοι κανόνιζαν. Όσο μπορούσα να τα ξέρω κι όσο μπορούσα να τα καταλάβω, γιατί ήμουν και μικρό παιδί, πάντως υπήρχε κι ήταν εμφανές αυτό. Στη λέσχη αξιωματικών που γίνονταν οι συναντήσεις και οι συζητήσεις και χοροί κλπ. δεν πήγαινε όποιος να ‘ναι και φαντάζομαι αυτό γινόταν και σ’ όλη την Ελλάδα.
Ξέρω ότι πήγε κόσμος εξορία κι από εδώ. Κάποιοι ήτανε χαμένοι, μετά εμφανίστηκαν αφότου έπεσε η Χούντα, τα είχα ακούσει πολλές φορές. Γενικώς το πνεύμα ήταν «Κοίτα τη δουλειά σου και μην ασχολείσαι με περαιτέρω. Άμα θες να ασχοληθείς με τα κοινά, θα ασχοληθείς με τα χορευτικά, να ασχοληθείς με το πώς θα κάνουμε την γειτονιά μας», κι όχι πολύ αντιδραστικά, πάντα συναινετικά, γιατί αποφάσιζαν αυτοί. Δυστυχώς, έτσι ήτανε. Εδώ δεν κατάλαβα εγώ τότε να υπήρχε αντίσταση εναντίον της Χούντας. Στις πόλεις υπήρχε, και βόμβες βάζανε και συνθήματα γράφανε στους τοίχους. Και στο σχολείο, το εξατάξιο γυμνάσιο τότε που πηγαίναμε, κι εκεί ήταν ένα είδος δικτατορίας να το πούμε έτσι. Είχε ώρα κυκλοφορίας, 7 η ώρα, 7μισι, απαγορεύεται να κυκλοφορούν οι μαθητές, είχε απαγόρευση κινηματογράφου, παντελή απαγόρευση κινηματογράφου, το λέω καμιά φορά και δε με πιστεύουν, ποδήλατο επιτρεπόταν Τετάρτη απόγευμα και Σάββατο απόγευμα.
Όταν πέρασα στο Πολυτεχνείο στη Θεσσαλονίκη υπήρχαν παιδιά απ’ όλες τις αποχρώσεις. Βέβαια κανείς δεν έλεγε ότι «Εγώ είμαι αριστερός» ή «Εγώ είμαι κομμουνιστής, είμαι –ξέρω γω- σοσιαλιστής, δεξιός», αλλά οι συζητήσεις και οι αναζητήσεις υπήρχαν και οι προβληματισμοί πολλοί, νέα παιδιά ήμασταν, 20 χρονών, 21. Λοιπόν, μπήκα το ‘71, η Χούντα ήταν στην ακμή της, το ‘73 έγινε το Πολυτεχνείο, τέτοιες μέρες. Κλείσανε μετά τα πανεπιστήμια για κάποιες μέρες, θυμάμαι ήρθαμε εδώ όλοι οι φοιτητές κι είχε ρίξει ένα χιόνι που από τότε δεν έχω ξαναδεί, δεν μπορούσες να κυκλοφορήσεις. Από τον Φεβρουάριο του ‘73 είχανε γίνει τα γεγονότα της Νομικής στη Θεσσαλονίκη, είχαν καταλάβει κάποιοι φοιτητές τη σχολή, περνούσαμε πολλές φορές από εκεί κι απ’ την πλατεία, απ’ το Χημείο. Όσο πλησίαζε ο Νοέμβριος είχαν αρχίσει να ξεθαρρεύουν κάποια πράγματα μες στις σχολές. Είχε αρχίσει να φουντώνει το φοιτητικό κίνημα. Εγώ δεν ήμουν οργανωμένος έτσι σε κάποια παράνομη πολιτική νεολαία, η ΠΑΣΠ, η ΚΝΕ υπήρχαν από τότε, αλλά εγώ δεν ήμουν οργανωμένος. Είχαν αρχίσει οι γενικές συνελεύσεις των φοιτητών. Είχαν αρχίσει να μαζεύονται, να συζητάνε, στην αρχή πιο φοιτητικά θέματα. Υπήρχαν και πολλοί εγκάθετοι της ασφάλειας μες στους κύκλους των φοιτητών, οι οποίοι ήταν ας πούμε, αυτοί που τους λένε τώρα «λαγούς», δηλαδή βγαίνανε και κάνανε τον επαναστάτη εκ του ασφαλούς για να ξεμπροστιάσουν κάποιους άλλους που μιλούσαν εναντίον του καθεστώτος, εναντίον της Χούντας, εναντίον της διοίκησης του πανεπιστημίου και μετά να τους επισημάνουν για να τους μαζέψουν. Τη συγκεκριμένη μέρα του Πολυτεχνείου που έγινε η φασαρία, εγώ ήμουν απ’ το μεσημέρι στο Πολυτεχνείο και παρακολουθούσα τις συνελεύσεις –όταν λέμε συνελεύσεις μιλάμε για μέρες, όχι για ώρες- και έμεινα μέχρι αργά το βράδυ, μέχρι κατά τις 12 και κουράστηκα και νύσταξα να πω την αλήθεια και έφυγα. Υπήρχαν πληροφορίες, υπήρχε ενημέρωση με το Πολυτεχνείο της Αθήνας, τι γινόταν εκεί, αλλά δεν μπορούσες να δώσεις και πάρα πολλή βάση, γιατί μπορεί να ήταν προπαγάνδα, μπορεί να λέγανε πράγματα για να τονώσουν τον ενθουσιασμό. Τελικά ήταν αλήθεια όμως απ’ ό,τι φαίνεται, ότι ο κόσμος πλησίασε το Πολυτεχνείο, πήγανε εργάτες, πήγανε εξω-φοιτητικοί κύκλοι, καλλιτέχνες πολλοί βέβαια. Εγώ αποχώρησα κατά τις 12, χωρίς να υπάρχει απ’ έξω ούτε στρατός ούτε καμιά ένδειξη ότι θα γίνει ντου των στρατιωτικών. Ο συγκάτοικός μου όμως και φίλος μου, αυτός έμεινε. Απ’ αυτόν έμαθα πρώτη φορά ότι έγινε επέμβαση, ήρθε το πρωί κατατρομαγμένος, κυνηγημένος, ταλαιπωρημένος στο σπίτι, κατά τις 5μισι-6 και μου είπε τι έγινε. Μαζεύτηκαν λοκατζήδες απ’ έξω, τους είπαν «Βγείτε και δε θα σας πειράξουμε, πρέπει να αποχωρήσετε» -στην Αθήνα ήδη είχε γίνει η επέμβαση- ήταν κι ο πρύτανης, ο Σδράκας, «ο πρύτανης των τανκς» νομίζω τον έλεγαν μετά. Άρχισαν να βγαίνουν αυτοί, υποχρεωτικά, υπήρχαν όμως πράκτορες της ασφάλειας μέσα σ’ αυτούς εκεί και φοιτητές που ήταν με τη μεριά της ασφάλειας που έλεγαν «Αυτός», υποδείκνυαν άτομα. «Αυτός ξέρω ότι είναι αριστερός», ότι είναι κομμουνιστής, ότι είναι σοσιαλιστής, ότι είναι αντιφρονών τέλος πάντων. Από πού το ξέρει, δε χρειαζόταν και πολλές αποδείξεις. Τον μάγκωναν, τον έβαζαν μες στην κλούβα, στα περιπολικά που ήταν εκεί και τον πήγαιναν στην ασφάλεια για ανακρίσεις. Κι έτσι έληξε. Έπειτα στη Θεσσαλονίκη δεν είχε νεκρούς φοιτητές, είχε βέβαια βασανιστήρια, γιατί τα έμαθα ύστερα, τα μάθαινα από συμφοιτητές κι από φίλους. Μετά έπεσε στον φοιτητόκοσμο μια νεκρική σιωπή, φοβόταν ο ένας τον άλλον, μάγκωσαν και μερικούς και τους στείλανε εξορία. Υπήρχαν κάποια άτυπα φοιτητικά συμβούλια τάξης-διορισμένα βέβαια απ’ το πανεπιστήμιο, δηλαδή απ’ την ασφάλεια- τα οποία ο ρόλος τους υποτίθεται ότι ήταν να βοηθάνε την διαδικασία της διδασκαλίας, καθαρά για φοιτητικά ζητήματα του πανεπιστημίου, όχι για πολιτικά. Και θυμάμαι όταν πλησιάζανε οι εξετάσεις του Ιουνίου -εγώ τότε, το ’73, ήμουν στο τρίτο έτος- πάω μια μέρα στη σχολή και είπε ο πρόεδρος του συμβουλίου της τάξης -χωρίς εκλογές χωρίς τίποτα, τον είχανε διορίσει- να κάνουμε μία κίνηση για να ζητήσουμε απ’ τη διοίκηση του Πολυτεχνείου να μας δώσουν βιβλία. Είχαν υπογράψει 15 άτομα, 42-45 ήμασταν τότε, κάπου τόσοι. Βλέπω την κατάσταση, βλέπω μέσα δυο-τρεις που υπέγραψαν, οι οποίοι απ’ το πουθενά γίνανε καπετάνιοι σε χρόνο πολύ σύντομο, έβγαιναν δηλαδή και κάνανε τους επαναστάτες και δεν τους πείραζε κανείς, δε μ’ άρεσε εμένα. Τότε εγώ πιτσιρικάς ήμουνα, αλλά δε μ’ άρεσε και δεν υπέγραψα. Το βράδυ, όσους υπέγραψαν, πήγαν τους μάζεψαν απ’ τα σπίτια τους και έγιναν τα σχετικά… Ύστερα τον επόμενο Ιούλιο του ‘74 έπεσε η Χούντα κι ήρθε ο Καραμανλής και τα πράγματα βέβαια άλλαξαν πάρα πολύ και στα πανεπιστήμια και στον κόσμο. Οι πολιτικές συζητήσεις ήταν στο έπακρο, οι πολιτικές νεολαίες είχαν ξεθαρρέψει, γίνονταν ομηρικοί καυγάδες οι μεν με τους δε. Πήγαινες στο πανεπιστήμιο κι ήταν γεμάτο τραπεζάκια για να πιάσουν τους πρωτοετείς κυρίως. Και στις συναντήσεις που κάναμε, στα πάρτι ξέρω γω, οι συζητήσεις ήταν καθαρά πολιτικές. Και το πολιτικό τραγούδι από δίπλα, τότε είχε βγει και το πολιτικό τραγούδι. Ο Θεοδωράκης για παράδειγμα. Και έτσι έγινε η αλλαγή και η πολιτική ενηλικίωση, να το πω έτσι, η δική μου, μέσα από τις επαφές, τις συζητήσεις κι απ’ τις κόντρες με φίλους, με συμφοιτητές, με παρέες. Και προβληματισμοί, γιατί ξεκινούσε κι ένας κόσμος καινούργιος, υπήρχε και γενικότερος προβληματισμός. Ο Μάης του ‘68 ήταν κοντά, το Βιετνάμ ήταν στο φόρτε του, υπήρχαν και διεθνή κινήματα που σε έσπρωχναν προς τα εκεί και δεν μπορούσες να είσαι αμέτοχος. Εκείνο που δεν μπορώ να ξεχάσω είναι ότι μετά την Αποκατάσταση της Δημοκρατίας, μετά που ήρθε ο Καραμανλής, ο κόσμος και ειδικά οι φοιτητές, σαν να τους είχες φυλακισμένους κι ήθελαν πολύ τη συζήτηση, τις κόντρες, το να εκφραστούν. Αυτό το έβλεπες παντού.

