Αβέβαιη παραμένει για το 2015 η προοπτική να δημιουργηθούν διατηρήσιμες συνθήκες ανάπτυξης με κοινωνική συνοχή,

σύμφωνα με τα πορίσματα της φετινής ετήσιας έκθεσης του Ινστιτούτου Εργασίας της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας (ΙΝΕ – ΓΣΕΕ), για την οικονομία και την απασχόληση.

Η έκθεση εκτιμά ότι η στρατηγική της δημοσιονομικής προσαρμογής με κύριους άξονες τη λιτότητα και την εσωτερική υποτίμηση έχει αποτύχει σε όλους τους βασικούς στόχους διευρύνοντας το αναπτυξιακό κενό της ελληνικής οικονομίας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι επίσημες εκτιμήσεις για τον ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης για το 2015 και το 2016, είναι αρνητικές ως προς τη δυνατότητα της οικονομίας να εξέλθει από την κρίση.

Μια ανάσα πριν ξεκινήσουν οι κρίσιμες διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς στην Αθήνα, η έκθεση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ περιγράφει τα αδιέξοδα του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής και τις συνέπειές του σε αγορά εργασίας και κοινωνία. Σύμφωνα με τα ευρήματα, η αγορά εργασίας συνεχίζει να επηρεάζεται αρνητικά από την ύφεση και την αβεβαιότητα ως προς τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.

Το ποσοστό ανεργίας εξακολουθεί να είναι το υψηλότερο στην Ε.Ε. Η ποιότητα των θέσεων εργασίας συνεχίζει να χειροτερεύει. Οι άτυπες και μη ηθελημένες μορφές απασχόλησης αυξάνονται με σημαντικές αρνητικές συνέπειες στο εισόδημα των εργαζομένων, στο ανθρώπινο κεφάλαιο της οικονομίας, στην παραγωγικότητα.

Ανιχνεύεται επίσης υψηλή συσχέτιση μεταξύ των επισφαλών θέσεων εργασίας και της φτώχειας, ενώ η μείωση των κατά κεφαλήν κοινωνικών δαπανών έχει συμβάλει στην περαιτέρω υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου εργαζομένων και συνταξιούχων.

Οι επίσημες εκτιμήσεις για τον ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης για 2015 και 2016 είναι αρνητικές ως προς τη δυνατότητα της οικονομίας να εξέλθει από την τρέχουσα κρίση. Γι’ αυτό το Ινστιτούτο προτείνει τον επαναπροσδιορισμό της οικονομικής πολιτικής στην κατεύθυνση του επαναπροσδιορισμού της βιωσιμότητας του χρέους.

Το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ προτείνει τον επαναπροσδιορισμό της οικονομικής πολιτικής σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Εισηγείται επίσης τον επαναπροσδιορισμό της βιωσιμότητας του χρέους με βάση τα βιώσιμα πρωτογενή πλεονάσματα και τεχνικές διαπραγμάτευσης για τη διευθέτηση του δημοσίου χρέους, ώστε να γίνει βιώσιμο και εξυπηρετήσιμο. Επίσης, την επαναρρύθμιση της αγοράς εργασίας και την υλοποίηση επενδυτικών προγραμμάτων, σε κλίμακα τέτοια που να αντισταθμίσουν την ύφεση. Τέλος, προτείνει τη θεσμοθέτηση προγραμμάτων εγγυημένης απασχόλησης για την επανεκκίνηση της οικονομικής δραστηριότητας και την ενίσχυση της κοινωνικής προστασίας.

Η έκθεση έχει αποσταλεί στον πρωθυπουργό, στους αρχηγούς των κομμάτων και στον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Θα παρουσιαστεί επίσημα, όπως κάθε χρόνο στη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης.

