Τα περίπτερα. Μια λέξη, χιλιάδες αναμνήσεις. Για πολλές γενιές Ελλήνων, ήταν κάτι παραπάνω από ένα σημείο πώλησης. Ήταν μια μικρογραφία της γειτονιάς, ένας ζωντανός οργανισμός που χτυπούσε στον παλμό της πόλης. Στο περίπτερο συναντούσες τον φίλο σου, έπινες τον πρωινό σου καφέ, αγόραζες τις εφημερίδες για να ενημερωθείς για όσα συνέβαιναν, έπαιρνες το παγωτό για το παιδί, τα τσιγάρα σου, ακόμα και ένα κουτί Depon για τον πονοκέφαλο. Ήταν ο φάρος του δρόμου, ανοιχτός τις περισσότερες ώρες, μια πηγή ζωής και ασφάλειας. Η ιεροτελεστία της επίσκεψης στο περίπτερο αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας.
Αυτό το εμβληματικό κομμάτι του αστικού τοπίου, ωστόσο, βρίσκεται σε φάση ραγδαίας παρακμής. Η εικόνα των κλειστών περιπτέρων, άλλοτε φωτεινών και γεμάτων ζωή, είναι πλέον συνηθισμένη, μαρτυρώντας το τέλος μιας εποχής. Τα στοιχεία που παραθέτει ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Μισθωτών Περιπτέρων, κ. Θεόδωρος Μάλλιος, είναι σοκαριστικά και επιβεβαιώνουν αυτή τη θλιβερή πραγματικότητα.
Η αριθμητική της παρακμής: Μια δραματική συρρίκνωση
Σύμφωνα με τον κ. Μάλλιο, ο αριθμός των περιπτέρων στην Ελλάδα έχει μειωθεί στο μισό και πλέον. Από 11.000 περίπτερα που λειτουργούσαν κάποτε πανελλαδικά, σήμερα έχουν απομείνει μόλις 4.500, ενώ η πτωτική πορεία συνεχίζεται. Ο Πειραιάς και η Θεσσαλονίκη, δύο από τις μεγαλύτερες πόλεις της χώρας, έχουν πληγεί περισσότερο από κάθε άλλη περιοχή, με την απώλεια να φτάνει το 70% της δύναμής τους. Αυτή η αριθμητική αντικατοπτρίζει μια αλλαγή που δεν είναι απλώς οικονομική, αλλά και κοινωνική και πολιτιστική.
Η εξήγηση για αυτή τη ραγδαία πτώση δεν είναι μονοδιάστατη. Ο κ. Μάλλιος κάνει λόγο για ένα “κοκτέιλ” κρίσεων που έπληξαν διαδοχικά τον κλάδο, δημιουργώντας μια “τέλεια καταιγίδα” που ήταν αδύνατο να αντιμετωπιστεί.
Η οικονομική κρίση, που χτύπησε την Ελλάδα το 2009, ήταν η πρώτη και πιο καταστροφική. Η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών οδήγησε σε δραστική μείωση των δαπανών για “περιττά” αγαθά, όπως περιοδικά, εφημερίδες και σνακ. Τα μικροποσά που πριν ξοδεύονταν αυθόρμητα στο περίπτερο, τώρα υπολογίζονταν με ακρίβεια.
Ακολούθησε η πανδημία του Covid-19, η οποία επέφερε μια πρωτοφανή αλλαγή στις συνήθειες των πολιτών. Τα lockdown, η τηλεργασία και ο φόβος για τον συνωστισμό περιόρισαν την κυκλοφορία και, κατά συνέπεια, τον τζίρο των περιπτέρων. Η τάση για αγορές από μεγάλα καταστήματα ή διαδικτυακά ενισχύθηκε, παρακάμπτοντας τον ρόλο του περιπτέρου ως σημείο άμεσης ανάγκης.
Τέλος, η ενεργειακή κρίση ήρθε να δώσει τη χαριστική βολή. Όπως επεσήμανε ο κ. Μάλλιος, τα περίπτερα είναι “ενεργοβόρες επιχειρήσεις”. Τα ψυγεία για τα αναψυκτικά και τα παγωτά, ο φωτισμός, η θέρμανση και ο κλιματισμός, όλα αυτά απαιτούν σημαντική ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας. Με την εκτόξευση του κόστους, τα λειτουργικά έξοδα αυξήθηκαν σε τέτοιο βαθμό που έκαναν την επιβίωση αδύνατη για πολλές μικρές επιχειρήσεις.