Σαν μακρινή ανάμνηση φαίνεται η δικτατορία, η αποτίμηση αυτής της περιόδου νομίζω είναι νωρίς να γίνει. Όσοι ευνοήθηκαν, γιατί ευνοήθηκαν και πολλοί, θα μιλάν με τα καλύτερα λόγια, όσοι δεν ευνοήθηκαν και κυρίως οι οικογένειες που είχαν κάποιους που διώχτηκαν, κυνηγήθηκαν, ή εξορίστηκαν ακόμα, αυτοί θα έχουν τις χειρότερες αναμνήσεις. Η αλήθεια θα γραφτεί εγώ πιστεύω σίγουρα με αρνητικά χρώματα για την Χούντα. Δεν πιστεύω ότι προσέφερε τίποτα ή κι αν προσέφερε, προσέφερε πολύ λίγα σχετικά με τα αρνητικά που έκανε, γιατί πιστεύω στην Δημοκρατία. Στο ολοκληρωτικό σύστημα είναι οι κόλακες, αυτοί που ωφελούνται, αυτοί που κοιτάν τα δικά τους συμφέροντα, αυτοί που θα ευνοήσουν τους δικούς τους και θα κυνηγήσουν τους άλλους. Και τη στιγμή που παρεκτρέπονται δεν μπορείς να τους αλλάξεις, γιατί αυτοί έχουν τα όπλα, δεν είναι σύστημα. Νομίζω ότι θα γραφτεί με αρνητικά χρώματα στην ιστορία της Ελλάδας αυτή η περίοδος, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν είναι σύστημα μετακλητό, όπως είναι η Δημοκρατία. Δηλαδή εμείς έχουμε τα όπλα κι ένα βράδυ οργανωθήκαμε και τους πιάσαμε όλους τους άλλους στον ύπνο και καταλάβαμε την εξουσία. Αυτό είναι ολοκληρωτισμός. Θα βρεις ακόμα και τώρα ένθερμους υποστηρικτές, πολύ λίγους βέβαια, αλλά θα βρεις. Εγώ έχω τύχει. Είναι ένθερμοι, μην τολμήσεις και πεις κάτι εναντίον. «Τότε έγιναν τα πολλά τα έργα, τότε έγινε το ένα, τότε έγινε το άλλο»… χαζομάρες. Τότε όμως, θυμάμαι τον πατέρα μου που έλεγε ότι οι στρατιωτικοί γίνανε μη μου άπτου, δεν ήταν στρατός, μόνο στις βεγγέρες και στις συγκεντρώσεις ήταν, γιατί σου λέει τώρα «Τι; Θα πηγαίνουμε στις ασκήσεις;» Κι αυτό αποδείχτηκε ύστερα όταν έγινε η Κύπρος, το ‘74, που δεν τόλμησαν οι δικοί μας από εδώ να την υποστηρίξουν. Είχανε πάρει και την μεραρχία, υπήρχε μεραρχία ελληνική εκεί. Και τα πληρώνει ακόμα η Κύπρος.

Π.Α., φοιτητής την περίοδο της Χούντας
Την 21η Απριλίου του ’67 ήμουν 9 χρονών, Δ’ Δημοτικού. Την ημέρα που ξεκίνησε η Χούντα, ξυπνήσαμε το πρωί και ακούγαμε στο ράδιο κλαρίνα και εμβατήρια. Καταλάβαμε ότι κάτι έγινε. Πήγαμε στο σχολείο, υπήρχε μια αναμπουμπούλα, κανένας δεν ήξερε ακριβώς τι έγινε, κάναμε μάθημα. Την άλλη μέρα μας είπανε ότι ο στρατός ανέλαβε την εξουσία στη χώρα για να προστατέψει τη χώρα απ’ τον κομμουνιστικό κίνδυνο και τέτοια πράγματα, και «Ζήτω ο στρατός» και τέτοια. Από τότε και μετά, εδώ στην επαρχία δεν παίρναμε και πολύ χαμπάρι, πιτσιρίκος ήμουνα.
