Το 2013 στον Νέο Κόσμο ημιυπόγεια γκαρσονιέρα 26 τ.μ. πωλούνταν μόλις προς 6.000 ευρώ, ενώ στο Παγκράτι γκαρσονιέρα 27 τ.μ. είχε τιμή πώλησης 9.500 ευρώ. Επίσης, το 2011, στο Μετς μεζονέτα 110 τ.μ. (τριών επιπέδων, κατασκευής 1987), με απεριόριστη θέα ενοικιαζόταν προς 1.200 ευρώ.
Όπως σημειώνει ρεπορτάζ της Καθημερινής, οι αξίες αυτές σήμερα είναι ανύπαρκτες, έχοντας αυξηθεί, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος (ΤΤΕ), από το 2017 έως το α΄ τρίμηνο της φετινής χρονιάς κατά 66,4%, ως απόρροια της βελτίωσης των ρυθμών ανάπτυξης της οικονομίας και των θετικών προσδοκιών που δημιουργεί ο τουρισμός. Ωστόσο, όπως έχει αναφέρει σε πρόσφατη ανάλυσή της η ΤΤΕ, η πορεία των τιμών ακινήτων είναι δυσανάλογη σε σχέση με την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος.
Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της συμβουλευτικής εταιρείας Cerved Property Services, απαιτούνται μισθοί 11,5 ετών σήμερα για την αγορά ενός διαμερίσματος επιφάνειας 60 τ.μ. και ηλικίας 20-30 ετών, λόγω του τριπλάσιου ρυθμού αύξησης των τιμών πώλησης κατοικιών, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο ρυθμό ανόδου των μισθολογικών απολαβών. Συγκεκριμένα, από το 2018 και μέχρι το τέλος του 2023 ο μέσος μισθός στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 19,5%, από 1.070 ευρώ σε 1.250 ευρώ. Στην πράξη, όμως, η αύξηση αυτή δεν είχε αντίκρισμα, γιατί αντισταθμίστηκε από τον υψηλό πληθωρισμό και το κύμα ακρίβειας που έχει πλήξει σχεδόν το σύνολο των αγαθών (π.χ. τρόφιμα) και των υπηρεσιών τα τελευταία χρόνια, παρότι πλέον οι αυξήσεις είναι περιορισμένες. Την ίδια περίοδο (2018-2023), η μέση τιμή πώλησης κατοικίας στην Ελλάδα έχει σημειώσει αύξηση κατά 57%, αγγίζοντας τις 274.830 ευρώ, από 175.000 ευρώ το 2018. Αυτό σημαίνει ότι πλέον απαιτούνται 11,5 χρόνια για την απόκτηση ενός διαμερίσματος 60 τ.μ. Μόλις πριν από τρία χρόνια, το 2021, απαιτούνταν μισθοί 8,5 ετών για την απόκτηση του ίδιου ακινήτου (60 τ.μ., 30 ετών), διάστημα που ήταν εναρμονισμένο με τον διεθνή μέσο όρο.