Με δεδομένη την ιδιαιτερότητα των εργασιακών συνθηκών των ανθρωπιστικών επαγγελμάτων, οι εκπαιδευτικοί δικαίως θεωρούνται λειτουργοί. Τις τελευταίες δεκαετίες όμως επισυμβαίνει μια αξιολογική διολίσθηση με την πρόκριση του όρου επαγγελματίες, μολονότι συνεχίζουν να διακρίνονται για το υψηλό αίσθημα ευθύνης, με το οποίο ασκούν τα διδακτικά και παιδαγωγικά καθήκοντά τους. Βέβαια, κάθε είδος ασκούμενης εργασίας στα πλαίσια μιας ευνομούμενης πολιτείας, προάγει την κοινωνική ευημερία και συμβάλλει στη δυνατότητα παροχής υπηρεσιών σε όλους τους συγκοινωνούς και της μετοχής όλων στα παραγόμενα πολιτισμικά και κοινωνικά αγαθά. Το κεντρικό μέλημα όμως των εκπαιδευτικών να διαμορφώσουν συλλογικές συνειδήσεις και να προλειαίνουν το έδαφος του πολιτισμικού αποτυπώματος που θα αφήσουν στο πέρασμά τους οι επόμενες γενιές, αποκτά δικαιωματικά ένα προβάδισμα κοινωνικής αναγνώρισης.

Στην πρόκληση του εργασιακού άγχους των εκπαιδευτικών συντελούν εσωγενείς και εξωγενείς παράγοντες. Για τους εσωγενείς, η προδιάθεση προς μια κατεύθυνση, προς την οποία, κατά τρόπο νομοτελειακό, αυτή οδηγείται, όταν συναντώνται οι γενετικοί παράγοντες με τα διαλαμβανόμενα στο άνυσμα των συνθηκών της καθημερινότητας, έχει την ισχύ συνδρόμου αυτοεκπληρούμενης προφητείας, καθώς τα ψυχικά αποθέματα του ατόμου εξαντλούνται και η έκρηξη από τη σύγκρουση στη μοιραία αυτή συνάντηση θεωρείται αναπόφευκτη.

Πέραν αυτού όμως, ο χαμηλός βαθμός αυτοεκτίμησης, η έλλειψη διδακτικής εμπειρίας, η ηλικία, το φύλο, οι δυσκολίες των γνωστικών αντικειμένων, η μειωμένη ικανότητα αντιμετώπισης των απαιτήσεων του λειτουργήματος, οι άγνωστες ή νέες επαγγελματικές απαιτήσεις, η απουσία επικοινωνιακών ικανοτήτων συνιστούν παράγοντες επηρεασμού του επιπέδου άγχους των εκπαιδευτικών.

Από τους εξωγενείς παράγοντες με δυνατότητα αρνητικής επίδρασης στην αύξηση του εργασιακού άγχους των εκπαιδευτικών εξέχουσα θέση έχει η οικογένεια, καθώς η αλληλεπίδραση οικογενειακού κλίματος και εργασίας, αποτελεί δυνάμει εκρηκτικό μίγμα ικανό να διαμορφώσει συγκρουσιακές συνθήκες και στα δύο επίπεδα. Το πέρασμα από την οικονομική ασφάλεια που άλλοτε παρείχε το επάγγελμα, στις συναισθηματικές λειτουργίες του ατόμου, καθώς του προσφέρει αναγνώριση, δύναμη, αυτοεκτίμηση, γνώση και εσωτερική ισορροπία, διασάλευσε τους προγενέστερους όρους συνύπαρξης. Στο άνυσμα από την ομάδα, ως άξονα οργάνωσης των αγροτικών κοινωνιών, μέχρι το άτομο, ως άξονα οργάνωσης των αστικών κοινωνιών, συντελέστηκε η υποχώρηση της αλληλεγγύης και της κοινωνικότητας.