Το μόνο που θυμάμαι και στο δημοτικό, αλλά και στο γυμνάσιο μέχρι που έγινε το Πολυτεχνείο, ήταν ότι υπήρχε στο σχολείο μια αυστηρότητα αδικαιολόγητη εν πολλοίς, παραπάνω από πριν, γιατί η Χούντα δήθεν φύλαγε τα ιδεώδη της φυλής, άρα έπρεπε τα ήθη να γίνουν πιο έντονα, ειδικά στους νέους. Υπήρχε αυστηρότατο κούρεμα, υπήρχε κυνήγι σε όποιον παρέκκλινε είτε ελαφρά είτε βαριά, το βράδυ υπήρχε απαγόρευση κυκλοφορίας για τους μαθητές μετά τις 7 το βράδυ το χειμώνα και μετά τις 8 την άνοιξη, με το παραμικρό αποβολές στο σχολείο, ξύλο οι καθηγητές ασύστολο. Στα σχολεία έπεφτε καθοδήγηση. Έρχονταν από κάτω απ’ την Αθήνα εντολές τι θα διαβαστεί για παράδειγμα την 25η Μαρτίου, μας διάβαζαν ψηφίσματα που τα έβγαζε το Υπουργείο Παιδείας. Οι καθηγητές ήταν δεν ήταν συνοδοιπόροι της Χούντας, ήταν αναγκασμένοι, αλλιώς και τη δουλειά τους θα χάνανε και θα πήγαιναν κι εξορίες και τέτοια. Κάποιοι καταλάβαινες ότι ήταν δημοκρατικοί, πετούσαν κάποιες σπόντες μες στην τάξη, κάποια συγκαλυμμένα πράγματα, δείχνανε μερικές φορές συμπάθεια σε παιδιά που ήξεραν ότι οι γονείς τους ήτανε αριστεροί και βασανίστηκαν, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουνε πάρα πολλά πράγματα. Παρακολουθούσαν τα πάντα. Εδώ θυμάμαι είχαμε γυμνασιάρχη που είχε βάλει μες στην τάξη που ήμασταν 40 παιδιά, τουλάχιστον 10 παιδιά να είναι καρφιά. Πήγαιναν και δίνανε αναφορά στον γυμνασιάρχη. Εκείνα τα χρόνια ήταν της μόδας τα πάρτι στα σπίτια, που ακόμα κι αυτά ήταν απαγορευμένα απ’ το σχολείο και όταν είχαμε αντιληφθεί ότι κάποιο απ’ αυτά τα παιδιά πήγαινε και έδινε κόσμο, δεν τα φωνάζαμε στα πάρτι, τα αποκλείαμε. Κι όταν κάναμε πάρτι το μάθαινε ο γυμνασιάρχης και μας καλούσε την άλλη μέρα. «Ποιος ήταν στο πάρτι; Τι κάνατε στο πάρτι;» κλπ. Εμείς λέγαμε «Ποιο πάρτι; Εμείς δεν πήγαμε, δεν ξέρουμε τίποτα», δεν μας πίστευαν ούτε εμείς τους πιστεύαμε, αλλά δεν είχαν αποδείξεις. Όπως συμβαίνει σε όλα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, είχανε στρέψει τον έναν εναντίον του άλλου. 10-15 παιδιά ήταν καρφιά, πήγαιναν στον γυμνασιάρχη και δίνανε αναφορά. Και η αναφορά δεν αφορούσε μόνο τα παιδιά, από εμάς τι να φοβηθούνε; Κυρίως τους καθηγητές αφορούσαν. Θυμάμαι είχε έρθει ο Παττακός μια φορά, πρέπει να ήτανε 25η Μαρτίου ή 21η Απριλίου, και μας ανάγκασαν όλα τα σχολεία να πάμε στην Καστοριά να κάνουμε παρέλαση μέσα στο γήπεδο της Καστοριάς. Μας πήγαν με λεωφορεία και με στρατιωτικά φορτηγά ΡΕΟ και μας πήγαν ντυμένους με στολή παρέλασης. Εγώ ήμουν Β’ Γυμνασίου όταν έγινε αυτό, ήμουν στη σημαία και κάναμε παρέλαση μπροστά στον Παττακό. Θες δε θες θα πας. Θυμάμαι στις 4 Δεκεμβρίου που είναι της Αγίας Βαρβάρας και είναι η γιορτή του στρατού, του πυροβολικού νομίζω, έβγαζαν από κάθε τάξη δυο-τρία παιδιά, τους καλύτερους, κι εγώ έτυχε να πάω, γιατί με έβγαλαν, και μας πήγαιναν πάνω στο αεροδρόμιο που ήταν το πυροβολικό και παρακολουθούσαμε δοξολογίες, ομιλίες και τέτοια και μετά μας τάιζαν. Μας είχαν γεύμα, δεξίωση κι εμείς ήμασταν χαρούμενοι, γιατί είχαμε χάσει μάθημα βέβαια και πήγαμε φάγαμε κλπ. Προσπαθούσαν να σε κάνουν να νιώθεις ευτυχισμένος. Στρατιωτικοποίηση των πάντων.

Τώρα ο κόσμος εδώ, στην επαρχία, δεν τα λάμβανε όλα τα μηνύματα, γιατί οι τηλεοράσεις κι οι εφημερίδες ήταν απόλυτα ελεγχόμενες, μόνο λίγες εφημερίδες, τα Νέα και η Καθημερινή περνούσανε συγκαλυμμένα μηνύματα. Οι μουσικοσυνθέτες, οι θεατρικοί συγγραφείς περνούσαν μηνύματα μέσα απ’ τα τραγούδια κλπ., αλλά πάλι συγκαλυμμένα, γιατί υπήρχε λογοκρισία σε όλα. Η ζωή εδώ θεωρητικά ήταν ήσυχη και στην αρχή κάποιος κόσμος, ειδικά στην επαρχία, οι «νοικοκύρηδες», τότε το είδαν με καλό μάτι, γιατί υπήρχαν πάρα πολλές διαδηλώσεις, απεργίες, καταλήψεις, σ’ όλους τους τομείς της οικονομίας πριν το ‘67 και μετά σταματήσανε. Εντάξει, έκαναν κάποια έργα, τόσα χρόνια κυβέρνησαν. Όμως όταν είδαν ότι άρχισε να γίνεται πολύ σκληρό το καθεστώς και με το παραμικρό σε βουτούσαν, δεν μπορούσες να πεις μια κουβέντα πουθενά, απλά δημοκρατικός, κεντρώος πολίτης να ήσουν, ήσουν εχθρός. Έπρεπε να ήσουν φουλ δεξιός. Θυμάμαι ότι το πρώτο Πάσχα λέγανε «Χριστός Ανέστη, Ελλάς Ανέστη». Αλλά μετά σιγά σιγά, η αλαζονεία τους και η βία… Μετά έγινε και πολύ προσωποπαγές το κράτος, τον Παπαδόπουλο τον έκαναν σαν θεό, είχαν βγάλει και τραγούδια θυμάμαι «Ω ρε Γιώργη Παπαδόπουλε…» και τέτοια και χόρευαν και χτυπιόντουσαν κλπ. Αν ήσουν ελάχιστα αριστερός, δημοκρατικός να ήσουν είχες επιπτώσεις. Η Εκκλησία ήτανε μαζί τους πάντα, «Ελλάς Ελλήνων χριστιανών» έλεγε ο αρχηγός βέβαια.

