Το ελληνικό λεξιλόγιο βρίθει σπάνιων λέξεων εξαιτίας της παλαιότητας της γλώσσας και των συχνών μετατροπών της. Πάμε να δούμε 20 σπάνιες ελληνικές λέξεις.

Είναι εξαιρετικά δύσκολο να γνωρίζει κάποιος κάποιες ελληνικές λέξεις εάν δεν είναι μελετητής της γλώσσας.

Όμως ένας καλός τρόπος για να εμπλουτίσουμε το λεξιλόγιο μας είναι η μελέτη λογοτεχνικών έργων. Οι Έλληνες λογοτέχνες είναι μοναδικοί στο να συνθέτουν και να αναδεικνύουν τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας και εμείς ως λάτρεις του ελληνικού  λεξιλογίου συγκεντρώσαμε 20 ελληνικές λέξεις που σπάνια τις διαβάζεις και ακόμη σπανιότερα τις ακούς να ενσωματώνονται στον προφορικό λόγο.

20 σπάνιες ελληνικές λέξεις

αλεξιβρόχιο: ομπρέλα

αλτρουιστής: Πιστός του αλτρουισμού, όπου διδάσκει την ηθική ευαισθησία για την ευτυχία άλλων ανθρώπων ή ζώων, με αποτέλεσμα μια καλύτερη ποιότητα ζωής, τόσο υλική όσο και πνευματική

αμφίψωμο: (ουσ. ουδ.) το σάντουιτς, το τοστ.

ανδραγαθία:Όταν κάποιος είναι γενναίος, παλικάρι

άτεγκτος: (επιθ.) σκληρός, αδυσώπητος

άφατος: (επίθ.)  ανέκφραστος

βυσσοδομώ: (ρ.) [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ : βύσσος = βυθός + δομέω ή δομώ = χτίζω] (μτφ.) σχεδιάζω κρυφά κάτι κακό για κάποιον, σκευωρώ, στενοχωρώ συνώνυμα:μηχανορραφώ, ραδιουργώ.

διαπρύσιος: (επίθ.) αυτός που διακηρύσσει κάτι με ιδιαίτερη θέρμη, με ένταση και παλμό.

δύστοκος: (επιθ.) κυριολ.: που γεννά με δυσκολία

εμφωλεύω: (ρ.) φωλιάζω, κουρνιάζω, (πληροφ.) ενσωματώνω υπορουτίνα σε ρουτίνα.

εναργής: (επίθ.) ορατός, εμφανής, ευδιάκριτος, χειροπιαστός, ευκρινής, ολοκάθαρος

επίνειο: (ουσ. ουδ.) πόλη ή οικισμός με λιμάνι ή όρμο που εξυπηρετεί μια πόλη (κυρίως μεσογειακή).

καθέλκυση: (ουσ. θηλ.) .  Όταν ένα πλοίο ή σκάφος εγκαταλείπει το χώρο ναυπήγησης ή συντήρησής του  με τη βοήθεια κεκλιμένων επιπέδων (launching cradle) και οδηγείται προς στη θάλασσα.

λεξιθηρία: (ουσ. θηλ.) η αναζήτηση σπάνιων λέξεων και εκφράσεων και η χρησιμοποίησή τους στον προφορικό ή γραπτό λόγο.

μεμψιμοιρώ: (ρ.) παραπονιέμαι για τη μοίρα μου, μουρμουρίζω, γκρινιάζω.

νηπενθής:  (επιθ.) που δεν πενθεί, που δεν αισθάνεται λύπη που δεν προξενεί λύπη

πτωχαλαζών / -όνας: (ουσ.) ο φτωχός με αλαζονική συμπεριφορά, ο ψωροπερήφανος

τιμαλφής: (επίθ.) πολύτιμος, πανάκριβος, βαρύτιμος.

φυλλορροώ: (ρ.) μαδώ, ρίχνω τα φύλλα μου / μτφ: καταπέφτω, εξασθενώ, εξαντλούμαι.

νείρομαι: (ρ.) επιθυμώ πολύ, ονειρεύομαι, λαχταρώ.

lavart.gr

You May Also Like

Ξεκινούν άμεσα τα μαθήματα εκμάθησης Σκακιού, στις εγκαταστάσεις του συλλόγου της Ορεστίδος

Ενεργοποίηση του σκακιστικού τμήματος στον Μορφωτικό Σύλλογο « Η Ορεστίς» Άργους Ορεστικού

Εγκαινιάστηκε από τον Πρωθυπουργό και την Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων η νέα Πανεπιστημιούπολη ευρωπαϊκών προδιαγραφών(φωτογραφίες)

Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας στη ΖΕΠ Κοζάνης