Η ατομική πορεία αντιδιαστέλλεται με τη συλλογικότητα, συνθήκη που υποχρεώνει τα δύο φύλα να επαναπροσδιορίσουν τους ρόλους τους στο επίπεδο της εξουσίας και της δύναμης. Στο σύστημα της οικογένειας δεν περιλαμβάνονται μεμονωμένες ατομικότητες, αλλά αλληλεπιδράσεις, συνάψεις σχέσεων και πολύπλοκες διεργασίες· δεν συνιστά άθροισμα μελών μόνο, αλλά σχέσεις διατομικές, δομές και οργάνωση.

Εκτός από αυτά, η είσοδος, αν όχι εισβολή των γυναικών στην αγορά εργασίας, η συνακόλουθη οικονομική ανεξαρτησία τους, αλλά και η αντιμετώπιση θεμάτων επαγγελματικής φύσης, σε συνδυασμό με την αύξηση του μορφωτικού τους επιπέδου, επέτεινε τη σύγχυση των ρόλων, επέβαλε τον ανταγωνισμό και επήλθε μεταβολή στο μέλημα της ανατροφής των παιδιών. Η εργασία και η οικογένεια, ως παράγοντες διασφαλιστικοί της συναισθηματικής αρμονίας λειτουργούν συχνά ως αξιακά συστήματα ασύμβατα μεταξύ τους, καθώς διέπονται από ετερογενή σκοπιμότητα, καλύπτουν διαφορετικές ανάγκες και με την αλληλοεπικάλυψη δημιουργείται συγκρουσιακό κλίμα.

Έρευνες κατέδειξαν πως όταν συγκρούονται οι θεσμοί της εργασίας και της οικογένειας, που θεωρούνται ψυχικό στήριγμα και συναισθηματικό καταφύγιο, αναπόφευκτα μειώνεται η απόδοση, ελαχιστοποιείται το ενδιαφέρον και το άτομο αποσύρεται ουσιαστικά από την αποτελεσματική και ενεργό δράση. Η σύγκρουση των θεσμών οδηγεί σε έλλειμμα προσήλωσης στο αντικείμενο εργασίας και στην ανάδυση του αισθήματος ανασφάλειας και άγχους. Αναπόφευκτη μάλιστα ελέγχεται η σύγκρουση, στον βαθμό που τα καθήκοντα της εργασίας αφαιρούν ζωτικό χρόνο από την οικογενειακή θαλπωρή και τα προβλήματα της οικογένειας μεταφέρονται στον χώρο εργασίας.

Επιπλέον, η απαίτηση των οικονομικών συγκυριών για ένταξη και των δύο συντρόφων στην παραγωγική διαδικασία δυσχεραίνει τη δυνατότητα ευτυχών συνευρέσεων, συνθήκη που δημιουργεί επιπρόσθετο άγχος, καθώς μεταφέρεται στον χώρο εργασίας, μειώνει την απόδοση και προκαλεί τριβές στις σχέσεις με τους συναδέλφους – και όχι μόνο. Αν όμως οι οικογενειακές σχέσεις οικοδομούνται με βασική παράμετρο την αξιοποίηση του ποιοτικού και όχι του ποσοτικού χρόνου, πιθανότατα μια απουσία, ακόμα και παρατεταμένη, ή ένα ράγισμα στη σχέση, καθίστανται ευκολότερα διαχειρίσιμα.

Ως παράμετροι της φυσιολογικής λειτουργίας του υποκειμένου υποδεικνύεται από τον Freud η ικανότητά του να αγαπά και να εργάζεται, καθώς θεωρούσε τις έννοιες θεμελιακούς παράγοντες της ψυχικής ισορροπίας. Όταν όμως το περιβάλλον, οι συνθήκες εργασίας και οι διαμορφούμενες σχέσεις δεν καλύπτουν τα προαπαιτούμενα των αξιακών συστημάτων μέσα στα οποία ισορροπεί ο εργαζόμενος, πλημμυρίζει αρνητικά συναισθήματα και αδυνατεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά.

Σε μια συνάντησή της με έναν πολυπράγμονα και αγχωμένο νέο η Μητέρα Τερέζα τον καθησύχασε με μια ερωταπόκριση «Θες να πετύχεις την παγκόσμια ειρήνη; Πήγαινε σπίτι σου και αγάπα την οικογένειά σου», ανάγοντας την οικογενειακή γαλήνη σε προϋπόθεση για τη σωτηρία του κόσμου.