ICAP: Μελέτη για την Απασχόληση – Ανεργία το 2014 

Το έτος 2014 σηματοδότησε για την ελληνική οικονομία την ανακοπή της συνεχούς πτώσης, μετά από μία εξαετία βαθιάς ύφεσης. Το ΑΕΠ (σε ετήσια βάση) σημείωσε μικρή ανάκαμψη με την καταγραφή χαμηλού θετικού ρυθμού μεταβολής (0,8%). Με βάση τα τριμηνιαία στοιχεία, στο τελευταίο τρίμηνο του έτους ο ρυθμός μεταβολής για το (εποχιακά διορθωμένο) ΑΕΠ υποχώρησε σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο, ωστόσο συγκρινόμενο με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2013 κατέγραψε αύξηση 1,3%. Παρά την επιβράδυνση στα τέλη του έτους, η επαναφορά σε θετική τροχιά είναι γεγονός αδιαμφισβήτητα θετικό.

Εν τούτοις η σωρευτική υποχώρηση του ΑΕΠ (σε σταθερές τιμές) κατά ένα ποσοστό που υπερέβη το 23% στο διάστημα 2008-2013, προκάλεσε βαριές απώλειες στην αγορά εργασίας. Η σωρευτική μείωση των απασχολουμένων  μόνο για την  περίοδο 2010-2013 ανέρχεται σε 19,2% (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ – ετήσια έκθεση 2014), γεγονός που σημαίνει ότι το «βάρος» της ύφεσης το επωμίσθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου η αγορά εργασίας.
Όπως είχε εντοπισθεί στις προηγούμενες εκδόσεις, η εντονότερη μείωση της απασχόλησης σημειώθηκε τη διετία 2011/12 (-9,2% το 2011 και 7,5% το 2012), ενώ το 2013 παρατηρήθηκε αξιόλογη επιβράδυνση του ρυθμού μείωσής της, σε -3,3%. Ωστόσο το 2014 η τάση αυτή αναστρέφεται και η απασχόληση  καταγράφει αύξηση με ρυθμό 1,6% (Δ΄ τρίμηνο 2014 σε σχέση με το αντίστοιχο του 2013).

Οι αλλαγές αυτές περιόρισαν σε χαμηλότερα επίπεδα και το λόγο «άνεργοι/απασχολούμενοι», ωστόσο ο δείκτης -35,2%- εξακολουθεί να θεωρείται υψηλός (Δ’Α Τρίμηνο 2014).
Σε αυτές τις συνθήκες είναι σημαντικό να δοθεί μια σαφής εικόνα των εξελίξεων και των τάσεων σχετικά με το μέτωπο της απασχόλησης και ιδιαίτερα εκείνο της ανεργίας, η οποία επηρεάζει σοβαρά τις προοπτικές εξέλιξης, σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο.

Απασχόληση / Εργατικό Δυναμικό
Εξελίξεις το 2014

Θετικές ενδείξεις ανάκαμψης σημειώθηκαν το 2014 στην αγορά εργασίας, μετά από σειρά ετών αρνητικής πορείας. Όπως φαίνεται από τα στοιχεία των τριμηνιαίων Ερευνών Εργατικού Δυναμικού της ΕΛ.ΣΤΑΤ. (Ελληνική Στατιστική Αρχή), το τελευταίο έτος υπήρξε αύξηση της απασχόλησης και, μικρή έστω, υποχώρηση της ανεργίας. Ωστόσο η ευφορία που δημιουργήθηκε από τη θετική γενικά εξέλιξη δεν είχε μεγάλη διάρκεια, αφού οι πολιτικές εξελίξεις και η παρατεταμένη αβεβαιότητα των πρώτων μηνών του 2015, επέφεραν την ανάσχεση των θετικών εξελίξεων, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του Α΄ Τριμήνου του τρέχοντος έτους που θα αναλυθούν στη συνέχεια.

Σε ετήσια βάση, η απασχόληση ανέκαμψε το 2014, για πρώτη φορά μετά το 2008. Ο μέσος αριθμός των απασχολουμένων σημείωσε αύξηση 0,66% (ή 23,1 χιλ. άτομα), το 2014/13. Η ανάκαμψη της απασχόλησης το 2014 είναι σημαντική, ο δε αριθμός των απασχολουμένων  κατά το Δ’Α Τρίμηνο του έτους ανήλθε σε 3.535,3 χιλ., που συνεπάγεται ότι στο εν λόγω έτος υπήρξε προσθήκη 55,4 χιλ. θέσεων εργασίας. Μάλιστα η απασχόληση (με βάση τις ετήσιες συγκρίσεις μεγεθών) κατέγραψε σταθερά θετική μεταβολή από το Β΄ Τρίμηνο του 2014 μέχρι και τα τέλη του έτους .

