Η αποκάλυψη του εγκλήματος έγινε όταν τον περασμένο Νοέμβριο οι αστυνομικοί πήγαν στο σπίτι της Μονίκ Γκίλμπερτσον προκειμένου να δουν αν είναι καλά.
«Δεν είναι εδώ αυτή τη στιγμή» ακούγεται να λέει η Ρος στους αστυνομικούς, υποστηρίζοντας ότι έχει δικαιώματα στην περιούσια της.
Παρόλα αυτά, οι αστυνομικοί μπήκαν στο σπίτι με έναν εξ αυτών να εντοπίζει έναν κλειδωμένο καταψύκτη καλώντας τον κλειδαρά να τον ανοίξει: «Υπάρχει κάτι εδώ. Ναι είναι κάποιο άτομο εδώ. Συλλάβετέ την»
Σύμφωνα με το γραφείο του εισαγγελέα της κομητείας Κλαρκ, η 68χρονη «ήταν παγωμένη για κάποιο καιρό».
Τοπικά μέσα μετέδωσαν ότι η 68χρονη είχε καλέσει την Ρος, η οποία ήταν άστεγη, να μείνει μαζί της προσωρινά. Όπως αναφέρεται στη δικογραφία, η γυναίκα «ενοχλήθηκε από το πόσο βρώμικη» ήταν η Ρος με αποτέλεσμα να της ζητήσει να φύγει από το σπίτι.
Σε SMS της έγραφε «καλή τύχη. Δεν μπορώ να ζήσω άλλο μαζί σου, συγγνώμη. Σε βοήθησα πολύ περισσότερο από όσο πίστευα ότι θα το έκανα οπότε εξέλαβέ το ως δώρο. Πρέπει να βρεις άλλον να το κάνει τώρα».
Η Ρος από την πλευρά της υποστήριξε ότι βρήκε αναίσθητη την 68χρονη στην τραπεζαρία και την έβαλε στον καταψύκτη ούσα σε σύγχυση για το τι να κάνει. Πρόσθεσε, δε, ότι εκτίμησε ότι είχε πεθάνει από υπερβολική χρήση φαιντανύλης ή κοκαΐνης, αν και φίλοι της 68χρονης είπαν ότι δεν γνώριζαν ότι η γυναίκα έκανε κάποια χρήση.