Φυσικά και υπήρχαν εδώ άνθρωποι που στήριζαν ανοιχτά τη Χούντα και κάνανε δουλειές και μαζί της. Σε όλη την επαρχία αλλά και στα κέντρα υπήρχανε κάποιοι που απ’ το ‘40 ακόμα ήτανε σούπερ δεξιοί, φασίστες, οι οποίοι βρήκαν την υγειά τους τότε εκείνα τα χρόνια και ξανάγιναν χαφιέδες, κάρφωναν τον έναν και τον άλλον. «Εσύ είπες κάτι για τον Παπαδόπουλο; Τι εφημερίδα πήρες;» Υπήρχαν κάποιοι που ήταν επίσημοι χαφιέδες, συνήθως οι περιπτεράδες ήταν όλοι χαφιέδες του συστήματος και κάποιοι άλλοι ακόμα. Οι φασίστες βρήκαν τη χαρά τους και οι αριστεροί βρήκαν τον διάολό τους.
Η αντίδραση πιο πολύ φαινόταν στα μεγάλα κέντρα, στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, κι από εδώ όμως υπήρχαν άνθρωποι που ήταν οργανωμένοι σε αντιδικτατορικά κινήματα που συλλήφθηκαν, φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν, εξορίστηκαν. Βέβαια, εντάξει, γύρισαν μετά πίσω.
Το μόνο που δεν μπορούσε να ελέγξει η Χούντα ήταν οι εισαγωγικές εξετάσεις στα πανεπιστήμια. Αυτό πώς τους ξέφυγε δεν ξέρω. Ίσως ήταν η εποπτεία των ξένων που βλέπανε και γράφανε συνέχεια, γιατί οι ξένοι δεν ήτανε –και πολύ καλά έκαναν- δεν ήταν φιλικά διακείμενοι μ’ αυτούς.
Και πορευτήκαμε, ώσπου σάπισε το καθεστώς τους, δεν έπεσαν μόνο εξαιτίας της Κύπρου, είχε μπει πολλή διαφθορά μέσα στο καθεστώς τους, υπήρχανε μεγάλες μίζες, λάδωναν υπουργούς, πρωθυπουργούς.
Υπερτόνιζαν πάρα πολύ τα έθιμα που είχανε σχέση με το εθνικό φρόνημα κι όπου μπορούσανε να φανούν αυτοί, τα καπηλεύονταν τα πιο πολλά. Έδιναν μεγάλη σημασία στα θρησκευτικά έθιμα, λιτανείες, όλα αυτά. Εχθρεύονταν τα έθιμα που είχανε μέσα ελευθερία. Ας πούμε το καρναβάλι δεν το κοιτούσαν με καλό μάτι, γιατί στο καρναβάλι έκανε ο καθένας ό,τι ήθελε, φορούσε μια μάσκα, κρυβόταν κι έκανε διάφορα. Αυτά δεν τα είχαν σε πολλή εκτίμηση κι όταν υπήρχε καρναβάλι βγάζανε έξω πολλά τσακάλια να παρακολουθούν. Το καρναβάλι ήταν μια αφορμή ο κόσμος να ξεσκάσει, τότε γινόταν και πιο έντονα, γιατί ο κόσμος ήθελε να βγει. Η σάτιρα υπήρχε συγκαλυμμένη πάντα.