Ωστόσο, δεν περνάει απαρατήρητο το γεγονός ότι η αύξηση της απασχόλησης το 2014 οφείλεται ως ένα βαθμό στη διευρυμένη συμμετοχή εργαζομένων με σχέση προσωρινής εργασίας, ή ακόμα και μερικής απασχόλησης. Εξετάζοντας την εξαετία 2008-2014 (Δ’Α Τρίμηνο), η συνολική απώλεια των θέσεων εργασίας στη διάρκεια της κρίσης έφθασε το εντυπωσιακό μέγεθος του 1,03 εκατ. θέσεων. Φαίνεται λοιπόν ότι, παρά την (μικρή έστω) ανάκαμψη πρόσφατα, το χάσμα σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα της απασχόλησης παραμένει τεράστιο, απαιτείται δε γιγαντιαία προσπάθεια σε βάθος χρόνου, για να επανέλθει στα προ κρίσης επίπεδα. Το γεγονός αυτό αποτελεί το σημαντικότερο ίσως αντίκτυπο της βαθιάς οικονομικής ύφεσης που έπληξε τη χώρα.

Σχετικά με τη σύνθεση, το εργατικό δυναμικό των 4.781,1 χιλ. ατόμων της Ελλάδος αντιστοιχεί στο 51,6% του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας (άτομα ηλικίας > 15 ετών), ενώ ο αριθμός των απασχολουμένων, ο οποίος διαμορφώθηκε σε 3.535,3 χιλ. άτομα (Δ΄ Τρίμηνο 2014) αντιστοιχεί στο 38,1% του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας.
Από την άλλη πλευρά, κατά το Δ’Α Τρίμηνο του 2014, ένα ποσοστό 48,4% του παραγωγικού πληθυσμού (4.487,4 χιλ. άτομα) δεν ήταν ενταγμένα στην αγορά εργασίας, ήταν δηλαδή μη οικονομικά  ενεργοί.

Όσον αφορά τις εξελίξεις στο μέτωπο της ανεργίας, παρατηρείται ότι, από τις αρχές του 2009 έως τα μέσα του 2010 η αύξηση της ανεργίας δεν προήλθε μόνο από τη μείωση της απασχόλησης, αλλά και από την αύξηση του εργατικού δυναμικού. Αντίθετα, από το 2011 καταγράφεται (παράλληλα και με τη μείωση της απασχόλησης) συνεχής μείωση του εργατικού δυναμικού, τάση η οποία εξακολουθεί μέχρι και το Δ’Α Τρίμηνο του 2014, με συνέπεια το δυναμικό να παραμένει σε χαμηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με τη διετία 2009-2010.

Λαμβάνοντας υπόψη τις μεταβολές στην απασχόληση κάθε τριμήνου (σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους), εντοπίζεται μεγάλη ανατροπή το 2014. Πράγματι, την προηγούμενη τετραετία η εξέλιξη της απασχόλησης ήταν σταθερά φθίνουσα, τάση που χαρακτήρισε και το 2013, οπότε οι απώλειες στην απασχόληση ναι μεν είχαν φθίνουσα τάση, ωστόσο υπερέβαιναν σταθερά τις 100 χιλ. θέσεις σε όλα τα τρίμηνα. Αντίθετα, το 2014 μικρής  κλίμακας απώλειες καταγράφηκαν μόνο στο Α’Α τρίμηνο, ενώ στη συνέχεια οι μεταβολές στην απασχόληση ήταν συνεχώς θετικές (προσθήκη θέσεων εργασίας), για πρώτη φορά από το 2010.