Ο πόλεμος του ανταγωνισμού και το “ευάλωτο” μοντέλο
Πέρα από τις κρίσεις, ένας ακόμα παράγοντας που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην παρακμή των περιπτέρων είναι ο αμείλικτος ανταγωνισμός. Οι αλυσίδες των μίνι μάρκετ, και κυρίως οι αλυσίδες των σούπερ μάρκετ που μπήκαν δυναμικά σε αυτόν τον κλάδο, αποτέλεσαν ένα θανάσιμο πλήγμα. Αυτές οι μεγάλες επιχειρήσεις διαθέτουν κεφάλαια, υποδομές και τη δυνατότητα να προσφέρουν μια πολύ μεγαλύτερη ποικιλία προϊόντων σε χαμηλότερες τιμές, καθιστώντας τα μικρά, αυτόνομα περίπτερα ανυπεράσπιστα απέναντί τους.
Ο κ. Μάλλιος βλέπει το μέλλον του κλάδου με ανησυχία, προβλέποντας έναν “πόλεμο μεταξύ τους” που στο τέλος θα πλήξει τους πιο αδύναμους. Αυτή η εξέλιξη είναι ενδεικτική της γενικότερης τάσης στην αγορά, όπου η μικρή επιχειρηματικότητα δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να επιβιώσει απέναντι στα γιγαντιαία οικονομικά συμφέροντα.
Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα που αναδεικνύεται είναι το κόστος ενοικίου. Ο κ. Μάλλιος αποκαλύπτει ότι δεν υπάρχει ενιαία πολιτική, με τα ενοίκια να ξεκινούν από 300 ευρώ και να φτάνουν μέχρι και τα 3.000 ευρώ, ανάλογα με την τοποθεσία και την ιδιαίτερη σχέση του μισθωτή με τον ανάπηρο στον οποίο είχε αρχικά παραχωρηθεί η άδεια λειτουργίας. Αυτή η τεράστια διακύμανση προσθέτει ένα ακόμα επίπεδο πολυπλοκότητας και οικονομικής αβεβαιότητας.
Εντούτοις, ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας υπογραμμίζει την ιστορική διάσταση της μικροεπιχειρηματικότητας του περιπτέρου. Η επιτυχία, όπως λέει, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ικανότητες του ίδιου του περιπτερά, καθιστώντας το ενοίκιο έναν σχετικό παράγοντα. Ωστόσο, στην εποχή των αλυσίδων, η προσωπική προσπάθεια δεν φαίνεται να αρκεί πλέον για να διατηρηθεί η βιωσιμότητα.
Η εξαφάνιση των περιπτέρων δεν είναι απλώς μια οικονομική απώλεια, αλλά και μια κοινωνική και πολιτιστική. Το περίπτερο ήταν ο “πυρήνας” της γειτονιάς, ένα σημείο συνάντησης και επικοινωνίας. Ο περιπτεράς ήταν συχνά ο πρώτος που έβλεπες το πρωί, αυτός που γνώριζε τα νέα της περιοχής και μπορούσες να του ζητήσεις μια μικρή χάρη ή πληροφορία. Η εξαφάνισή τους αφήνει ένα κενό στον κοινωνικό ιστό, αντικαθιστώντας την προσωπική επαφή με την απρόσωπη λειτουργία των μεγάλων καταστημάτων.
Η πορεία των περιπτέρων αποτελεί μια ανατριχιαστική παραβολή για την ίδια την ελληνική κοινωνία. Από ζωντανές, ανεξάρτητες μονάδες, μετατρέπονται σε φαντάσματα του παρελθόντος, θύματα των αλλεπάλληλων κρίσεων και του αμείλικτου ανταγωνισμού. Το τέλος της εποχής τους είναι μια υπενθύμιση ότι η παράδοση και η προσωπική επαφή δίνουν τη θέση τους σε ένα νέο, πιο απρόσωπο και οικονομικά αποδοτικό μοντέλο. Το ερώτημα παραμένει: τι θα χάσουμε ως κοινωνία όταν η τελευταία πινακίδα “Περίπτερο” σβήσει για πάντα;