Και φτάσαμε στο Πολυτεχνείο. Ακούγαμε ότι γίνονταν κάποιες αναμπουμπούλες στην Αθήνα, κάτι φοιτητές είχαν καταλάβει σχολές κλπ., γιατί το Πολυτεχνείο δεν έγινε ξαφνικά. Είχαν γίνει και τον Φλεβάρη του ’73 κάποιες καταλήψεις σε σχολές τις οποίες τις λύσανε με επέμβαση των ανωτέρων… Πάντα εμείς εδώ τα μαθαίναμε εκ των υστέρων. Θυμάμαι την επόμενη μέρα στην τηλεόραση έδειχνε μόνο αυτά που θα προκαλούσαν στον κόσμο αγανάκτηση για τους φοιτητές, δηλαδή συνθήματα στους τοίχους, λεηλασίες, σπασμένα τζάμια, σπασμένα πανεπιστήμια, θρανία, καρέκλες κλπ., για να λέει ο κόσμος «Τι κάνουν αυτοί οι φοιτητές;» κλπ. Μετά, την επόμενη μέρα, πάλι στις ειδήσεις έλεγε τέτοια πράγματα, ότι ο στρατός μπήκε και «επέβαλε την τάξη» κλπ., καμία αναφορά για νεκρούς και τραυματίες. Μετά από δυο-τρεις μέρες ένας εγκάθετος δημοσιογράφος είχε μαζέψει σε μια βραδινή εκπομπή κάνα έξι-εφτά φοιτητές που ήτανε μέσα κι αφού τους είχανε «περιποιηθεί» αναλόγως, τους έβαλαν να λένε πράγματα που τους είχανε υποδείξει πιο πριν, ότι δήθεν αυτοί παρασύρθηκαν από το φοιτητικό κίνημα και μπήκανε μέσα για να ζητήσουν καθαρά φοιτητικά αιτήματα, όπως καλύτερες σπουδές, καλύτερα συγγράμματα, τέτοια πράγματα. Δήθεν ότι παρασύρθηκαν απ’ τους άλλους κι ήταν όλοι μετανοημένοι και ας πούμε δεν είχαν καμία σχέση με πολιτική και τέτοια πράγματα, για να δείξουν στον κόσμο ότι αυτοί που ήταν μέσα ήταν παρασυρμένοι από άλλους που ήταν εντελώς ξενοκίνητοι απ’ τα κομμουνιστικά κόμματα εννοείται. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι υπάρχει μόνο η αλήθεια η δικιά τους. Δηλαδή έλεγες ότι αυτά τα παιδιά που βγήκανε στους δρόμους και μπήκανε στα πανεπιστήμια και κλειστήκαν δεν μπορεί να πήγαν έτσι, γιατί ξέρεις ότι η βία φέρνει αντίδραση. Υποπτευόμασταν ότι κάτι συμβαίνει, ότι δεν είναι όπως μας τα λένε. Είχα έναν πρώτο ξάδερφο στην Αθήνα, ο οποίος δεν ήτανε μέσα στο Πολυτεχνείο, περνούσαν απ’ έξω όλες αυτές τις μέρες, βλέπανε και βλέπανε ότι ο κόσμος ανταποκρίνεται κι ότι σιγά σιγά πολιτικοποιήθηκαν εντελώς τα πράγματα. Μετά βέβαια στο Πολυτεχνείο δεν ήταν μόνο φοιτητές, μετά μπήκαν και εργάτες και αναρχικοί και χίλιοι δυο εκεί μέσα. Κι έλεγε ο ξάδερφος που ήταν στην Αθήνα ότι ακούγανε τον σταθμό των φοιτητών τον παράνομο. Τον είχε ηχογραφήσει σε κασέτα κι είχε φέρει κάνα δυο κασέτες από την Αθήνα τότε στα κρυφά και τις ακούγαμε στο σπίτι. Ακούγαμε τότε ο πατέρας μου, εγώ, ο ξάδερφος από την Αθήνα, ο αδερφός μου κι η μάνα μου και ακούγαμε –σε χαμηλή ένταση, μη μας ακούσει κανένας απ’ έξω- το γνωστό μοτίβο που έλεγαν οι φοιτητές «Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο, σας μιλά ο σταθμός των ελεύθερων…». Μετά από λίγο, με αφορμή το Πολυτεχνείο έπεσε η Χούντα του Παπαδόπουλου και ανέλαβε μια άλλη πιο σκληρή Χούντα, του Ιωαννίδη. Επειδή είχε γίνει η Ελλάδα ρεζίλι παγκοσμίως, δήθεν η Χούντα ανανεώθηκε και δήθεν ήρθε άλλη Χούντα η οποία θα ήταν καλύτερη, η οποία ήταν χειρότερη.

Θ.Α., μαθητής την περίοδο της Χούντας
Την 21η Απριλίου του ‘67 ξαφνικά ακούσαμε στο ραδιόφωνο, ακούγαμε τα εμβατήρια, ακούσαμε και το τι συνέβη ακριβώς, ότι βγήκανε τα τανκς στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη. Εντάξει, αμέσως όλοι προβληματιστήκαμε, το τι θα συμβεί, τι θα γίνει. Δεν μπορούσαμε να δεχτούμε αντιδημοκρατικά καθεστώτα, γιατί είμαστε δημοκράτες ο ελληνικός λαός, αγωνιζόμαστε από παλιά για την ελευθερία, το ίδιο έγινε και με τη Χούντα.
Φοβόμασταν να μιλήσουμε, μην τυχόν κι έχουμε κάποιες συνέπειες. Κάναμε τις παρέες, επιφυλακτικοί σε όσα λέγαμε. Κουβεντιάζαμε μεταξύ μας κάποια πράγματα, δε μας άρεζε όλη αυτή κατάσταση, γιατί είμαστε ελεύθερος λαός, μας ζόριζε το ότι δεν μπορούσαμε ελεύθερα να εκφραστούμε. Κάποια άτομα εδώ, από την περιοχή μας, πήγανε και φυλακή για την ιδεολογία τους, γιατί ήτανε χαρακτηρισμένοι αριστεροί. Υπήρχανε περιπολίες, καθόμασταν στο σπίτι και κάναμε μια συζήτηση σαν οικογένεια γύρω από το θέμα της Χούντας χαμηλόφωνα μην ακουστούμε έξω, μην περνάει κάποιος κι έχει στήσει αυτί και μας ακούει τι λέμε και τι κάνουμε. Κι όλα αυτά γίνονταν από φόβο.
Δεν μπορώ να πω ιδιαίτερα ότι είχαμε προβλήματα ο εργοδότης με τον εργαζόμενο, απλά αυτό ήτανε, το ότι ενώ κουβεντιάζαμε για άλλα θέματα, και μέσα στη δουλειά μας, αποφεύγαμε να σχολιάσουμε τη Χούντα, γιατί υπήρχε ο φόβος αυτός, μην έχουμε κάποιες συνέπειες, μη μας συλλάβουνε, μη μας στείλουν φυλακή, κι όπως πολύς κόσμος πήγε φυλακή την περίοδο της Χούντας, ειδικότερα στην αρχή της. Σε οικογένειες αριστερών και κεντρώων κάνανε δυσμενή μετάθεση στα παιδιά τους.