Ως τρίτος εξωγενής παράγοντας του εργασιακού άγχους ελέγχεται η ιδιόμορφη τριγωνική σχέση σχολικού χώρου, εκπαίδευσης και εκπαιδευτικών. Ο σχολικός χώρος αναγνωρίζεται ως θεμέλιο της εκπαιδευτικής πραγματικότητας, καθώς αλληλεπιδρά τόσο με τη σχολική καθημερινότητα όσο και με τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές. Διατυπώνεται η άποψη, σύμφωνα με την οποία αναγνωρίζονται ως σημαντικές οι αυθύπαρκτες ανθρωπιστικές και κοινωνικές αξίες του σχολικού χώρου, οι οποίες συμβάλλουν ενεργά στην ανθρωπιστική παιδεία, στην πνευματική καλλιέργεια, στην ανάπτυξη της αισθητικής αντίληψης και, επομένως, στην καλλιέργεια ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων και ακέραιων χαρακτήρων.

Αν ο σχολικός χώρος, όχι μόνο ως ελλειμματική, ποσοτικά, κατάσταση, αλλά και ως λειτουργία, ως αισθητική ακυρώνει το εκπαιδευτικό σύστημα και τις αρχές του, αν δεν ευνοεί διδακτικές αρχές, τη μαθητοκεντρική διδασκαλία, την ενεργή συμμετοχή του μαθητή, την πρόσβαση στη χρήση εποπτικών μέσων, αν δεν παρέχει την αίσθηση ασφάλειας σε μαθητές και εκπαιδευτικούς, αν δεν επιτρέπει διοργανώσεις εκδηλώσεων που ανοίγουν το σχολείο στην τοπική κοινωνία, αν η κοινωνικοποίηση των παιδιών δεν συντελείται ικανοποιητικά ή κατά τρόπο αδιάφορο ή ουδέτερο στο υπάρχον σχολικό κτίριο και στον ευρύτερο σχολικό χώρο, αν δεν αναπτύσσονται οι συμμετοχικές μαθητικές διαδικασίες, αν δεν ευνοούνται οι πολυπολιτισμικές συναναστροφές, αν δεν δημιουργείται ενεργό σχολικό κλίμα, αν το γραφείο του εκπαιδευτικού δεν υφίσταται ως προσωπικός χώρος προετοιμασίας, παραγωγής εκπαιδευτικού έργου, ξεκούρασης, αναστοχασμού και σύσφιξης των συναδελφικών σχέσεων, όλα αυτά λοιπόν που αφορούν στην αισθητική, την ασφάλεια και τη λειτουργικότητα του σχολικού χώρου, όταν δεν υφίστανται, αφαιρούν μέρος της ζωτικότητας του εκπαιδευτικού, καθώς τον εισάγει σε μια μίζερη συνθήκη εργασίας, σε μια απωθητική πραγματικότητα που προσθέτει σταγόνες στο ποτήρι του άγχους του.

Ως τέταρτος εξωγενής παράγοντας δημιουργίας άγχους αναφέρεται η ποιότητα των σχέσεων και των δεσμών που αναπτύσσει στο σχολείο με τους συναδέλφους και τη διεύθυνση. Σε συνθήκες συγκρουσιακού σχολικού κλίματος παύει να λειτουργεί η έννοια της συλλογικότητας και υποχωρεί η αίσθηση του ανήκειν και η δυναμική της ομάδας. Ο εκπαιδευτικός αυτοαπομονώνεται και όλο το αξιακό σύστημα καταρρέει μέσα του. Ο σχολικός χώρος μετατρέπεται σε βρόγχο που κάθε μέρα τον νιώθει να σφίγγει όλο και πιο δυνατά τον λαιμό του.