Περαιτέρω, εξετάζοντας τις εξελίξεις με βάση το φύλο των απασχολουμένων, στις προηγούμενες εκδόσεις είχε παρατηρηθεί ότι, το ποσοστό συμμετοχής των γυναικών στη συνολική απώλεια της απασχόλησης αυξήθηκε σταδιακά την περίοδο 2011-2013, με συνέπεια να φθάσει περίπου το 50% των συνολικών απωλειών, το Δ’Α τρίμηνο του 2013. Το τελευταίο έτος η εικόνα αλλάζει εντελώς, με την όποια απώλεια θέσεων απασχόλησης να προέρχεται αποκλειστικά από τους άνδρες (στα τρία εκ των τεσσάρων τριμήνων). Αντίθετα, στις γυναίκες καταγράφεται συνεχώς αύξηση στην απασχόληση από το Β΄ τρίμηνο του 2014, με εμφανώς επιταχυνόμενο ρυθμό μάλιστα, η οποία και υπερκάλυψε τις παράλληλες απώλειες των ανδρών. Η αύξηση της γυναικείας απασχόλησης αφορά σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, ωστόσο μεγαλύτερες αυξήσεις (σε απόλυτα μεγέθη) καταγράφονται (το Δ’Α  τρίμηνο ιδίως) στις ηλικιακές ομάδες 30-44, 45-64 και 25-29.

Η συμμετοχή των εργαζομένων με μερική απασχόληση διευρύνθηκε αισθητά την τελευταία τετραετία. Ειδικότερα, το ποσοστό της μερικής απασχόλησης κινείται σταθερά ανοδικά, με συνέπεια να ανέλθει σε 9,9% της συνολικής το Δ΄ Τρίμηνο του 2014, από 6,5% το Α΄ Τρίμηνο του 2010. Από το υποσύνολο αυτό των εργαζομένων, το μεγαλύτερο μέρος τους έκανε τη συγκεκριμένη επιλογή διότι δεν μπόρεσε να βρει πλήρη απασχόληση. Ωστόσο, εάν εστιάσουμε στις πρόσφατες μεταβολές της απασχόλησης (μειώσεις-αυξήσεις ανά τρίμηνο) τότε προκύπτει ότι, από τις 55,4 χιλ. νέες θέσεις εργασίας του Δ΄ Τρίμηνου του 2014, οι 49,5 χιλ. ή ποσοστό 89,3% αφορούν μερική απασχόληση.

Η οικονομική κρίση της προηγούμενης εξαετίας έπληξε κυρίως τους μισθωτούς απασχολουμένους , καθώς όμως εντείνονταν η κρίση επηρέασε και όλες τις κατηγορίες των αυτοαπασχολουμένων, ακόμα και την κατηγορία των αυτοαπασχολουμένων χωρίς προσωπικό (στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι με δελτίο παροχής υπηρεσιών). Ωστόσο η κατάσταση αυτή αμβλύνθηκε σταδιακά το 2013, ενώ το 2014 υπήρξε ανατροπή της αρνητικής πορείας. Ειδικότερα, η συνεχής τάση απώλειας της απασχόλησης στους μισθωτούς επιβραδύνθηκε δραστικά στη διάρκεια του προηγουμένου έτους, ενώ κατά το 2014 υπήρξε σταθερή ανάκαμψη της απασχόλησης μισθωτών, καθ’ όλο το έτος. Η θετική αυτή εξέλιξη όμως δεν χαρακτήρισε τις λοιπές κατηγορίες απασχολουμένων, σε δεινότερη δε θέση παραμένουν οι αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό, η απασχόληση των οποίων παρέμεινε σε φθίνουσα τροχιά σε όλα τα τρίμηνα του 2014.

Ένα στοιχείο που χαρακτήρισε την αγορά εργασίας, μετά τις έντονες πιέσεις για «προσαρμογή» και περισσότερη ευελιξία, ήταν η αύξηση της συμμετοχής των προσωρινά απασχολουμένων. Η αύξηση της προσωρινής απασχόλησης στα πρώτα έτη της ύφεσης (2010-2011) ουσιαστικά επήλθε ως πρώτη αντίδραση αρκετών επιχειρήσεων στην κρίση. Ωστόσο, στη συνέχεια το ποσοστό των προσωρινά απασχολουμένων περιορίστηκε, με αποτέλεσμα να κυμανθεί σε επίπεδα κάτω του 10% το 2012 και στις αρχές του 2013. Η πρόσφατη ανάκαμψη της απασχόλησης συνοδεύτηκε από την παράλληλα επέκταση των σχέσεων προσωρινής απασχόλησης, με εντεινόμενο μάλιστα ρυθμό.