Υπήρχε πολύ μικρή μερίδα ανθρώπων στην κοινωνία η οποία αποδεχόταν τη Χούντα και τη στήριζε, αλλά η πλειοψηφία ήταν αντίθετη. Άλλοι κατά κάποιον τρόπο επιφυλακτικά εκφράζονταν, οι πιο πολλοί φοβόντουσαν να εκφραστούνε. Ας ελπίσουμε να μην έχουμε ξανά Χούντα. Εδώ στην επαρχία δεν ήταν και τόσο έντονα τα φαινόμενα, υπήρχε σχετικά μια ηρεμία, από φόβο φυσικά. Δεν ενοχληθήκαμε σαν οικογένεια εμείς, λίγες ήταν οι οικογένειες στο Άργος που ενοχλήθηκαν και πήγαν φυλακή. Κατά τα άλλα, κάποιες συστάσεις γίνονταν σε ορισμένους από την αστυνομία για τις παρέες που κάνουνε.
Το ‘73 που έγινε το Πολυτεχνείο ήμουν 30 χρονών. Βλέπαμε τη νεολαία που αγωνιζότανε και μπράβο τους για τον αγώνα που κάνανε και την αποφασιστικότητα που είχανε. Εμείς εργαζόμενοι, δεν ήμασταν σε δραστηριότητες όπως οι φοιτητές που ήτανε πολύ αγωνιστικοί. Την ημέρα του Πολυτεχνείου, ξέραμε μόνο ό,τι ακούγαμε απ’ το ραδιόφωνο, δεν είχαμε κάποια άμεση εικόνα για να βλέπουμε, μετά τα είδαμε στην τηλεόραση, μόνο ό,τι ήθελαν αυτοί. Φυσικά οι πρωταγωνιστές ήτανε οι φοιτητές και πολύς άλλος κόσμος, πολύ άλλοι κλάδοι που αγωνιστήκανε.
Β.Λ., εργαζόμενος την περίοδο της Χούντας
Γεννημένη το 1949, στα 18 μου πέρασα στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ το 1967 και αποφοίτησα το ΄72. Τα φοιτητικά μου χρόνια τα πέρασα στη βαριά σκιά της δικτατορίας. Κατά τη διάρκεια των σπουδών μου στη Θεσσαλονίκη ήταν πολλά τα γεγονότα που επέσπευσαν τη διαμόρφωση της πολιτικής μου στάσης. Το πρώτο γεγονός ήταν η δίωξη του καθηγητή μας του Δ. Μαρωνίτη. Η σύλληψη και η φυλάκισή του άνοιγε ανάμεσα στους φοιτητές συζητήσεις ή τις έκλεινε. Οι πληροφορίες βέβαια για το πώς και το γιατί, έφταναν δύσκολα σε μας. Έτσι δοκίμαζε ο καθένας μας ποιους να εμπιστεύεται και από ανύποπτοι επαρχιώτες στην αρχή μετατρεπόμασταν σε υποψιασμένους και συχνά δισταχτικούς στις κουβέντες μας φοιτητές. Τότε λειτουργούσε και άλλο ένα κριτήριο για την επιλογή της παρέας. Εξαιτίας της απαγόρευσης της μουσικής πολλών συνθετών και τραγουδιστών που θεωρούνταν «επαναστατικοί» μαγνητοφωνούσαμε και ακούγαμε τα τραγούδια τους συνωμοτικά σε σπίτια φίλων. Ήταν ο πιο συνηθισμένος και ευχάριστος τρόπος αντίστασης στην απαγόρευση.
Μέσα στη Σχολή το πρόγραμμα σπουδών δεν είχε επηρεαστεί- τη μεγάλη Γραμματική του Τριανταφυλλίδη διδασκόμασταν όταν σε άλλες φιλοσοφικές χρησιμοποιούσαν την καθαρεύουσα- αλλά και οι πανεπιστημιακοί εκτός από κάποια υπονοούμενα στη διδασκαλία τους για την πολιτική κατάσταση δεν μιλούσαν δημόσια για τη Χούντα. Στην προσωπική μου ζωή όμως, αισθανόμουν στενό τον έλεγχο. Δέχτηκα δυο φορές κλίση σε κεντρικό αστυνομικό τμήμα της πόλης όπου με ανέκριναν για μια φωτογραφία που είχε στείλει η φίλη και συγκάτοικός μου με αλληλογραφία προς τον ξάδερφό της στη Βουλγαρία. Σ’ αυτήν φωτογραφιζόμασταν οι δυο μας μπροστά στον Παρθενώνα. Οργίστηκα για τη λογοκρισία και για το στιγματισμό της καταγωγής μου – περιοχή Καστοριάς- που μετρούσε απ’ τον εμφύλιο πολλές οικογένειες πολιτικών προσφύγων στα ανατολικά κράτη όπως των θείων της φίλης μου στη Βουλγαρία. Αλλά το γεγονός που καθόρισε την πολιτική μου στάση απέναντι στη Χούντα ήταν όταν το καλοκαίρι του 1970 που επιστρέφαμε με τη φίλη μου για διακοπές στο Άργος μας σταμάτησαν αστυνομικοί στην Κοζάνη, μας κατέβασαν και τις δυο από το λεωφορείο και μας οδήγησαν στο αστυνομικό τμήμα. Εκεί μας ανέκριναν, γιατί στη διάρκεια του ταξιδιού τραγουδούσαμε τα τραγούδια του Θεοδωράκη και της Μελίνας. Από τις ερωτήσεις κατάλαβα ότι με θεωρούσαν «κουμμουνίστρια». Μετά από αυτήν την οδυνηρή εμπειρία τόσο οι ώρες και το ύφος της επίμονης ανάκρισης ως εμπειρία, όσο και τα πρόσωπα της οικογένειάς μου που τα είχε παραμορφώσει η αγωνία για την τύχη μου χαράχτηκαν στη μνήμη μου ανεξίτηλα και αποφασιστικά για την υπόλοιπη ζωή μου.