Σε πέμπτο παράγοντα πρόκλησης άγχους αναδεικνύονται οι ομάδες αναφοράς – γονείς, μαθητές, θεσμικοί τοπικοί παράγοντες – με τις αξιώσεις της η καθεμία. Ο εκπαιδευτικός καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στις αξιώσεις αυτών των ομάδων και στη δική του ερμηνεία αυτοαντίληψης για το έργο του. Ο απειλούμενος και φοβισμένος δάσκαλος υφίσταται πνευματική λοβοτομή και ως ανελεύθερος δεν έχει τη δυνατότητα να σταθεί στην αίθουσα μπροστά στους μαθητές και να τους μιλήσει φλογερά για την ευθύνη του πνευματικού ανθρώπου.

Η οικονομική δυσπραγία, επίσης, αφήνει μέσα του ένα κενό ανικανοποίητου αισθήματος, που μεγαλώνει, καθώς αυξάνονται οι οικογενειακές ανάγκες και οι υποχρεώσεις. Αυτή η κατάσταση αποτυπώνεται στη μειωμένη απόδοση και στην έλλειψη ενδιαφέροντος για συμμετοχή σε δράσεις προαγωγικές της συλλογικότητας της σχολικής μονάδας.

Αλλά και η πιθανότητα να αξιολογηθεί με βαθμολογία που να μην ικανοποιεί την αυτοαντίληψή του, τον αγχώνει, ιδιαίτερα αν από τη βαθμολογική του εικόνα ενδέχεται να εξαρτηθεί το εργασιακό μέλλον του. Στην περίπτωση αυτή δεν βιώνει καμία πτυχή της σχολικής ζωής ικανοποιητικά. Αν το αρνητικό βίωμά του συνεχιστεί επί μακρόν, απέχοντας από συνεργασίες και επικοινωνία με τους συναδέλφους, οι αγχογόνες καταστάσεις, στις οποίες εκτίθεται, θα τον οδηγήσουν σε αδιέξοδα, σε αδιαφορία, σε συναισθηματική, ψυχολογική και σωματική εξάντληση, μέχρι να εμφανίσει το σύνδρομο της επαγγελματικής εξουθένωσης, στάδιο κατά το οποίο δεν αντλεί πλέον καμία ικανοποίηση από την εργασία του, ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσει τα πλέον αρνητικά συναισθήματα για τον εαυτό του και την ικανότητά του να παραγάγει αξιόλογο έργο.

Παράλληλα, οι ραγδαίες επιστημονικές ανακαλύψεις, οι συντελούμενες κοινωνικές και εκπαιδευτικές αλλαγές, καθώς και η εξέλιξη των νέων τεχνολογιών καθιστούν τους εκπαιδευτικούς ευάλωτους, απρόθυμους ή ανίκανους να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις και στις υποχρεώσεις του σύγχρονου σχολείου, καθώς οφείλουν να μαθαίνουν συνεχώς καινούρια πράγματα και αυτές ακριβώς οι αλλαγές αποτελούν συχνά πηγή άγχους.

Η αναγκαιότητα για τη συνεχή κατάκτηση νέων γνωστικών πλαισίων, προκαλεί άγχος στους εκπαιδευτικούς, αφού κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους καλούνται να κατανοήσουν, να υποδεχθούν και να εφαρμόσουν αλλεπάλληλες αλλαγές στα αναλυτικά προγράμματα, τα σχολικά βιβλία, τις εξετάσεις, τη διδακτική μεθοδολογία, τη χρήση της τεχνολογίας στη διδασκαλία, τον επαγγελματικό προσανατολισμό, την ενισχυτική διδασκαλία, τη περιβαλλοντική εκπαίδευση, την αγωγή υγείας.

Σε πρόσφατη έρευνα επισημάνθηκε ως πηγή άγχους ο φόρτος εργασίας, αποδιδόμενος στο γεγονός ότι οι εκπαιδευτικοί χρειάζεται να παίρνουν εργασία του σχολείου στο σπίτι, να προετοιμάζονται για τη διδασκαλία και να φροντίζουν για τη διαρκή επιμόρφωσή τους εις βάρος του προσωπικού τους ελεύθερου χρόνου.

 

Μητρούσιας Σοφοκλής

Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων Π.Ε. Καστοριάς

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.