Συγκεκριμένα, ενώ το ποσοστό της προσωρινής εργασίας (ως προς το σύνολο των μισθωτών) ανέρχονταν (το Δ΄ Τρίμηνο του 2013) σε 10,1%, στο  Γ’Α Τρίμηνο του 2014 ξεπέρασε το 13%, για να περιοριστεί στη συνέχεια σε 11,5% στα τέλη του έτους.

Όπως διαπιστώνεται από τα στοιχεία της έρευνας, η προσωρινή εργασία παρουσιάζει έντονη εποχικότητα. Συγκεκριμένα, παρατηρείται αύξησή της το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο κάθε έτους, η οποία οφείλεται κυρίως στην αύξηση της τουριστικής κίνησης το συγκεκριμένο διάστημα.

Εξετάζοντας τις μεταβολές της απασχόλησης ανά μορφωτικό επίπεδο, είχε ήδη εντοπιστεί σε προηγούμενες εκδόσεις, ότι η προηγηθείσα κρίση είχε πλήξει τους απασχολούμενους κάθε μορφωτικού επιπέδου με λιγότερη όμως ένταση εκείνους με διδακτορικό ή μεταπτυχιακό τίτλο, οι οποίοι επηρεάστηκαν σε μικρότερο σχετικά βαθμό. Το 2014 οι πλέον ευνοημένες κατηγορίες απασχολουμένων ήταν οι πτυχιούχοι ανώτερης τεχνικής & επαγγελματικής εκπαίδευσης, καθώς και οι κάτοχοι διδακτορικού και μεταπτυχιακού τίτλου, όπου καταγράφηκαν συνεχείς αυξήσεις σε όλα τα τρίμηνα . Το φαινόμενο αυτό αποδίδεται και στην υποκατάσταση εργαζομένων με λιγότερα εκπαιδευτικά προσόντα και όχι απαραίτητα στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης με απαιτήσεις υψηλού εκπαιδευτικού επιπέδου. Επίσης, αναστροφή της πρότερης αρνητικής εικόνας σημειώθηκε στη διάρκεια του έτους σε απασχολούμενους με απολυτήριο μέσης εκπαίδευσης ή γυμνασίου.

Αντίθετα, η ανάκαμψη δεν «άγγιξε» κατά κύριο λόγο τους απασχολούμενους με απολυτήριο δημοτικού και (σε μικρότερο βαθμό) τους πτυχιούχους Α.Ε.Ι., όπου καταγράφηκαν συνεχείς μειώσεις  σε όλα τα τρίμηνα.

Τέλος, αναφορικά με τις μεταβολές της απασχόλησης σε κλαδικό επίπεδο, σημαντικές αυξήσεις σε όλη τη διάρκεια του έτους παρουσίασαν κυρίως κλάδοι του Τριτογενούς τομέα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Γ΄ και Δ΄ Τριμήνου του 2014 ειδικότερα, η αυξημένη απασχόληση προήλθε κυρίως από τον κλάδο υπηρεσιών παροχής καταλύματος & εστίασης (+51 χιλ. και +49,6 χιλ. άτομα), γεγονός που συνάδει με την εντυπωσιακή αύξηση της τουριστικής κίνησης. Επίσης σημαντική ήταν η συμβολή και του κλάδου παροχής  διοικητικών & υποστηρικτικών δραστηριοτήτων  και της εκπαίδευσης.

Αντίθετα, η δυσμενέστερη εικόνα σημειώθηκε στους κλάδους των κατασκευών και της μεταποίησης, οι οποίοι παρουσιάζουν συνεχώς μειώσεις της απασχόλησης, σε όλη τη διάρκεια της περιόδου 2011-2014 (επί 16 συνεχόμενα τρίμηνα).
Ενδεικτικό της εικόνας αλλαγής που κατέγραψε η αγορά εργασίας το τελευταίο έτος, είναι το γεγονός ότι το Δ’ Α τρίμηνο του 2014 δώδεκα (12) από τους συνολικά 21 ευρύτερους κλάδους της εγχώριας οικονομίας παρουσίασαν αύξηση απασχόλησης, έναντι τεσσάρων και πέντε κλάδων αντίστοιχα, στα τέλη του 2011 και 2012.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.