Τις εξελίξεις που έφερε η δικτατορία τον Απρίλη του ’67 με έφερε μπροστά σε νέα ερωτήματα. Την κατάλυση των ελευθεριών και του συντάγματος την αντιλήφθηκα στην επαρχία από τις συλλήψεις δημοκρατικών και αριστερών συμπολιτών μου. Από τις πρώτες κιόλας μέρες συνέλαβαν στη γειτονιά μας τον αστυνομικό διοικητή, δημοκρατικών φρονημάτων και τον μετέφεραν σε κρατητήριο στην Καστοριά. Η γυναίκα του και τα παιδιά του, μαθητές του Γυμνασίου έμειναν απομονωμένοι και αποκλεισμένοι από τους γείτονες, γιατί στιγματίστηκαν ως κομμουνιστές. Οι γονείς μου συντηρητικοί και φοβισμένοι προσπάθησαν να με αποτρέψουν να τους φροντίζω. Αλλά η απόφασή μου να τους συμπαρασταθώ –πράγμα αυτονόητο- την ώρα που ο πατέρας τους διώκονταν πολιτικά με έκανε να νιώθω γενναία και συγχρόνως ενήλικη στα 18 μου. Από τότε οι συγκρούσεις με την οικογένειά μου, ιδιαίτερα με τους θείους μου που με «προστάτευαν» πολιτικά ήταν συνεχείς.
Το πολιτικό κλίμα της Χούντας ευνοούσε την αμφισβήτηση των κοινωνικών συμβάσεων εξαιτίας της καταπίεσης που ασκούσε στους πολίτες. Κι εγώ ένιωθα την επιβαλλόμενη βία απ’ τους θεσμούς πάνω μου κάθε φορά που έπρεπε να ταπεινωθώ ζητώντας π.χ. από τον παπά της ενορίας «πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων» για να γραφτώ στη φοιτητική λέσχη ή όταν επέπλητταν τη μάνα μου γιατί εγώ δεν εκκλησιαζόμουν.
Την περίοδο της δικτατορίας, αν και μαθαίναμε ελάχιστα, πιστεύω πως θα έπρεπε να ήμουν πιο ενεργή και να τολμούσα με τους φίλους μου οργανωμένη δράση. Έτσι όπως ζήσαμε τα 7 χρόνια ήταν σαν να συμβιβαστήκαμε μ’ αυτήν την κατάσταση. Σήμερα δε θα μπορούσα να υποθέσω πώς έπρεπε να δράσουμε κάτω από τόσο στενή παρακολούθηση και συχνές ανακρίσεις, αλλά τότε έπρεπε να εμπιστευτούμε τα νιάτα μας που παν χέρι –χέρι με την τόλμη. Ο συμβιβασμός ως πράξη είναι πολύ πιο δύσκολος από την άρνηση της αποδοχής μιας κατάστασης. Στην άρνηση απαντάς μία φορά ενώ στο συμβιβασμό κάθε μέρα στρατεύεις δυνάμεις.
Ζώντας στην πόλη κατά τη δικτατορία αντιμετωπίζαμε με καχυποψία τους ανθρώπους. Όταν άρχισαν οι κλήσεις στο αστυνομικό τμήμα υποψιαζόμασταν ότι παντού υπήρχαν μάτια, στον περιπτερά που παίρναμε την εφημερίδα, στον ψιλικατζή, ακόμη και στον κινηματογράφο. Στη Σχολή διαλέγαμε αυστηρά τους συμφοιτητές μας και αποφεύγαμε τις πολλές κουβέντες. Αντίθετα στα σπίτια μας οι συγκεντρώσεις φοιτητών ήταν διασκεδαστικές: γελούσαμε διαδίδοντας τα καινούρια ανέκδοτα για το καθεστώς, μαθαίναμε τα πολιτικά νέα που μεταδίδαμε από στόμα σε στόμα και ανταλλάσσαμε κασέτες με απαγορευμένη μουσική. Αντίθετα απ’ ό,τι γινόταν στην κοινωνία όπου η κοινωνική συνοχή κινδύνευε από τα «καρφώματα» πολιτών, ανάμεσα σε φοιτητές οι σχέσεις συσφίγγονταν. Μοιραζόμασταν στις σπιτικές συναντήσεις τα λίγα αγαθά μας αλλά και τις ελπίδες ότι κάτι ετοιμάζεται και η ελευθερία είναι κοντά. Έως το ‘72 που έμενα στη Θεσσαλονίκη οι ειδήσεις που κυκλοφορούσαν μεταξύ μας για φυλακισμένους και για βασανισμούς ήταν φειδωλές και η αλήθεια δυσδιάκριτη. Ωστόσο πιστεύαμε πως οι μέρες της Χούντας ήταν μετρημένες. Οι νέοι την αισιοδοξία μας την αντλούσαμε απ’ τα νιάτα μας.
Μ.Σ., φοιτήτρια την περίοδο της Χούντας
Γράφει η Νικολέττα Αποστολίδου για τους Orizontespress.gr
Κεντρική φωτογραφία από το site Ναυτεμπορική